Πώς γεννήθηκε η σύγχρονη τέχνη; Ο Νίκος Δασκαλοθανάσης θέτει τα σωστά ερωτήματα

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Γιώργος Μυλωνάς

Ιστορικός Τέχνης, arts editor

Το εύρος του αισθητικού μας ορίζοντα το καθορίζει εκάστοτε η τέχνη της εποχής μας. Ο εικαστικός μας μαθαίνει να βλέπουμε, ο μουσικός να ακούμε, ο ποιητής να διαβάζουμε. Αυτοί καθορίζουν την πνευματική μας συγκρότηση.

Ήταν η ματιά του Ραφαήλου αυτή που μας έκανε ικανούς να δούμε τον Πραξιτέλη. Αν δεν έλεγε στην Ευρώπη ο Γκαίτε ότι η αρχαία Ελλάδα είναι το ιδανικό της, δεν θα την είχαμε ως τη μέγιστη αξία. Και μάλιστα, μιλώντας για Ελληνική αρχαιότητα τη φέρνουμε όλοι στο νου μας λευκή και καθόλου πολύχρωμη (όπως ήταν), επειδή ο κύκλος του Γκαίτε (Βίνκελμαν κ.ά.) έτσι την νόμισαν και έτσι την όρισαν.

Η μουσική του 20ου αιώνα μας έκανε ικανούς να ακούσουμε την Τέχνη της φούγκας του Μπαχ που ως τον Ολλανδό Γκούσταβ Λέονχαρντ νομιζόταν έργο που δεν είναι για να ακούγεται αλλά μια άσκηση για συνθέτες.

Είναι ο Έζρα Πάουντ αυτός που μας έμαθε τους ποιητές της Άπω Ανατολής, είναι ο ίδιος αυτός που μας έμαθε να ακούμε τα τραγούδια των τροβαδούρων του Μεσαίωνα.

Είναι η εικαστική ματιά του μοντερνισμού αυτή που μας άνοιξε τα μάτια και είδαμε την τέχνη των παλαιολιθικών ανθρώπων. Αυτόν τον τόσο πλατύ ορίζοντα που έχουμε σήμερα και που χάρις σ΄αυτόν αγκαλιάζουμε τόσους αιώνες και τόσους λαούς, τον χρωστάμε στην τέχνη.

Κι ενώ η τέχνη ρίχνει ένα διαφορετικό φως στην Ιστορία, μπροστά στο ερώτημα τι είναι τέχνη σήμερα πολλοί στέκονται με απορία. Το νέο βιβλίο του Νίκου Δασκαλοθανάση, καθηγητή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, παρέχει το απαραίτητο ιστορικό πλαίσιο που διαμόρφωσε τις καλλιτεχνικές εξελίξεις του σύγχρονου κόσμου. Με τίτλο Ιστορία της τέχνης 1945–1975: Από τη μοντέρνα στη σύγχρονη τέχνη. Ζωγραφική – Γλυπτική – Αρχιτεκτονική, ο συγγραφέας καταθέτει ένα εγχειρίδιο γραμμένο με σαφήνεια, γλώσσα εύληπτη, που δεν καταλήγει σε ακαδημαϊκές κατηγοριοποιήσεις και δυσνόητα σχήματα ούτε απεραντολογεί σε μακροσκελείς αναλύσεις.

Σε ποιους απευθύνεται; Ο καθηγητής εξηγεί:

«Υποθέτω ότι κάθε συγγραφέας επιθυμεί το βιβλίο του να διαβαστεί από τους πάντες ή, έστω, από όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες. Όμως πέρα από τις προθέσεις υπάρχει και η πραγματικότητα. Στην ουσία η τύχη ενός βιβλίου μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική από αυτήν που είχε προβλέψει ο συγγραφέας του. Κατά βάση το βιβλίο αυτό γράφτηκε για να υποστηρίξει τα μαθήματά μου στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Κατά τη διαδικασία της συγγραφής το βιβλίο απέκτησε πολύ μεγαλύτερο όγκο από τον προβλεπόμενο και εντέλει ξεπέρασε τις 800 σελίδες.

Με αυτή την έννοια υπερβαίνει σαφώς την ύλη ενός ακαδημαϊκού εξαμήνου. Έτσι, το βιβλίο αποκτά μία ευρύτερη στόχευση και απευθύνεται εντέλει σε όποιον θα ήθελε να μάθει περισσότερα για την τέχνη μιας περιόδου ξεκινά με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και φτάνει ως τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ο μεγάλος όγκος βεβαίως εκ των πραγμάτων ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη.

Ωστόσο, παρότι θεωρώ ότι το βιβλίο το διατρέχει ένα αφηγηματικό νήμα, έχω την αίσθηση ότι μπορεί να διαβαστεί και τμηματικά ανά κεφάλαιο ανάλογα με το πού θέλει κανείς να επικεντρώσει την προσοχή του. 

Οι έννοιες ”μοντέρνο” και ”σύγχρονο” στην τέχνη, πολύ συχνά ταυτίζονται στη συνείδηση του κοινού. Στην περίοδο που εξετάζετε, ποιο είναι το σημείο – κλειδί που αλλάζει την αντίληψη της κοινωνίας για το τί είναι τέχνη. 

Πράγματι είναι αλήθεια ότι μία τέτοια διάκριση μεταξύ μοντέρνου και σύγχρονου δεν είναι αυτονόητη. Μία από τις θέσεις του βιβλίου είναι ότι αυτή η διάκριση είναι ωστόσο υπαρκτή.

Εκείνο που υποστηρίζω είναι πως παρά τη μεγάλη ιστορική σημασία της τομής του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, επί της ουσίας οι πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες της ανοικοδόμησης συνεχίζουν στο χώρο των εικαστικών τεχνών τη μοντέρνα, δηλαδή τη μεσοπολεμική, παράδοση.

Άρα η τομή μεταξύ μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης στον δυτικό κόσμο δεν βρίσκεται στο 1945 αλλά στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή στις αρχές της δεκαετίας του ’60 δηλαδή όταν μία σειρά από νέες προϋποθέσεις ‒γενικευμένη κατανάλωση, διόγκωση των ΜΜΕ, διεθνοποίηση της οικονομίας‒ θέτουν τις βάσεις για μία διαφορετικού τύπου εξέλιξη που τη βιώνουμε ακόμα σήμερα. Οι προϋποθέσεις αυτές θεωρώ ότι ορίζουν και το φαινόμενο που αποκαλούμε σύγχρονη τέχνη.

Αν έργο τέχνης είναι αυτό που αναγνωρίζεται ως τέτοιο, η σύγχρονη τέχνη παρουσιάζει τούτο το παράδοξο: απολαμβάνει τα προνόμια της ”ακαδημαϊκής τέχνης”, καθώς έχει μεγαλοσυλλέκτες και θέση στα μουσεία, ενώ μοιάζει δυσερμήνευτη, αν δεν είναι ξένη στους πολλούς. Πώς εξηγείται αυτό;  

Η σύγχρονη τέχνη γνωρίζει πράγματι σήμερα παγκόσμια επιτυχία και είναι θεσμικά πλήρως αναγνωρισμένη. Οι τιμές της στο διεθνές χρηματιστήριο είναι πάρα πολύ υψηλές. Η σχέση της ωστόσο με το ευρύ κοινό είναι ένα ζήτημα διαφορετικής τάξης.

Ανέκαθεν η τέχνη έχρηζε ερμηνείας, είχε δηλαδή ανάγκη να κατανοηθεί μέσα σε ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό πλαίσιο. Για να φέρω ένα τετριμμένο παράδειγμα, εάν κάποιος δεν είναι εξοικειωμένος με τη χριστιανική θρησκεία, του είναι δύσκολο να κατανοήσει πολλές σκηνές της βυζαντινής τέχνης που αναφέρονται σε παραβολές του Ευαγγελίου ή σε συμβάντα της Παλαιάς Διαθήκης. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι σε παλαιότερες περιόδους η γνώση αυτή ήταν γενικευμένη.

Σήμερα σε έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο και, ίσως, περισσότερο αντιφατικό, η τέχνη έχει χάσει αυτή την παλαιά κοινωνική της λειτουργία. Με αυτή την έννοια, το ερμηνευτικό πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης, που είναι περισσότερο απαραίτητο από ποτέ, θα πρέπει να αναζητηθεί, δεν είναι αυτονόητο. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα μειονεκτήματά της σύγχρονης τέχνης, αφορά ωστόσο συνολικά την ίδια μας την εποχή.

Το παρόν βιβλίο φιλοδοξεί να προσφέρει μία σειρά από ερμηνευτικά εργαλεία σε συνάρτηση με το μεταπολεμικό ιστορικό περιβάλλον ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητή μία τέχνη που ανήκει στη δική μας εποχή και με την οποία σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να συνδιαλλαγούμε.  

Επιτρέψτε μου να μιλήσουμε με παραδείγματα. Εδώ σε μας, το ΕΜΣΤ είναι ένα μουσείο που συνδέθηκε στο ξεκίνημά του με ένα πολύ σημαντικό θεσμό όπως η documenta, κι όμως το ίχνος του στην αθηναϊκή πρωτεύουσα δεν είναι το αναμενόμενο. Πώς μπορεί ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης να μη μείνει πέραν του κόσμου, αλλά ανοιχτό στην κοινωνία; 

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που βεβαίως είχε ιδρυθεί πριν να φτάσει η documenta στην Αθήνα το 2017, σίγουρα απέκτησε μεγαλύτερη δημοσιότητα με βάση αυτήν την σύνδεση καθώς η ιδρυμένη το 1955 στο Κάσελ της Γερμανίας documenta, αποτελεί τον πιο έγκυρο θεσμό της σύγχρονης τέχνης.

Όμως, τα μουσεία για να ανοιχτούν στην κοινωνία θα πρέπει να προτείνουν ζητήματα που αφορούν πραγματικά την κοινωνία. Αλλά τα μουσεία είναι σύνθετοι θεσμικοί οργανισμοί, εξαρτώμενοι από το δημόσιο ή το ιδιωτικό κεφάλαιο, και με αυτή την έννοια οι προτεραιότητές τους δεν συμβαδίζουν απαραιτήτως με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.

Έστω κι εάν η πρόσβαση του κοινού στην τέχνη σήμερα είναι αρκετά μεγάλη, τα μουσεία ισορροπούν με δυσκολία στην κόψη αυτής της αντίθεσης, δηλαδή ανάμεσα στο θρυλούμενο ενδιαφέρον τους για τα κοινωνικά προβλήματα και στην άκρατη θεσμικότητά τους.

Αυτό είναι ένα καίριο ζήτημα που αφορά όχι μόνο τα μουσεία αλλά και την ίδια τη σύγχρονη τέχνη. Είναι επίσης ένα από τα κεντρικά θέματα που με απασχολούν και το οποίο επιχειρώ στο βιβλίο μου να το πραγματευτώ διεξοδικά.  

Όλο και περισσότερο χρησιμοποιούμε τον όρο ψηφιακή τέχνη. Πώς βλέπετε την τέχνη του μέλλοντος; Κι ακόμη, μπορούμε να φανταστούμε ποιες αλλαγές θα επιφέρει στην τέχνη η τεχνητή νοημοσύνη;

Η σχέση τέχνης και τεχνολογίας είναι βεβαίως παλαιά. Αλλά ειδικά η ψηφιακή τεχνολογία που είναι κατά κάποιον τρόπο άυλη επιδρά ευθέως επί του καλλιτεχνικού αποτελέσματος αφού εξαϋλώνει και το ίδιο το έργο. Όμως αυτή η μετατόπιση μπορεί, σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη τέχνη, να γίνει κατανοητή μόνο ιστορικά, εάν αναχθεί δηλαδή στο εναρκτήριο σημείο της που δεν είναι άλλο από τη συγκρότηση της λεγόμενης εννοιολογικής τέχνης, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Με αυτή την έννοια, το παρόν βιβλίο ίσως έχει να προσφέρει μία ερμηνεία σε ό,τι αφορά τα σημερινά καλλιτεχνικά πράγματα, που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε έννοιες όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Γι’ αυτό η ιστορία είναι σημαντική. Μελετώντας το παρελθόν, έστω και το πρόσφατο, κατανοούμε καλύτερα το δικό μας παρόν.

***

Ο Νίκος Δασκαλοθανάσης είναι καθηγητής ιστορίας της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Έχει την ευθύνη της περιοδικής έκδοσης Ιστορία της τέχνης. Πρόκειται για βασικό εργαλείο που ανοίγει δρόμους στην έρευνα της νεοελληνικής τέχνης.

Πληροφορίες για το βιβλίο και την περιοδική έκδοση στις Εκδόσεις futura (Χαρ. Τρικούπη 72, Αθήνα, τηλ. & φαξ: 210  5226361, futura@otenet.gr).

***

Το έργο στη φωτογραφία με τίτλο «το παράθυρο» ανήκει στον Βασίλη Πέρρο. Τον ευχαριστούμε για την παραχώρηση της εικόνας. 

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.