Γιατί απαξιώνονται τα πανεπιστήμια και γιατί εξαφανίστηκε η τεχνολογική εκπαίδευση

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Δημήτρης Μπούσμπουρας

Βιολόγος – Περιβαλλοντολόγος

Ο σχεδόν μηδενικός αριθμός εισαγόμενων σε δεκάδες σχολές των πανεπιστημίων της περιφέρειας δείχνει τα τραγικά λάθη που έχουν γίνει μέχρι σήμερα στην οργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Πέρα από την έκπτωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουμε βιώσει τις τελευταίες δεκαετίες, με την απαξίωση του λυκείου ως προπαρασκευαστικό στάδιο για τα ΑΕΙ και με την αποστήθιση να είναι το κύριο προσόν για να γράψει κάποιος με επιτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ, έχουν γίνει τεράστια λάθη στην οργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Παραμένει ακόμα σήμερα στην ελληνική κοινωνία ως κύριο όραμα η απόκτηση ενός πτυχίου, ακόμα και αν αυτό δεν έχει αντίκρισμα στην αγορά. Πολλοί νέοι όμως το έχουν καταλάβει από πολύ νωρίς και για αυτόν τον λόγο δεν ενδιαφέρονται ή θεωρούν μάταιο να προσπαθήσουν να επιτύχουν σε κάποιο πανεπιστήμιο. Για άλλους φαντάζει σχεδόν αυτονόητο αφού με χαμηλές βάσεις σε κάποια σχολή θα περάσουν και θα κατοχυρώσουν τέσσερα έως έξι χρόνια κάποιας ανεμελιάς.

Καθώς οι προοπτικές απασχόλησης μοιάζουν πολύ μικρές, η επένδυση για την απόκτηση του πτυχίου δεν είναι πολύ ελκυστική. Έτσι τώρα που τα ΤΕΙ έχουν αναβαθμιστεί ή μάλλον μετονομαστεί σε ΑΕΙ, οι οικογένειες δεν κρίνουν συμφέρων να πληρώσουν για σπουδές σε κάποια μικρή πόλη της περιφέρειας.

Αν και οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες σπιτιών αυτών των πόλεων πέτυχαν να έχουν ένα πανεπιστήμιο στην πόλη τους, βιώνουν σήμερα την κατάρρευση των προσδοκιών τους.

Την κατάρρευση των προσδοκιών τους βιώνουν επίσης όσοι, έχοντας στις βαλίτσες του ένα διδακτορικό δίπλωμα, έγιναν καθηγητές σε αυτά τα περιφερειακά ΑΕΙ. Ο στόχος τους βέβαια ήτανε να σπαταλήσουν κάποια χρόνια στην περιφέρεια, ή καλύτερα να καταναλώσουν πολλές βενζίνες πήγαινε ερχόμενοι σε αυτές τις πόλεις μέχρι να επιτύχουν την μετακίνηση του σε κάποιο από τα κεντρικά πανεπιστήμια.

Δεν γνωρίζω καλά το νέο σύστημα της μοριοδότησης που ακολούθησε την προηγούμενη ένδειξη μεγάλης αποτυχίας του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ, όταν βλέπαμε να υπάρχουν εισακτέοι σε πανεπιστήμια οι οποίοι είχαν γράψει στα κύρια μαθήματα 4 και 5 με άριστα το 20. Δεν είναι αυτό το ζήτημα που με απασχολεί καθώς το σύστημα εισαγωγής είναι ρυθμιστικό και μόνο, πάνω σε μία απολύτως αποτυχημένη βάση.

Ιδού ένας πίνακας με τραγικά αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων του 2021, σε πολλές παλιές και νέες σχολές.

Σε 68 σχολές οι εισαχθέντες ήταν λιγότεροι από 9 σε κάθε μία και συνολικά μόλις 186 φοιτητές.

16 Σχολές με 0 εισαχθέντες

18 Σχολές με 1 εισαχθέντα

5 Σχολές με 2 εισαχθέντες

6 Σχολές με 3 εισαχθέντες

4 Σχολές με 4 εισαχθέντες

7 Σχολές με 5 εισαχθέντες

4 Σχολές με 6 εισαχθέντες

2 Σχολές με 7 εισαχθέντες

3 Σχολές με 8 εισαχθέντες

3 Σχολές με 9 εισαχθέντες

Τα περισσότερα είναι νέα τμήματα. Είδαμε βέβαια ότι δεν εισήχθη κανείς στην αρχιτεκτονική της Ξάνθης. Αυτό το τμήμα δεν προέρχεται από αναβάθμιση κάποιου ΤΕΙ και συνεπώς οι ερμηνείες πρέπει να αναζητηθούν στις δαπάνες που είναι διατεθειμένες να κάνουν οι οικογένειες σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος για τον φοιτητή.

Το προσδοκώμενο όφελος αξιολογήθηκε ως πολύ μικρό διότι στην Ελλάδα οι αρχιτέκτονες, δυστυχώς, έχουν λιγότερα κατοχυρωμένα δικαιώματα από τους «μπετατζήδες» πολιτικούς μηχανικούς. Οι πολιτικοί μηχανικοί έχουν πολύ περισσότερα εργασιακά δικαιώματα και υπογράφουν μελέτες στις οποίες θα έπρεπε να τις υπογράφουν αρχιτέκτονες. Ο στατικός έχει κυριαρχήσει επί του αρχιτέκτονα και το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε στις πόλεις μας.

Το βασικότερο όμως πρόβλημα που αναδείχθηκε με τα φετινά αποτελέσματα ήταν η πλήρης απουσία της τεχνικής εκπαίδευσης.

Με τον νόμο του Γαβρόγλου τα ΤΕΙ έγιναν ΑΕΙ σε μια νύχτα και έτσι η τεχνική εκπαίδευση έπαψε να υπάρχει. Ο νόμος αυτός προέβλεπε βέβαια να αναπτυχθούν, συνδεδεμένα με τα νέα τμήματα, κύκλοι σπουδών τεχνικής εκπαίδευσης οι οποίοι θα επιβλέπονταν από το πανεπιστήμιο.

Η ανάπτυξη όμως έγινε ανάποδα και το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν τα νέα τμήματα, να βολευτούν πολλοί κάτοχοι διδακτορικών και να μην γίνει τίποτα στην κατεύθυνση της τεχνολογικής εκπαίδευσης.

Πρέπει να γίνει κατανοητό στην Ελληνική κοινωνία τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Αν κάποιο παιδί θέλει να σπουδάσει σε τεχνολογική κατεύθυνση είναι υποχρεωμένο να περάσει μέσα από τις στρυφνές και δαιδαλώδεις διαδικασίες του πανεπιστημίου για τέσσερα χρόνια.

Αν π.χ. κάποιος θέλει μία βασική εκπαίδευση που θα του δώσει τα εφόδια για να εργαστεί ως νέος αγρότης ή κτηνοτρόφος θα πρέπει να φοιτήσει σε κάποιο από τα πρώην ΤΕΙ που μετονομάστηκαν σε γεωπονικές σχολές, να παρακολουθήσει μαθήματα που δεν θα του χρειαστούν ποτέ για τέσσερα χρόνια, να μπει σε μία διαδικασία ανεμελιάς και να σκεφτεί, μετά από 5 χρόνια που θα έχει τελειώσει και τον στρατό, την δουλειά που θα κάνει.

Καθώς όμως συνήθως οι φοιτητές αυτών των τμημάτων είτε δεν έχουν το ενδιαφέρον για τις σπουδές αφού σκέφτονται πρώτα και κύρια τα πρακτικά ζητήματα της μελλοντικής τους εργασίας, είτε γιατί βρέθηκαν τυχαία σε αυτό το τμήμα, το επίπεδο σπουδών πέφτει.

Οι απαιτήσεις από τους καθηγητές είναι πολύ μικρότερες διότι επιδιώκουν να έχουν αποφοίτους και πλέον αρκούν μόνο τρεις ημέρες διαβάσματος για να περάσουν οι φοιτητές ένα μάθημα.

Επίσης η πρακτική ασκείται πολύ λιγότερο καθώς οι καθηγητές, με το τουπέ του δόκτορος, απαξιώνουν την πρακτική εργασία. Αυτό δηλαδή που έγινε στην πραγματικότητα ήταν η διάλυση της τεχνολογικής εκπαίδευσης και ταυτόχρονα η υποβάθμιση του όρου πανεπιστήμιο.

Από αυτό πρέπει να ξεφύγουμε αποκαθιστώντας τις τεχνολογικές σπουδές αν θέλουμε ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση. Ταυτόχρονα τα πανεπιστήμια θα πρέπει να είναι πολύ αυστηρότερα και να αποκτήσουν ξανά το επιστημονικό κύρος τους, το οποίο διατηρούν μόνο οι βασικές σχολές. Η χώρα επίσης θα πρέπει να δώσει έμφαση στην έρευνα· αντί να παρκάρει κατόχους διδακτορικών σε υποβαθμισμένα πανεπιστήμια είναι προτιμότερο να ενισχύσει τα ερευνητικά ιδρύματα.

Γιατί απαξιώνεται η εκπαίδευση για το φυσικό περιβάλλον;
Πολύ μεγάλη έκπληξη μας προκάλεσε ο χαμηλός αριθμός εισαγομένων στις σχολές που έχουν σχέση με το φυσικό περιβάλλον. Η αποτυχία ήταν μεγάλη, τόσο στα νέα τμήματα που προέρχονται από πρώην ΤΕΙ όσο και σε παλιότερα τμήματα.

Σε μία εποχή που όλοι μιλάνε για το φυσικό περιβάλλον και την βιοποικιλότητα, η αποτυχία αυτή δείχνει την λανθασμένη οργάνωση. Μπορεί να δείχνει επίσης την στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο φυσικό περιβάλλον, εν πολλοίς με υποκριτικό ενδιαφέρον και ως ζήτημα που αφορά κάποιους ρομαντικούς και αφελείς οικολόγους ή ίσως κάποιους καιροσκόπους συντάκτες, με την μέθοδο αντιγραφής και επικόλλησης, μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Οι μισές από τις σχολές που έχουν στον τίτλο τους την λέξη φυσικό περιβάλλον ήταν προηγουμένως ΤΕΙ δασοπονίας τα οποία αναβαθμίστηκαν σε δασολογικές σχολές στις οποίες προστέθηκε και ο τίτλος φυσικό περιβάλλον. Κάποιες άλλες σχολές είναι αποκλειστικά τμήματα παραγωγής περιβαλλοντολόγων.

Εδώ όμως υπάρχει ένα μεγάλο λάθος καθώς το περιβάλλον δεν καλύπτεται από μία επιστήμη αλλά είναι μία διεπιστημονική υπόθεση.

Οι περιβαλλοντικές σπουδές αφορούν πολλές διαφορετικές ειδικότητες και μόνο ως μεταπτυχιακές σπουδές μπορούν να έχουν κάποια βαρύτητα αφού στο προπτυχιακό επίπεδο είναι ένα τσαλαβούτημα σε διαφορετικά θέματα χωρίς επιστημονική βάση.

Είναι προτιμότερο ένας βιολόγος, δασολόγος, μηχανικός ή νομικός να ακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο περιβάλλον παρά να παράγονται ημιμαθείς, δήθεν παντογνώστες.

Τι πρέπει να γίνει.
Ακολουθούν μερικές προτάσεις αναδιάρθρωσης για τις περιβαλλοντικές σπουδές που γνωρίζω καλύτερα[1]. Κατ’ αντιστοιχία θα πρέπει να εξεταστούν, με αποφασιστικό τρόπο, τα προβλήματα και των άλλων γνωστικών αντικειμένων.

Α) Δημιουργία κύκλων τεχνολογικής εκπαίδευσης μέσα στα πανεπιστήμια ή έξω από αυτά ή ακόμα και δίπλα σε κάποια τεχνολογικά ιδρύματα. Χρειάζεται στροφή στην τεχνική εκπαίδευση αν θέλουμε ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση[2].

Η αναβάθμιση των ΤΕΙ σε ΑΕΙ ήταν ένα μεγάλο λάθος. Η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η ιχθυοπαραγωγή, η μεταποίηση γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων δεν απαιτούν πανεπιστημιακές σπουδές αλλά είναι απολύτως απαραίτητη η κατάρτιση των νέων που θέλουν να ασχοληθούν. Πριν από την αναδιάρθρωση των ΑΕΙ που εμφανίζονται αποτυχημένα θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για αυτήν την τεχνολογική εκπαίδευση.

Μετά την δρομολόγησή της θα πρέπει το υπουργείο Παιδείας να εξετάσει την αναδιάρθρωση των πανεπιστημιακών σχολών.

Πολλά από τα πανεπιστήμια που δημιουργήθηκαν στην περιφέρεια μπορούν να μετατραπούν σε τεχνολογικές σχολές κρατώντας το διδακτικό προσωπικό πού έχει την διάθεση να προσφέρει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Β) Η εκπαίδευση για το φυσικό περιβάλλον θα πρέπει να αναθεωρηθεί εκ βάθρων. Για να ασχοληθεί κάποιος με το φυσικό περιβάλλον θα πρέπει να έχει γερές βάσεις στην βιολογία.

Θα πρέπει συνεπώς να ενισχυθούν οι τομείς που ασχολούνται με πανίδα, χλωρίδα και οικολογία στα τμήματα των βιολογικών επιστημών.

Θα πρέπει να δημιουργηθούν εξειδικευμένα μεταπτυχιακά τμήματα φυσικού περιβάλλοντος τα οποία θα δέχονται διαφορετικές ειδικότητες ώστε να ανέβει το επίπεδο των κατ΄ ευφημισμό και αυθαίρετα ονομαζόμενων περιβαλλοντολόγων.

Γ) Ένα κέντρο αναφοράς για τη βιοποικιλότητα πρέπει να δημιουργηθεί και στην Ελλάδα απορροφώντας εξειδικευμένο προσωπικό σε αυτόν τον τομέα.

Ένας τέτοιος οργανισμός θα πρέπει να λειτουργεί παράλληλα με τον οργανισμό ΟΦΥΠΕΚΑ, που έχει αναλάβει την διαχείριση των τόπων natura και των προστατευόμενων περιοχών.

Δ) Οι δασολογικές σχολές θα πρέπει να περιοριστούν σε δύο. Αυτό διότι η απορρόφηση δασολόγων είναι πολύ μικρή και η ενασχόληση με το δάσος θα πρέπει να περιλαμβάνει πολλές ακόμα ειδικότητες.

Στο επιτυχημένο, όπως φάνηκε, τμήμα της Καρδίτσας θα πρέπει να δημιουργηθεί αυτόνομος και ανεξάρτητος κύκλος τεχνολογικών σπουδών επεξεργασίας ξύλου και εκπαίδευσης μαραγκών, δεδομένου ότι οι απόφοιτοι του ΤΕΙ που προϋπήρχε στην Καρδίτσα ήταν πολύ υψηλής στάθμης.

Αν θέλουμε να μην κυριαρχούν παντού το ΙΚΕΑ και τα παρόμοια θα πρέπει να υπάρξει ενίσχυση αυτής της τεχνολογικής εκπαίδευσης.

Ε) Οι πανεπιστημιακοί θα πρέπει να περιοριστούν στα εκπαιδευτικά τους και στα ερευνητικά τους καθήκοντα και να απαγορευτεί η συμμετοχή τους σε μελέτες που προκηρύσσει ο ευρύτερος δημόσιος τομέας.

Σε πολλά τμήματα οι πανεπιστημιακοί, αντί να αναζητούν νέα ερευνητικά προγράμματα και καινοτόμες έρευνες σε συνεργασία με τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, βολεύονται με το να συμμετέχουν σε μελέτες όπου ανταγωνίζονται τους φοιτητές τους.

Καθώς κινούνται ως μελετητές όπως αυτοί του ιδιωτικού τομέα παραμελούν και τα διδακτικά τους καθήκοντα.

Στ) Η χώρα θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Κύπρου και οι φοιτητές να σπουδάζουν μετά από την στρατιωτική τους θητεία. Θα είναι αυτή μία πορεία ωρίμανσης για τα αγόρια και θα τα προσανατολίσει περισσότερο στην πραγματική ζωή.

Το ενδιαφέρον για την γενική παιδεία και την εκπαίδευση με στόχο την εργασία μετά από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις θα είναι πιο μεστό και οι σπουδές στα πανεπιστήμια και τις τεχνολογικές σχολές θα αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους φοιτητές.

Η απαξίωση που είδαμε θα πρέπει να οδηγήσει σε ριζική αναδιάρθρωση. Αυτή πρέπει να γίνει από την πολιτεία με γνώμονα την παραγωγική ανασυγκρότηση και την βελτίωση των σπουδών και να μην αφεθεί σε συντεχνιακά συμφέροντα.

[1] Έλαβα το «θράσος» να γράψω τα παραπάνω λόγω της ενασχόλησης μου για περισσότερα από 30 χρόνια με το φυσικό περιβάλλον στην Ελλάδα και αλλού, της μικρής εμπειρίας σε πανεπιστήμια καθώς δίνω σεμινάρια σε μεταπτυχιακές σχολές περιβάλλοντος, της διαπίστωσης του χαμηλού επιπέδου πολλών μελετών για το φυσικό περιβάλλον και της διαπίστωσης της κατάπτωσης των σπουδών σε μερικές από αυτές τις σχολές μετά από συζητήσεις με φοιτητές.

[2] Πολύ σημαντικά άρθρα για τα ζήτημα υπάρχουν στην σελίδα: http://endogenis.blogspot.com/

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.