«Τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους»

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής

Η διεθνής κοινή γνώμη παρακολούθησε έκπληκτη την ταχύτητα, με την οποία επέβαλαν την κυριαρχία τους οι Ταλιμπάν στην αφγανική επικράτεια, της αποχωρήσεως των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων επελθούσης.

Είναι πρόδηλο πως τούτων δοθέντων η Ουάσιγκτον, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, δέχθηκε ένα καίριο πλήγμα αξιοπιστίας σε ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνοπολιτικό σύστημα, στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Το πλήγμα στο κύρος της υπερδύναμης ξυπνά, τηρουμένων των αναλογιών, μνήμες Βιετνάμ, όπου στη μια περίπτωση οι Αμερικανοί έφυγαν ηττημένοι επί του πεδίου, ενώ σήμερα, στην περίπτωση του Αφγανιστάν αποσύρονται, αποτυγχάνοντας μετά από παρουσία δύο δεκαετιών να επιβάλουν την πολιτική τους βούληση και να επιτύχουν τους στρατηγικούς τους στόχους.

Οι εξελίξεις που έλαβαν χώρα αναφορικά προς την αποχώρηση της υπερδύναμης από το Αφγανιστάν υπομιμνήσκουν εν πρώτοις το καβαφικό «τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους», δηλαδή ποιος θα αναλάβει τον ρόλο της παρουσίας κυρίαρχου ηγεμονικού σταθεροποιητή στην περιοχή.

Επ’ αυτού αναμφιβόλως προβάλλουν ως έχουσες τον πρώτο λόγο Μόσχα και Πεκίνο, παρά του ότι τον ρόλο αυτό διεκδικεί με ενεργό ενδιαφέρον και η Άγκυρα, ενώ εν προκειμένω η Ευρώπη εκδηλώνεται ως συλλογικό υποκείμενο, κατά τα αναμενόμενα ανυπάρκτως.

Η Τουρκία κινούμενη εκ του ασφαλούς επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο στα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα, προβάλλοντας τη θρησκευτική συγγένεια με τους Ταλιμπάν, που παραπέμπει στο σουνιτικό Ισλάμ, ως στοιχείο που την καθιστά δυνητικά συνομιλητή τους, αλλά και τη γεωγραφική της εγγύτητα, αναπτύσσοντας την ιδέα της γέφυρας μεταξύ δύσης και Αφγανιστάν, προπάντων σε ότι αφορά στις διαγραφόμενες εξελίξεις της επόμενης μέρας.

Είναι σαφές πως αναφορικά προς το προσφυγικό και τις αναμενόμενες ορδές μετακινούμενων πληθυσμών, η Άγκυρα θα θέσει στην Ευρώπη και τη δύση ευρύτερα ζητήματα οικονομικής ενίσχυσης, διεκδικώντας ταυτόχρονα και γεωπολιτικά ανταλλάγματα έναντι της θέσης της και των αναμενόμενων υπηρεσιών που υποτίθεται ότι θα προσφέρει.

Η Ευρώπη, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως χρηματοπιστωτικό σύστημα και πολύ λιγότερο ως πολιτικός δρών που παράγει στρατηγική, αναμένεται να αρκεστεί στη χρηματική στήριξη της Τουρκίας και ουδέν πέραν τούτου.

Η Ελλάδα, η οποία προβλέπεται να γίνει εκούσα άκουσα δέκτης απρόβλεπτου δυναμικότητας προσφυγικών ροών, οφείλει να θέσει a priori στα ευρωπαϊκά φόρα τα ζητήματα, που αφορούν στον ελλαδικό χώρο και άπτονται της εθνικής, κατά προέκταση δε και της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Δεδομένων των δύσκολων εξελίξεων, που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της Τουρκίας, τα γεγονότα στο Αφγανιστάν είναι σαφές ότι ευνοούν το καθεστώς Ερντογάν ως προς τη διεκδίκηση γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής, τόσο αναβάθμισης, όσο και σταθερότητας. Ουσιαστικά, η αφγανική κρίση τείνει να μετατραπεί από αρνητική εξέλιξη για το διεθνές σύστημα σε επερχόμενο όφελος για το τουρκικό πολιτικό σύστημα.

Σε ότι αφορά στην πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται στο Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν, πέραν της προφανούς επερχόμενης καταστρατήγησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών με συνθήκες απεικονίζουσες μεσαίωνα, πολιτικές εξελίξεις τις οποίες ο δυτικός κόσμος παρακολουθεί, τόσο ανήμπορος, όσο και αδιάφορος, το μέλλον προδιαγράφεται ως εξαιρετικά αβέβαιο και επισφαλές, δεδομένης της αδυναμίας των Ταλιμπάν να λειτουργήσουν ως ενιαία πολιτική δύναμη, που να οικοδομήσει καθεστώς βιώσιμο, ενώ παράλληλα αναμένεται να εκδηλωθούν διάφορες αντιθέσεις, προδήλως φυλετικών διαστάσεων σε ότι αφορά στη διεκδίκηση της εξουσίας ως κυβερνησιμότητα.

Ζητήματα υψίστου ενδιαφέροντος, που άπτονται της επόμενης μέρας στο Αφγανιστάν, επαφίονται στις παρεμβατικές ικανότητες Ρωσίας και Κίνας πρωτίστως και Πακιστάν δευτερευόντως, όπου η μεν Ρωσία θα επιδιώξει σε μια ευνοϊκή για την ίδια συγκυρία να πάρει τη ρεβάνς ενός στρατηγικά τραυματικού παρελθόντος στην περιοχή, διατηρώντας εν είδει θεσμικής μνήμης τον εξαναγκασμό της τότε Σοβιετικής Ένωσης σε απόσυρση από το Αφγανιστάν το 1989, ενώ η Κίνα ως οικονομικός γίγαντας αντικρίζει σήμερα την περιοχή ως επενδυτική terra libera.

Το συμπέρασμα από την κατά τα ανωτέρω διαγραφείσα και εν τοις πράγμασι επελθούσα εξέλιξη, παραπέμπει στη διαπίστωση μιας ανικανότητας, που εμφιλοχωρεί στη δράση των κατά καιρούς ηγετικών παραγόντων του δυτικού κόσμου να σκέφτονται σήμερα με βάση το επερχόμενο μέλλον, όπως επίσης και να είναι σε θέση να κρίνουν διεθνοπολιτικές στρατηγικές επιλογές με βάση το ιστορικό πλαίσιο, τις παραδόσεις και τις αντιλήψεις ζωής των άλλων, συνυπολογίζοντας τα ανωτέρω στη δράση τους.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.