Τέχνη, ιστορία και πολιτική: εικονομαχίες για τα Καλάβρυτα

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Αθανάσιος Γκότοβος

τ. Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Μουσείο Ολοκαυτώματος στα Καλάβρυτα. Ένα αγόρι μπροστά από τη σημαία των ναζί στην οποία είναι γραμμέα όλα τα ονόματα των εμπεκομένων στη σφαγή.
Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα για τα γεγονότα της δεκαετίας του 40 – απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, κατοχή, αντίσταση, κατοχικός εμφύλιος, Δεκεμβριανά, Βάρκιζα, εμφύλιος – μετά την πτώση του καθεστώτος των συνταγματαρχών το 1974 είναι ένα τόσο συνηθισμένο φαινόμενο, όσο και οι αντίστοιχες αντιπαραθέσεις για το παρόν.

Οι θεσμικές πρωτοβουλίες για «συμφιλίωση», που ούτως ή άλλως υπήρξαν απότοκο συγκεκριμένων συγκυριών στον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που τις στήριξαν, ούτε στην καθιέρωση μιας ενιαίας, επιστημονικά θεμελιωμένης, εικόνας για το παρελθόν οδήγησαν, ούτε πάλι απέτρεψαν τη δημιουργία ενός χρόνιου διχαστικού κλίματος στην πολιτική, και κατ’ επέκταση στην κοινωνική, σφαίρα.

Αποτυπώματα αυτής της εικονομαχίας – της ιδεολογικής μάχης για την «ορθή» εικόνα του παρελθόντος– εύκολα θα βρει ο ενδιαφερόμενος στην εγχώρια εκδοτική, ραδιοφωνική και τηλεοπτική παραγωγή.

Το πιο πρόσφατο επεισόδιο αφορά την κινηματογραφική ταινία «Καλάβρυτα 1943», και συγκεκριμένα αν δικαιολογείται λογοτεχνική αδεία η σκηνή με τον «καλό Αυστριακό» – και κατ’ άλλους – που μάλιστα υπήρξαν πρωταγωνιστές της εαμικής αντίστασης στην περιοχή των Καλαβρύτων – τον «Αλσατό» στρατιώτη που άνοιξε την πόρτα του σχολείου από το φλεγόμενο κτίριο για να βγουν από εκεί τα εγκλωβισμένα γυναικόπαιδα και μετά υποτίθεται ότι για την πράξη του αυτή εκτελέστηκε.

Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή η βρισιά για τους Γερμανούς ήταν φυλετική («Ούννοι»), και όχι πολιτικο-ιδεολογική («Ναζί») και ότι ο «καλός» έπρεπε πάντα να είναι ένας εθνοτικά «άλλος»: Αλσατός, Αυστριακός κ.ο.κ. Δεν έχει σημασία που ο βασικός διεκπεραιωτής της σφαγής των πεντακοσίων σχεδόν αμάχων στα Καλάβρυτα, ο Άκαμχούμπερ, δεν ήταν Γερμανός, αλλά Αυστριακός.

Έτσι ο δημόσιος διάλογος για την ταινία, αντί να εστιάσει στην ποιότητα της ίδιας της ταινίας, μέχρι τώρα τουλάχιστον εστιάζει στο αν η σκηνή με τον «καλό Αυστριακό» ανταποκρίνεται ή όχι στην ιστορική πραγματικότητα ή αν είναι μια ιστορικά καταδικαστέα επινόηση του παραγωγού της. Που δεν ήταν, καθώς οι μνήμες για την έξοδο των γυναικοπαίδων από το φλεγόμενο κτίριο του σχολείου είναι διχασμένες, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζουμε μέχρι σήμερα αν ο Άκαμχούμπερ είχε σχεδιάσει, εκτός από την εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού, όπως προέβλεπε η τελευταία διαταγή του διοικητή της οικείας γερμανικής Μεραρχίας, και την εξόντωση των γυναικοπαίδων, μέσω πυρπόλησης, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη γραπτή διαταγή. Πράγμα καθόλου απίθανο για την ψυχοσύνθεση του εν λόγω ανδρός.

Αλλά συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση γι αυτό δεν έχουμε. Όπως επίσης δεν έχουμε για το αν οι φρουροί των εξόδων από το κτίριο του σχολείου διευκόλυναν, επέτρεψαν ή δεν απέτρεψαν την έξοδο των γυναικοπαίδων με δική τους πρωτοβουλία ή είχαν αντίστοιχες σχετικές οδηγίες, προφορικές προφανώς, από ανώτερό τους. Και μάλλον ποτέ δεν θα μάθουμε με βεβαιότητα αυτές τις λεπτομέρειες.

Η εκδοχή, πάντως, ότι η έξοδος διευκολύνθηκε από προσωπικό της Βέρμαχτ δεν είναι νέα, ούτε είναι επινόηση του σκηνοθέτη. Ανήκει σε μια «παράταξη» της μνήμης για τα Καλάβρυτα, διότι υπάρχει και η αντίθετη: η «παράταξη» που αρνείται την παρέμβαση οποιουδήποτε στρατιώτη (ο «καλός ναζί») στον απεγκλωβισμό των γυναικοπαίδων.

Πάντως η εκδοχή της πρώτης «παράταξης» θα κάνει την εμφάνισή της στη Βουλή των Ελλήνων ήδη το 1946, όταν αυτή θα τιμήσει την τρίτη επέτειο του Ολοκαυτώματος. Στη συνεδρίαση της 13.12.1946 ο βουλευτής του νομού Αχαΐας με το Λαϊκό Κόμμα Θεόδωρος Κώης μεταξύ των άλλων θα αναφέρει:

«Δεν ανεμένετο, από ουδένα, ότι επρόκειτο να πάθουν τίποτε οι κάτοικοι. Από της εσπέρας της προηγουμένης όμως, οι Ούννοι, περιεκύκλωσαν αυστηρώς την πόλιν και την πρωίαν της επομένης υπέβαλον εις τους κατοίκους, να συγκεντρωθώσι εις την πλατείαν της πόλεως. Εκεί προέβαινον εις τον τραγικόν χωρισμόν των γυναικών και των παίδων από του άρρενος πληθυσμού και τας μεν γυναίκας ενέκλεισαν εις το κτίριον του δημοτικού σχολείου, τους δε άνδρας ωδήγησαν εις τον τόπον του μαρτυρίου. Μετά ταύτα έθεσαν πυρ εις το κτίριον του σχολείου, ίνα καύσωσιν τα γυναικόπαιδα. Στρατιώτης, όμως τις, του οποίου η ανθρωπίνη συνείδησις εξήφθη, ήνοιξε τα θύρας και ο πληθυσμός εκείνος των γυναικοπαίδων, αλλόφρων κατέφυγεν εις τας παγεράς όχθας του ποταμού.»

Στο ίδιο κλίμα θα μιλήσει στην ίδια συνεδρίαση και ο βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων Φωκίων Ζαΐμης τονίζοντας μεταξύ των άλλων και τα εξής:

«Εις το σχολείον το δράμα ήτο επίσης φρικιαστικόν. Το πυρ μετεδόθη εις την στέγην και εκινδύνευον τα γυναικόπαιδα να καούν ζωντανά. Εκείνην την ώρα, ένας στρατιώτης, ουχί γερμανικής καταγωγής, ο οποίος εφύλασσε την οπισθίαν θύραν, την ήνοιξε, διότι ελυπήθη τας μητέρας, αι οποίαι έριχναν τα παιδία των από το παράθυρον δια να τα σώσουν, έστω και ακρωτηριασμένα. Και εξεχύθη ο γυναικόκοσμος εκτός του σχολείου, και εσώθη ως εκ θαύματος, διότι μετά τρία λεπτά κατέπεσεν η στέγη και εκάη το σχολείον ολόκληρον.»

Ο «στρατιώτης τις» του Κώη είναι ο αμφισβητούμενος «καλός ναζί» της μεταπολιτευτικής περιόδου που για ιδεολογικούς λόγους δεν νοείται να υφίσταται. Διότι, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, όλο το προσωπικό της Βέρμαχτ είναι «ναζί» και «καλός ναζί», ως contradictio in terminis, μπορεί να υπάρξει μόνον στη νοσηρή φαντασία κάποιων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που έργο τέχνης που αφορά τη δεκαετία του ’40 ξεσηκώνει στην Ελλάδα αντιδράσεις και διαμαρτυρίες, όχι λόγω της ποιότητάς του, αλλά λόγω της μη συμβατότητας του περιεχομένου του με την εικόνα της ιστορίας, έτσι όπως την επιθυμεί και την προβάλλει συστηματικά ένας συγκεκριμένος πολιτικο-ιδεολογικός χώρος, ευρύτερος σε κάθε περίπτωση από το κομμουνιστικό κόμμα, τον δημιουργό και καθοδηγητή των αντιστασιακών οργανώσεων της Αριστεράς στην περιοχή των Καλαβρύτων όταν συνέβη το Ολοκαύτωμα.

Οι αντιδράσεις για το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη «Ελένη», η έμμεση «απαγόρευση» του γυρίσματος της ομόλογης ταινίας στην Ελλάδα, η άρνηση Ελλήνων ηθοποιών να συμμετάσχουν σ’ αυτή, η παρεμπόδιση της προβολής της, είναι απτά δείγματα της αντίληψης που έχουν ορισμένοι κύκλοι για το ρόλο και τα περιθώρια ελευθερίας της τέχνης και τεκμήρια της πίεσης που ασκείται από τους κύκλους αυτούς για τον εξοστρακισμό από τον δημόσιο χώρο εικόνων για το παρελθόν που αμφισβητούν την ιδεολογική τους ηγεμονία στο πεδίο της Ιστορίας από το 1974 και εξής.

Η κινηματογραφική ταινία «Καλάβρυτα 1943» δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτή τη μεταχείριση. Τα πάντα – είτε είναι προϊόντα τέχνης, είτε απομνημονεύματα, είτε ιστορικά δοκίμια – υπόκεινται σε σύγκριση με την «ορθή» εικόνα, αυτή που υπηρετεί τις πολιτικές επιδιώξεις του χώρου. Δεν πρόκειται για μια γενική κριτική στάση απέναντι σε περιγραφές του παρελθόντος που πάσχουν από πλευράς τεκμηρίωσης, αλλά για πολεμική εναντίον συγκεκριμένων περιγραφών που θολώνουν την εγκεκριμένη από την συλλογικότητα εικόνα αυτού του παρελθόντος.

Έτσι π.χ. όταν σε κάποιο λογοτεχνικό κείμενο, π.χ. ιστορικό μυθιστόρημα, υπάρχουν ανακρίβειες – όπως ότι στις εκτελέσεις στα Καλάβρυτα συμμετέχουν ενεργά ταγματασφαλίτες, η αγριότητα των οποίων φρενάρεται από «καλούς ναζί» – οι ίδιοι κύκλοι που ξεσηκώνουν διαμαρτυρίες για τη σκηνή του «καλού ναζί» στην επίκαιρη ταινία, δεν έχουν λόγο να διαμαρτυρηθούν και δεν διαμαρτύρονται.

Η λογοτεχνική αδεία ιστορική ανακρίβεια σε αυτή την περίπτωση κρίνεται ότι υπηρετεί καλύτερα τους πολιτικούς στόχους του χώρου από την αυτοδέσμευση του παραγωγού του λογοτεχνικού κειμένου να κινηθεί εντός του πλαισίου των πραγματικών ιστορικών γεγονότων, όταν αναπλάθει την καθημερινότητα των χαρακτήρων του δημιουργήματός του.

Όσο για τις περιγραφές και τις ερμηνείες των γεγονότων πριν και κατά τη διάρκεια του μακελειού των Καλαβρύτων και της γύρω περιοχής από άνδρες της 117 γερμανικής μεραρχίας καταδρομών που δεν αυτοπροβάλλονται ως προϊόντα τέχνης, αλλά ως απόπειρες ανασύνθεσης της ιστορικής πραγματικότητας, η αμφισβήτηση και η πολεμική από τους ίδιους κύκλους είναι γνωστή ήδη από πολύ παλιά και ακολουθεί μέχρι σήμερα ένα πολύ συγκεκριμένο μοτίβο, είτε πρόκειται για την επίθεση μέσα στη Βουλή τον Οκτώβριο του 1959 εναντίον του Παναγιώτη Κανελλόπουλου για όσα δήλωσε για τη σχέση της απίστευτης σε αγριότητα εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων από άνδρες του ΕΛΑΣ πάνω από το χωριό Μάζι με την εκτέλεση των Καλαβρυτινών λίγες μέρες αργότερα, είτε πρόκειται για τον Μαζάουερ που ερμηνεύει τη σφαγή στα πλαίσια των γερμανικών αντιποίνων, είτε πρόκειται για των «γιό του Ναζί», όπως για ευνόητους λόγους τιτλοφορείται από τους εν λόγω κύκλους ο Χέρμαν Φρανκ Μάγιερ που ασχολήθηκε όσο κανείς άλλος στη διδακτορική του διατριβή με τα Καλάβρυτα, είτε πρόκειται για «συναγωνιστές» και «συντρόφους» από τον ίδιο ιδεολογικό χώρο που περιγράφοντας τη σφαγή των Καλαβρύτων υποπίπτουν σε «ανακρίβειες» του τύπου ότι η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ έγινε πριν από την 13η Δεκεμβρίου, ενώ το «ορθό» είναι ότι αυτή έγινε τα βράδυ της ίδιας μέρα ή αργότερα.

Κοντεύουν ενενήντα χρόνια από την αδιανόητη εγκληματική ενέργεια της μαζικής σφαγής αθώων ανθρώπων στα Καλάβρυτα και τα γύρω χωριά από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής στα πλαίσια μιας εκκαθαριστικής επιχείρησης συνδυασμένης με την επιβολή αντιποίνων για την εκτέλεση Γερμανών αιχμαλώτων και τραυματιών σε μάχη με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.

Και όμως, ορισμένοι περιφρουρούν πολύ άνετα μια βολική «εικόνα» για τα γεγονότα, σαν να μην είχε παραχθεί στο μεταξύ διάστημα ιστορική γνώση μέσα από αντίστοιχες μελέτες και έρευνες. Πρόκειται για εμμονή στη συντήρηση μιας «εικόνας» όχι επειδή τα γεγονότα την επιβάλλουν, αλλά επειδή κάποιοι θέλουν τα γεγονότα διαφορετικά, τέτοια που να την δικαιολογούν. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση.

H μαζική σφαγή 22.000 Πολωνών αιχμαλώτων στο δάσος του Κατύν από άνδρες της NKVD μετά από κεντρική εντολή έλαβε χώρα την άνοιξη του 1940, τρία χρόνια πριν από τη σφαγή των Καλαβρύτων. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχουν δοθεί στη δημοσιότητα σοβιετικά τεκμήρια που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για το ποιος διέταξε, για ποιο λόγο, αλλά και ποιος διέπραξε με ποιον τρόπο το έγκλημα.

Στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη αγκιτάτορες περιωπής που διαδίδουν ότι η σφαγή έγινε από τους Ναζί και ότι κάποιοι επιχειρούν με ψεύδη για την εν λόγω σφαγή να εξομοιώσουν ως προς τις μεθόδους και την αγριότητα τον Χίτλερ με τον Στάλιν, τον πατέρα του μεγάλο πατριωτικού πολέμου εναντίον των Ναζί.

Όταν βρίσκονται ακόμη άνθρωποι να υπερασπίζονται την σταλινική εικόνα για τη σφαγή του Κατύν, χωρίς να χάνουν την αξιοπιστία τους μέσα στα ακροατήρια για τα οποία εργάζονται, γιατί φαίνεται περίεργο ότι υπάρχουν επίσης άνθρωποι στην Ελλάδα που φιλοτεχνούν μια εικόνα για τα Καλάβρυτα που να έχει απαραιτήτως μέσα τα εξής στοιχεία:

(α) η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων στη θέση Μαγέρου στο Χελμό έλαβε χώρα μετά τις 13.12.1943 και επομένως δεν συνδέεται με τη σφαγή των Καλαβρύτων (εδώ τσιτάρουν Πυρομάγλου)

(β) η εκτέλεση των τριών Γερμανών τραυματιών στα Καλάβρυτα λίγες ημέρες μετά τη μάχη της Κερπινής (17-17 Οκτωβρίου 1943) από την ΟΠΛΑ (όταν αυτή αναφέρεται, διότι κατά κανόνα αποσιωπάται) δεν συνδέεται με τη σφαγή των Καλαβρύτων

(γ) και για τις δύο εκτελέσεις των Γερμανών αιχμαλώτων τη διαταγή την έδωσαν οι Άγγλοι πράκτορες στην περιοχή ως «προβοκάτσια» εναντίον του ΕΛΑΣ

(δ) στην εκτέλεση των αμάχων στα Καλάβρυτα και τα γύρω χωριά από τις 8 μέχρι τις 14.12.1943 συμμετείχαν άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας που μεταφέρθηκαν ειδικά για τον σκοπό από άλλους νομούς στην περιοχή (εδώ τσιτάρουν Λίπερ).

Κάτω από αυτές τις συνθήκες πώς είναι δυνατόν να φαντάζεται κανείς ότι οποιοδήποτε δημιούργημα, έργο τέχνης ή ιστορικό δοκίμιο, θα μπορούσε να ξεφύγει από την πολεμική των φρουρών μιας συγκεκριμένης «εικόνας» για το παρελθόν;

Το ζήτημα όμως δεν είναι με την ετοιμότητα των «εικονολατρών» να υπερασπίζονται μια εικόνα για το παρελθόν που τους εξυπηρετεί. Αλλά με τα ακροατήρια που τους παίρνουν στα σοβαρά και μπαίνουν σε διάλογο μαζί τους.

Μεγάλη ευθύνη όμως γι αυτό έχει το σχολείο και όσοι ρυθμίζουν τα του σχολείου, συμπεριλαμβανομένης της διδασκαλίας της σύγχρονης Ιστορίας. Το βασικό καύσιμο των «εικονολατρών» αυτού του τύπου είναι η άγνοια, η απουσία ιστορικής παιδείας των υποψηφίων θυμάτων του λόγου τους.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.