Η υπόθεση Ζαχαρία Κωστόπουλου/JackieOh

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Χριστιάννα Δ. Λιούντρη

Διεθνολόγος – Νομικός

Γνώρισα τον Ζαχαρία Κωστόπουλο – JackieO όπως οι περισσότεροι από εμάς: μέσα από το βίντεο το οποίο κατέγραψε τα γεγονότα επί της οδού Γλάδστωνος. Υπήρξε και υπάρχει μεγάλη συζήτηση στην κοινωνία και ειδικά στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κι αυτή η συζήτηση τίθεται σε λανθασμένη βάση. Η υπόθεση αγγίζει θέματα αρχής, τα θεμέλια της φιλελεύθερης Δημοκρατίας και η ανάλυση που ακολουθεί επιχειρεί ακριβώς να αποσαφηνίσει την ουσία του ζητήματος.

Στο Σύνταγμά μας, στο άρθρο 2§1, ορίζεται ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου. Εκάστου ανθρώπου. Πρόκειται για μία αδιαβάθμητη αρχή η οποία διαπνέει την ερμηνεία κάθε συνταγματικής διάταξης και τη μορφή του Πολιτεύματος. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος έχει αξία απλά και μόνο από το γεγονός ότι είναι άνθρωπος και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιος από όλους τους υπόλοιπους.

Η αυταξία του ατόμου μεταφράζεται στο ότι κάθε ανθρώπινη ζωή μετράει. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η ζωή του τάδε ή του δείνα έχει λιγότερη ή περισσότερη σημασία, ιδίως εφαρμόζοντας ένα κριτήριο «κοινωνικής χρησιμότητας». Αυτή είναι η αρχή της ισότητας η οποία διασφαλίζει ότι η αξία του ατόμου δεν τίθεται υπό τον όρο της συμμόρφωσης με ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς.

Η αρχή της ισότητας συμπληρώνεται από την αρχή της ελευθερίας η οποία αναλύεται στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και στον ελεύθερο καθορισμό της προσωπικής ευτυχίας του καθενός μας. Οι δύο αρχές είναι παρακολουθήματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τη φιλελεύθερη Δημοκρατία ως μέσα πραγμάτωσης του ατόμου.

Η έκφραση της ταυτότητας φύλου ή της σεξουαλικής προτίμησης είναι πράξη ελευθερίας, συνταγματικά κατοχυρωμένης. Το να μην στοχοποιείσαι και να μην διώκεσαι για αυτή την πράξη ελευθερίας σου σχετίζεται με την αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει στο κράτος και στους συμπολίτες σου να σε αντιμετωπίζουν ως άτομο που έχει εγγενή αξία. Η συμβίωση σε συνθήκες ελευθερίας και ισότητας επιτυγχάνεται μέσω του σεβασμού των δικαιωμάτων όλων και η κοινωνία συγκροτείται γύρω από το καθήκον μη βλάβης (ως άτομο, έχω απαίτηση από τον συνάνθρωπό μου να με αναγνωρίσει ως πρόσωπο και να μην με βλάψει).

Στην υπόθεση Κωστόπουλου, είδαμε να παραβιάζονται οι παραπάνω παραδοχές ευθύς εξαρχής από τους ανθρώπους που τον λίντσαραν. Η συλλογιστική ήταν/είναι ότι ο άνθρωπος (σσ. ο Κωστόπουλος) δεν ήταν παρά ένα «πρεζάκι» το οποίο ευρισκόμενο σε κατάσταση στερητικού συνδρόμου, μπήκε στο κοσμηματοπωλείο για να ληστέψει και κατά συνέπεια, προκάλεσε αυξημένο φόβο στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος, μαζί με τον φίλο του που έτρεξε να τον συνδράμει, προχώρησαν σε δικαιολογημένες πράξεις άμυνας, οι οποίες κατέληξαν στο θάνατό του.

Από το βίντεο που έχει δοθεί στην δημοσιότητα, αυτό που βλέπουμε στην συμπεριφορά των δύο ανθρώπων είναι κάτι παραπάνω από πράξεις άμυνας, είναι λιντσάρισμα, είναι μίσος. Η στάση τους εκείνη τη στιγμή ενδεικνύει τη στάση τους απέναντι στη ζωή: το «πρεζάκι» δεν έχει αξία, έχει λιγότερη από την περιουσία – η ζωή σταθμίστηκε απέναντι στο υλικό αγαθό και έχασε.

Περαιτέρω, στη συγκεκριμένη συνθήκη η όλη ύπαρξη του ατόμου που κείται στο πεζοδρόμιο και λιντσάρεται, εξυπηρετεί αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο φαντασιακό των δραστών μέσω του οποίου επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν την αυτοεικόνα και την ταυτότητά τους: ο ισχυρός λευκός άντρας, προστάτης της οικογένειας και της περιουσίας, στέκεται αμείλικτος και ατρόμητος απέναντι στον κίνδυνο, τον οποίο και εξουδετερώνει πλήρως – το θύμα έχει χάσει την διακριτότητά του ως άτομο, έχει εξομοιωθεί με ένα αντικείμενο, χωρίς δικαιώματα και χωρίς αισθήματα.

Στην δίκη που ξεκίνησε μετά από αναβολές πριν μερικές ημέρες, η υπερασπιστική τακτική που ακολουθούν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων κατατείνει στο να στρέψει την προσοχή στον χαρακτήρα και τον βίο του νεκρού, ιδίως στον σεξουαλικό προσανατολισμό του και στην πιθανολογούμενη από πλευράς τους χρήση ναρκωτικών ουσιών, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για πληροφορίες που οι κατηγορούμενοι σε καμία περίπτωση δεν γνώριζαν ούτε και θα μπορούσαν να γνωρίζουν τη στιγμή που αποφασίζουν να στραφούν εναντίον του και να τον σαπίσουν στο ξύλο.

Αυτό που επιχειρείται να αποσιωπηθεί είναι ότι οι κατηγορούμενοι εκείνη τη στιγμή και χωρίς να έχουν καμία προηγούμενη επαφή με το θύμα, αποφάσισαν ότι η ζωή του είχε λιγότερη αξία επειδή επρόκειτο απλώς για ένα «πρεζάκι» που τόλμησε να βρεθεί στο δρόμο τους κι «έλα μωρέ, ποιος μπορεί να νοιάζεται για αυτό το σκουπίδι;». Αποκρύπτεται έτσι το ότι οι κατηγορούμενοι παραβίασαν τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους εντός του κράτους Δικαίου.

Σκοπός των συνηγόρων; Να νομιμοποιήσουν την πράξη των εντολέων τους και να πείσουν το ακροατήριο (και την κοινή γνώμη) για την περιορισμένη «κοινωνική χρησιμότητα» του συγκεκριμένου ατόμου. Να σημειωθεί ότι η κοινωνική χρησιμότητα αποτέλεσε το κριτήριο με βάση το οποίο το φασιστικό καθεστώς του Χίτλερ έστελνε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τα Άτομα με Ειδικές Ανάγκες, τους ομοφυλόφιλους και τους Ρομ(α).

Σε αυτή την υπόθεση υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που θίγεται και έχει να κάνει με το ποιος αναλαμβάνει την προστασία των αγαθών που αναγνωρίζει η Πολιτεία μέσω του Συντάγματος και των νόμων ως άξια προστασίας (ενδεικτικά ως τέτοια αναγνωρίζονται η ζωή και η περιουσία).

Τα άρθρα 6 και 7 του Συντάγματος αποτελούν τις εγγυήσεις της ελευθερίας:το μονοπώλιο της βίας ανήκει στο κράτος και η δίωξη του εγκλήματος έχει ανατεθεί σε συγκεκριμένα κρατικά όργανα τα οποία έχουν την υποχρέωση να τηρούν συγκεκριμένες διαδικασίες.

Η πρόβλεψη διαδικασίας και η υποχρέωση τήρησής της εκ μέρους των κρατικών οργάνων είναι η πρακτική εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας, η οποία περιορίζει την κρατική δράση αποκλειστικά σε αυτά που προβλέπονται από τον νόμο και αποκλειστικά με τον τρόπο με τον οποίο ορίζει ο νόμος.

Κρατικά όργανα τα οποία δεν σέβονται την αρχή της νομιμότητας όπως εξειδικεύεται μέσα από τους κανόνες που διέπουν την δράση τους ναρκοθετούν την νομιμοποίηση του κράτους ως θεσμού. Η μηχανική της ίδρυσης και λειτουργίας των κρατών στοχεύει στη διαμόρφωση και διατήρηση των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέπουν σε κάθε άτομο να επιδιώξει την ευημερία και την ευτυχία του, όπως εκείνο την ορίζει.

Οι αστυνομικές αρχές, ως υπεύθυνες διασφάλισης της τάξης και της ασφάλειας που αποτελούν προϋποθέσεις για την άσκηση της ελευθερίας, δεν κείνται υπεράνω του Συντάγματος και των νόμων. Δεσμεύονται από αυτά.

Πέραν όμως αυτού, επειδή ακριβώς είναι αυτές που τα υπερασπίζονται, είναι πρώτες εκείνες που οφείλουν να τηρούν κατά γράμμα τις επιταγές τους, να συμμορφώνονται πλήρως με τα προβλεπόμενα και να επιδιώκουν κιόλας την επιβολή αυστηρών μέτρων ελέγχου για τη δράση των αστυνομικών υπαλλήλων ώστε να διασφαλίζεται ότι η αστυνομική βία ασκείται εντός των κανόνων και των ορίων της έννομης τάξης. Αυτό εμπεδώνει την αίσθηση ασφαλείας του πολίτη και μπορεί να ακυρώσει την κατηγορία εις βάρος της αστυνομίας για κατάχρηση του μονοπωλίου της βίας.

Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας υπάρχει σοβαρή άγνοια των αρχών πάνω στις οποίες δομείται η συμβίωσή μας και του πλαισίου εντός του οποίου αναπτύσσεται η δράση μας και η συναναστροφή μας με τους άλλους.

Το μιντιακό κατεστημένο και η ρητορική συγκεκριμένων πολιτικών χώρων έχουν τεράστια ευθύνη για την κατάσταση αυτή και για τη διαιώνισή της. Το να μην τίθεται η συζήτηση στο επίπεδο των αρχών έχει ως αποτέλεσμα να εδραιώνεται η αντίληψη ότι η δράση της αστυνομίας αναπτύσσεται σε ένα εξωνομικό πλαίσιο, αντίληψη η οποία μας παραπέμπει σε πολύ σκοτεινές στιγμές της ιστορίας της χώρας.

Κυρίως και πρωτίστως όμως, καλλιεργείται η πεποίθηση ότι υπάρχει ένας και μόνο ενδεδειγμένος δρόμος για την ευτυχία, ο οποίος ορίζεται συγκεκριμένα και από συγκεκριμένους, και όποιος παρεκκλίνει, όποιος επιλέγει διαφορετικά, είναι λιγότερο σημαντικός, ένας απόβλητος, και οι υποχρεώσεις μας απεναντί του είναι λιγότερες. Η αντίδραση απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις δεν είναι αριστερισμός, είναι υπεράσπιση του φιλελεύθερου κράτους Δικαίου και δημοκρατικό καθήκον.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.