Η φοβερή ερημία του πλήθους

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

π. Βασίλειος Θερμός

Ψυχίατρος παιδιών καί εφήβων. Δρ. Θεολογικής Σχολής του Παν/μιου Αθηνών. Αναπληρωτής καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών

Οι κοινωνίες των ανθρώπων έχουν ανάγκη από ιδανικά, από κάτι που θα τις συνεπάρει. Αυτή η τόσο υγιής συνθήκη, όταν εκφυλιστεί μετατρέπεται σε συλλογική εμμονή. Και, όπως η πείρα δείχνει, συμβαίνει συχνότερα να εκφυλίζεται παρά να λειτουργεί υγιώς.

Στη ζωή μου μπορώ να θυμηθώ περιόδους τις οποίες τυραννούσε την Ελληνική κοινωνία ένα συλλογικό πάθος για κάτι, απέναντι στο οποίο ήταν σχεδόν αδύνατο να εναντιωθείς. Οι ιστορικοί μας πληροφορούν και για παρόμοιες τάσεις άλλων εποχών. Πρόκειται για την αδυσώπητη δύναμη του μαζικού συναισθήματος.

Μιλώ για καταστροφικές εμμονές. Εν μέσω αυτών κάποιες ιδέες απλά δεν ακούγονται, τις σκεπάζει η βουή του ορμητικού και ξεχειλισμένου χειμάρρου της Ιστορίας. Όποιον διατυπώσει μια διαφωνία το πολύ-πολύ να τον κοιτάξουν περίεργα, σαν γραφικό ή ενοχλητικό. Μια θέση που σήμερα μοιραζόμαστε οι περισσότεροι ως αυτονόητη, τότε μάτωνε πασχίζοντας να φτάσει στα αυτιά των ανθρώπων. Καμιά φορά μάτωναν και οι φυσικοί φορείς της…

Κάποια παραδείγματα. Στην περίοδο από τη λήξη του Εμφυλίου έως τη δικτατορία η δημόσια εμμονή είχε ως περιεχόμενο τον αντικομμουνισμό. Ήταν τέτοιου βαθμού η φοβία και το μίσος ώστε δεν περιοριζόταν μόνο στη Δεξιά αλλά υποχρέωνε και τους πολιτικούς της Ένωσης Κέντρου να εκφράζονται κατά της Αριστεράς, από την αγωνία μήπως καταποντισθούν πολιτικά. Αληθινό περιστατικό: τη δεκαετία του ’50 σε μια επαρχιακή πόλη ένας ιερέας κάποια Κυριακή φόρεσε κόκκινα άμφια. (Σύνηθες, όλα τα χρώματα χρησιμοποιούνται). Το αποτέλεσμα ήταν ότι έγινε αντικείμενο συζήτησης από εθνικόφρονες συζύγους αξιωματικών οι οποίες εκκλησιάσθηκαν: ‘Τι ήταν αυτό; Επιτέλους δεν είχε κάποιο άλλο χρώμα να φορέσει;’!

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ η ‘Αυριανή’ ηγήθηκε μιας σαρωτικής επέλασης τραμπουκίζοντος λαϊκισμού, εντός της οποίας πώς να ακουστούν ψύχραιμες φωνές που θα ζητούσαν νηφαλιότητα και σεβασμό στους θεσμούς της δημοκρατίας; Το νοσηρό αυτό φαινόμενο αποτελεί μέρος και καρπό του γενικότερου μεταπολιτευτικού κλίματος το οποίο έτεινε να συνδέει την πολυπόθητη ελευθερία με την ανομία. Απόρροια όλων αυτών υπήρξε ο πανθομολογούμενος εκπασοκισμός όλων των κομμάτων, τα οποία δεν άντεξαν τη λαίλαπα του πλήθους. Του πλήθους ως ψυχολογικής πραγματικότητας, όχι ως ποσοτικού χαρακτηριστικού.

Εν τω μεταξύ η κεκτημένη ταχύτητα να απορριφθεί οτιδήποτε κακομεταχειρίστηκε η δικτατορία οδήγησε σε εγκατάλειψη του εθνικού ύμνου και σε εξαφάνιση της σημαίας από τα μπαλκόνια των σπιτιών. Επί δεκαετίες τα εθνικά σύμβολα παραχωρήθηκαν στους ακροδεξιούς, προσφάτως και στους νεοναζιστές, η δε ανάκρουσή του και έπαρσή της (αντίστοιχα) θεωρήθηκαν ασφαλές σημάδι εθνικισμού. Σε σημείο που έφτασε να αγανακτήσει και η (αριστερή) Έλενα Ακρίτα, γράφοντας άρθρο με τίτλο ’Την Ελληνική σημαία και τα μάτια μας’!

Γεγονός που κατέγραψα το 2008: Στο δελτίο ειδήσεων της ΕΤ1 (Κυριακή 17 Φεβρουαρίου, ώρα 11 μ.μ.) το θέμα της κακοκαιρίας απασχόλησε τα πρώτα 30 λεπτά του δελτίου! Στη συνέχεια η ανακήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσόβου τα επόμενα 8 λεπτά, ενώ τα αποτελέσματα των τότε προεδρικών εκλογών της Κύπρου αναφέρθηκαν στις 11.38!

Αναλογισθείτε: οι δηλώσεις ανθρώπων για το ύψος του χιονιού στην αυλή τους ή χειριστών μπουλντόζας για το μέγεθος της κακοκαιρίας, θεωρήθηκαν είδηση με προτεραιότητα απέναντι στις εκλογές που αγγίζουν ένα σημαντικό τμήμα του Ελληνισμού. Η ανεξαρτησία του Κοσόβου πιο σημαντική από μια είδηση που δυνητικά θα επηρέαζε τη λύση του Κυπριακού! Σημειώστε ότι αυτό έλαβε χώρα σε κρατικό κανάλι. Από τις «Ντίσνεϋλαντ» των ιδιωτικών τί θα μπορούσε να περιμένει κανείς;

Επιτέλους, κάθε 5 χρόνια γίνονται προεδρικές εκλογές στην Κύπρο! Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ενδιαφέρονται γι’ αυτές περισσότερο από τη δήλωση ρουτίνας της εκάστοτε αντιπολίτευσης για την ανεπάρκεια της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού. Ή μήπως δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άνθρωποι;

Θεωρώ ότι το γεγονός διαθέτει εξαιρετική συμβολική σημασία, εκτός από το γεγονός πως η ελλαδική κοινωνία ενδιαφέρεται για τα εντός των συνόρων και όχι για τον Ελληνισμό, για την βολή της καθημερινότητας και όχι για τις προοπτικές του έθνους. Με άλλα λόγια, οι συλλογικές εμμονές ενδέχεται ενίοτε να αφορούν και σε μια απουσία: η εγκατάλειψη του Κυπριακού είναι μία από αυτές.

*

Πώς δημιουργούνται οι συλλογικές εμμονές; Τι τις τροφοδοτεί επί πολλά χρόνια; Κάτι περισσότερο: ποιες είναι οι δυνάμεις που επιτυγχάνουν να αλώσουν τα πλήθη σε βαθμό που άλλες απόψεις, συχνά ούτε η απλή λογική, όχι μόνο δεν εισακούονται, αλλά ούτε καν ακούγονται;

Το φαινόμενο έχει μελετηθεί καλά στον ολοκληρωτισμό (Ναζιστική Γερμανία, Σοβιετική Ένωση), αλλά όχι στις ηπιότερες μορφές του οι οποίες εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα σε δημοκρατικές κοινωνίες. Επειδή σε αυτές δεν δείχνει τόσο άγρια τα δόντια του, διαφεύγει της προσοχής μας.

Ο ορυμαγδός της Ιστορίας μοιάζει να προελαύνει ανίκητος, σαν να απαιτεί να χορτάσει ώστε κάποτε να κοπάσει. Ενίοτε πρέπει να παρέλθει μια ολόκληρη γενιά ώστε να εισέλθει και μια άλλη, πιο νηφάλια άποψη, στο οπτικό πεδίο της κοινωνίας. Είναι σαν να χρειάζεται η φυσική έκλειψη των ατόμων που τους συνεπήρε η συλλογική τρέλα, η μαζική τύφλωση. Ή σαν να είναι αναπόφευκτη η διαπίστωση μιας αποτυχίας προκειμένου να γίνει χώρος να εξετασθούν εναλλακτικές ιδέες.

Όσο διαρκεί ο πυρετός μιας συλλογικής εμμονής κυριαρχούν κάποιοι ψυχοκοινωνικοί νόμοι, που βλέπουμε να επαναλαμβάνονται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους με αξιοσημείωτη σταθερότητα:

Το πλήθος είναι επιρρεπές σε διχοτομική λογική, άσπρο ή μαύρο. Μισεί τις αποχρώσεις, οι οποίες όμως κάνουν τη ζωή να προχωράει και να είναι όμορφη.

Το πλήθος είναι σαρκοφάγο, θέλει να κατασπαράζει ζωές και υπολήψεις.

Το πλήθος διακινεί φήμες και προτιμά επιγραμματικούς τίτλους ειδήσεων, δηλαδή απεχθάνεται την εμπεριστατωμένη ενημέρωση.

Το πλήθος άγεται και φέρεται σαν φουσκωμένο ποτάμι προς μια ιδέα που εμφανίζεται σαν ‘Η’ λύση και επαναλαμβάνεται από ηχεία της δημόσιας ζωής.

Το πλήθος αγαπά τα συνθήματα και τα στερεότυπα.

*

Εν ολίγοις, το πλήθος δεν είναι ποσοτικός προσδιορισμός αλλά ποιοτικό χαρακτηριστικό. Είναι μια μεγάλη ομάδα που λειτουργεί με ειδικούς νόμους. Κάτι παραπάνω: το πλήθος έχει μέλη, αλλά τη δύναμή του αντλεί κυρίως από όσους το ανέχονται!

Πολλοί αξιόλογοι και σοβαροί πολίτες δεν έχουν καμία διάθεση να ενστερνισθούν την εκάστοτε συλλογική εμμονή του πλήθους. Κατ’ ιδίαν, μάλιστα, δυσφορούν και την επικρίνουν. Αλλά δημοσίως σωπαίνουν.

Και σωπαίνοντας χαρίζουν στο πλήθος πρόσθετη ορμή. Είναι η ανοχή τους που του δίνει μακροημέρευση. Ο στίχος του Αναγνωστάκη που μας χάρισε τον σημερινό τίτλο εμπεριέχει και απόπειρες ερμηνείας. Ενδέχεται κάποιος να ζει κανονική ζωή αλλά στον δημόσιο βίο να εντάσσεται πρόθυμα στο πλήθος για να μειώσει την οδύνη της εσωτερικής ερημιάς.

Αλλά εξίσου περιγράφει και την αφόρητη μοναξιά την οποία αισθάνεται όποιος αποφασίσει να αντιταχθεί στο πλήθος.

Μπορούμε να αποτιμήσουμε έναν άνθρωπο μόνο αν λάβουμε υπόψη την εποχή στην οποία έζησε, αν αναλογιστούμε ποιες ήταν οι συλλογικές εμμονές της, αν προσμετρήσουμε σε αυτές τη δική του στάση. Διδάσκεται έτσι η Ιστορία μας;

Εννοείται ότι κανείς μας δεν μπορεί να παραμείνει εντελώς ανεπηρέαστος από την εποχή του. Η ιδιότητα του υπεύθυνου πολίτη, όμως, απαιτεί την επιστράτευση του συνδυασμού λογικής και εντιμότητας, ακόμη και σε στιγμές που όλοι δείχνουν να πιστεύουν το αντίθετο. Ή κυρίως τότε!

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.