Ο θρυλικός Κλιντ Ίστγουντ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Cry Macho. Δραματική περιπέτεια, αμερικανικής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Κλιντ Ίστγουντ, με τον ίδιο και τους Εντουάρντο Μίνετ, Νατάλια Τρέιβεν, Ντουάιτ Γιοακάμ, Φερνάντα Ουρεχόλα κ.ά.

Η επιστροφή του γερόλυκου Κλιντ Ίστγουντ, ως πρωταγωνιστής, εκτός από σκηνοθέτης, δυο χρόνια μετά το «Βαποράκι» κι ενώ έχει πατήσει τα 90, αποτελεί ένα αξεπέραστο κινηματογραφικό ρεκόρ. Όχι, γιατί είναι ο γηραιότερος πρωταγωνιστής που έπαιξε σε ταινία, αλλά γιατί είναι ο γηραιότερος σταρ που κρεμιέται πάνω του ένα φιλμ και μάλιστα περιπέτεια. Ένα δραματικό νέο-γουέστερν με το οποίο κάνει τον απαραίτητο απολογισμό και αυτοκριτική της μακροχρόνιας σταδιοδρομίας του και ζητά με ένα δημιουργικό τρόπο τη συγχώρεση για τα όποια λάθη του.

Ο ακατάβλητος Ίστγουντ πιάνει ένα μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Νας, που η κινηματογραφική του περιπέτεια ξεκίνησε από το μακρινό 1975, όταν προσπάθησε να το διασκευάσει ο Ρόι Σάιντερ, αλλά το σχέδιο έμεινε στα χαρτιά, το εμπιστεύεται στον συνεργάτη του σεναριογράφο Νικ Σενκ («Gran Torino») και το απογειώνει, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά την φιλμική του τριλογία- το καταστάλαγμα μιας ζωής.

Κι αυτό γιατί ο Ίστγουντ, το σύμβολο του λευκού Αμερικανού μοναχικού ήρωα, παρατηρεί αποσβολωμένος την εξέλιξη της ιστορίας, της ανθρωπότητας, των ΗΠΑ και εμφανώς διαφωνεί με πολλά απ’ όσα έπαιξε και γύρισε, ορισμένους λόγους που τον έκαναν είδωλο, στερεότυπα που υπηρέτησε. Μια τριλογία, που ξεκίνησε με το συγκλονιστικό, και μια από τις σημαντικότερες δημιουργίες του, το «Gran Torino», και τον Ίστγουντ, πλήρως απογοητευμένο από τον «σαπιοκοιλιά» γιο του, τον Αμερικανό που ζει για να μαζεύει χρήματα, αλλά και τα ανόητα εγγόνια του, να προτιμά να χαρίσει το δικό του σύμβολο, το όνειρό του, μια συλλεκτική Φορντ Γκραντ Τορίνο του 1972, σε ένα νεαρό Κορεάτη, ελπίζοντας ότι έστω θα την πάει λίγο παραπέρα. Στο συμπαθές και πιο προσωπικό «Βαποράκι» ο τελευταίος θρύλος εν ζωή, ζητά συγνώμη από την οικογένειά του, για την απουσία του, την τρέλα της δουλειάς, τη ματαιοδοξία. Κι εδώ, εν έτει 2021, ο Κλιντ Ίστγουντ, ολοκληρώνει την ανασκόπηση της ζωής του, αλλά και την επανεξέταση ισχυρών δογμάτων με τα οποία μεγάλωσε, πιστεύοντας ότι μπορεί να υπάρξει μέλλον μέσα από τα μάτια και την καρδιά ενός έφηβου Μεξικανού. Κι επιτέλους, βλέπουμε μια ταινία που δεν διαβάλει τον μεξικανικό λαό, αλλά αντιθέτως, αναδεικνύει την ομορφιά και την ψυχή του απλού Μεξικανού και μιας χώρας που το Χόλιγουντ, σε μεγάλο βαθμό, θέλει πηγή κακών, όπως με τη Ρωσία ή τις αραβικές χώρες, σε ένα μακροχρόνιο κρεσέντο ρατσισμού και μισαλλοδοξίας.

Η ταινία μάς γυρίζει στο Τέξας του 1979, όταν ένας παλαίμαχος του Ροντέο, ένας παλιός καουμπόι αναγκάζεται, από μία υποχρέωση που είχε στο πρώην αφεντικό του, να του κάνει μια χάρη, να του φέρει από το Μεξικό τον γιο του, που κακοπερνά δίπλα στη μητέρα του, που την εγκατέλειψε, όπως και το παιδί του, πριν πολλά χρόνια. Ο γεροκαουμπόι θα βρει τον μικρό και καταλαβαίνοντας ότι η μητέρα του τον κακοποιεί για να εκδικηθεί τον πατέρα του θα τον πάρει μαζί του στο δύσκολο ταξίδι της επιστροφής στις ΗΠΑ. Μέχρι που θα εγκλωβιστεί σε ένα μεξικάνικο χωριό και θα γνωρίσει την καλοσύνη, την προσφορά, την ωραιότητα της ψυχής των απλών Μεξικανών και ειδικά μέσα από τη γοητεία μίας μεσήλικης που αντιλαμβάνεται, χωρίς να ξέρει πολλά, ότι ο γεροκαουμπόι και το παιδί θέλουν τη βοήθειά της και τους την προσφέρει απλόχερα.

Στο νέο-γουέστερν αυτό, που η μοναδική διαφορά από το κλασικό γουέστερν, είναι η αντικατάσταση των αλόγων από τα αυτοκίνητα, ο Ίστγουντ δεν κάνει μια δυναμική περιπέτεια -αν και μερικές φορές τής λείπει η απαραίτητη για το είδος ένταση- προτιμά τον λυρισμό, την ανάδειξη τού συναισθηματικού φορτίου που κουβαλά και ρίχνει σταλιά- σταλιά τις εμπειρίες μιας ζωής στο υποδειγματικό σενάριο. Δένει την εφηβική ορμή, τον ψημένο χαρακτήρα ενός ταλαιπωρημένου παιδιού 13 χρόνων, με την ωριμότητα των γηρατειών και σε κάποια στιγμή του λέει με νόημα ότι «αυτά που κάναμε στα νιάτα μας, νομίζοντας ότι είμαστε «μάτσο», ήταν ανοησίες, δεν ξέραμε και αργήσαμε να καταλάβουμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα».

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ταινίας είναι η σκοτεινή φωτογραφία, του μάστορα Μπεν Ντέιβις, πολλά νυχτερινά πλάνα, το λυκόφως με το οποίο λούζει τις σκηνές του. Ο Ίστγουντ, πιθανότατα κλείνει τον τεράστιο κύκλο που άνοιξε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ως ηθοποιός, από το 1971 και ως σκηνοθέτης, με το τελευταίο πλάνο θολό, που παραπέμπει σε όνειρο, ίσως και στη μαγεία της ζωής, να χορεύει ένα λάτιν αργό χορό με την Μεξικάνα Κυρία. Άλλωστε, στο τέλος διαλέγει να παραμείνει στο Μεξικό, να εγκαταλείψει τη «Χώρα της Ελευθερίας».

Η ερμηνεία του Κλιντ Ίστγουντ, για την ηλικία του, είναι εντυπωσιακή, στεγνή όπως το αποστεωμένο κορμί του, δεν κρύβει το γήρας του, αλλά βασίζεται σε αυτό και στέλνει το μήνυμα ότι τουλάχιστον αυτός δεν έχασε την ψυχή του. Καλές ερμηνείες και από τους υπόλοιπους δουλεμένους χαρακτήρες, συμπαθής ο νεαρός που παίζει δίπλα του, ενώ, για να μην υπάρχουν εσφαλμένες εντυπώσεις, ο «Μάτσο» είναι ένα ζωηρό κοκοράκι, σταρ στις κοκορομαχίες….

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας πάλαι ποτέ θρυλικός σταρ του ροντέο, γερασμένος πια, εκτρέφει άλογα. Το παλιό αφεντικό του τού ζητάει μία τελευταία χάρη: να διασχίσει τα σύνορα με το Μεξικό και να μεταφέρει παράνομα τον μικρό του γιο στο Τέξας και την μητέρα του. Αυτό το ταξίδι θα είναι γεμάτο εκπλήξεις, στιγμές αντρικής – πατρικής φιλίας και εκπλήξεις.

ΑΠΕ

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.