Το φαινόμενο Airbnb στην πόλη: Επιπτώσεις και προοπτικές στη μετά-Covid εποχή

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Την εξέλιξη του φαινομένου Airbnb και τα επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν τόσο την ερευνητική κοινότητα όσο και ευρύτερα το δημόσιο διάλογο γύρω από τη φύση του, τις επιπτώσεις του στην οικονομία, την κοινωνία και τον αστικό χώρο αλλά και τους τρόπους διαχείρισής του με βάση και τη διεθνή εμπειρία αναλύουν σε συνέντευξη που παραχώρησαν στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ οι Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Εύα Παπατζανή και Δημήτρης Πέττας, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου τους «Το Airbnb στην πόλη» (εκδόσεις Πόλις, 2021).

Σημεία από τη συνέντευξη:

Ως προς τη διαμόρφωση όλο και υψηλότερων τιμών ενοικίων και ακινήτων, που αποτελεί μία από τις πιο κοινώς αναγνωρισμένες συνέπειες του Airbnb, χρειάζεται να συνυπολογίσει κανείς το επιθετικό επενδυτικό ενδιαφέρον που προκαλούν οι διαβεβαιώσεις για έξοδο από την κρίση και για αναθέρμανση της real estate αγοράς, τα διαθέσιμα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων και η απελευθέρωση των πλειστηριασμών, οι θεσμικές διευκολύνσεις που παρέχονται σε μικρούς έως μεγάλους επενδυτές όπως αυτές που περιλαμβάνει το πρόγραμμα Golden Visa ή οι εξαγγελίες αλλά και η υλοποίηση αστικών αναπλάσεων όπως αυτές στον Φαληρικό Όρμο ή στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού. Πρόκειται για εξελίξεις που διαμορφώνουν μία νέα, έστω και τεχνητά, υψηλή ζήτηση στην αγορά ενοικίων και ακινήτων, η οποία με τη σειρά της πιέζει τις τιμές όλο και ψηλότερα.

Όσο για τον εκτοπισμό των πιο ευάλωτων πρωτίστως νοικοκυριών από τη γειτονιά τους, μία ακόμα συνέπεια του Airbnb που έχει απασχολήσει έντονα τη δημόσια συζήτηση, αυτός δεν είναι καθόλου άσχετος με την αυξημένη στεγαστική επισφάλεια και τις οξυμένες στεγαστικές ανισότητες που προκάλεσε η τόσο σύνθετη και επίμονη κρίση, τη διαχρονική απουσία αποφασιστικών κοινωνικών στεγαστικών πολιτικών ή τις ασφυκτικές συνθήκες διαβίωσης που έχουν διαμορφωθεί στις κεντρικές κυρίως γειτονιές της πόλης, όπως η έλλειψη πρασίνου και ο θόρυβος, η μειωμένη προσβασιμότητα, η απουσία στοιχειώδους αστικού εξοπλισμού και η συνολικότερη υποβάθμιση του δημόσιου χώρου.

Λέγεται συχνά ότι τα περίπου 130.000 ακίνητα που διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση μέσα από την πλατφόρμα της Airbnb στην Ελλάδα δεν αποτελούν τόσο κρίσιμο και ανησυχητικό μέγεθος για το σύνολο μιας χώρας. Η παρατήρηση αυτή θα ευσταθούσε στην υποθετική μόνο περίπτωση που είχαμε να κάνουμε με ένα χωρικά και κοινωνικά ουδέτερο φαινόμενο ενώ, στην πραγματικότητα, το Airbnb αναπτύσσεται με (γεωγραφικά και κοινωνικά) ιδιαίτερα άνισο τρόπο.

Τα μεγαλύτερα οφέλη από την Airbnb δραστηριότητα αντλούν οι μεσαίες έως ανώτερες εισοδηματικές κατηγορίες (που διαθέτουν τα πιο προνομιακά Airbnb ακίνητα στις πιο προνομιακές περιοχές) ενώ τις πιο σοβαρές συνέπειες υφίστανται οι πλέον ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Ιδιαίτερα διαδεδομένη παρανόηση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, συνιστά επίσης η κατανόηση του Airbnb ως μίας πρακτικής που εντάσσεται στο πλαίσιο της περίφημης «οικονομίας του διαμοιρασμού».

Στην πραγματικότητα, όμως, η πρακτική του Airbnb έχει απομακρυνθεί σημαντικά από την αρχική ιδέα της πρόχειρης μίσθωσης ενός υπνοδωματίου (ή απλώς και μόνο ενός στρώματος ύπνου) εντός του διαμερίσματος στο οποίο διαμένει και ο ίδιος ο εκμισθωτής.

ADVERTISING

Οι αστοχίες στη θεσμική ρύθμιση του φαινομένου Airbnb, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε χώρες του εξωτερικού, συνοψίζονται στα εξής:

α) θεσμοθετούνται οριζόντια μέτρα και όχι μέτρα με χωρική εξειδίκευση, με έμφαση δηλαδή στις περιοχές που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις από την Airbnb δραστηριότητα

β) η Airbnb δραστηριότητα τοποθετείται ακόμα στο πλαίσιο της «οικονομίας του διαμοιρασμού» και όχι στο πλαίσιο της «οικονομίας πλατφόρμας», μίας απολύτως αναπτυγμένης και σύνθετης οικονομίας που διαφεύγει μέχρι σήμερα σε σημαντικό βαθμό τη θεσμική ρύθμιση (πίσω από το παραπέτασμα της «οικονομίας του διαμοιρασμού») και

γ) η Airbnb δραστηριότητα νοείται ακόμα και αντιμετωπίζεται ως αστική μίσθωση ακινήτου και όχι ως μίσθωση τουριστικού καταλύματος ενώ, τις περισσότερες φορές πια, περί αυτού πρόκειται.

Η πόλη της Αθήνας προσέλκυσε πράγματι αυξημένο ειδικό ερευνητικό ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια της πολυετούς πια και συνεχιζόμενης κρίσης, η οποία έλαβε μεταξύ άλλων και διαστάσεις κρίσης στον τομέα της στέγασης.

Μέσα από έναν σημαντικό αριθμό σχετικών επιστημονικών μελετών, διαπιστώθηκε δραματική αύξηση της στεγαστικής επισφάλειας για ένα ευρύ φάσμα του πληθυσμού και, μέσα από αυτήν, όξυνση των στεγαστικών ανισοτήτων, με χαρακτηριστικές εκφράσεις την πρωτοφανή αύξηση του αριθμού των (νέο)αστέγων, την αύξηση του στεγαστικού κόστους, τις εξώσεις, τα κόκκινα δάνεια και τους πλειστηριασμούς, την αναγκαστική επιστροφή νέων στη γονεϊκή εστία, τη στεγαστική υπερπληρότητα, την ενεργειακή φτώχεια κλπ.

Στην επιδείνωση των στεγαστικών συνθηκών του πληθυσμού και των στεγαστικών ανισοτήτων συνέβαλε και το ξέσπασμα της πανδημίας, πλήττοντας με εμφανώς άνισο τρόπο πρωτίστως τις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες, τους μετανάστες και τις μετανάστριες, τις γυναίκες, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, τους ανέργους και τους εργαζόμενους σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς τομείς.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το φαινόμενο Airbnb προκάλεσε ιδιαίτερη (ερευνητική και όχι μόνο) ανησυχία, καθώς πρόσθεσε επιπλέον δυσκολίες στην εύρεση στέγης γενικώς και, κυρίως, σε προσιτές τιμές (ειδικά σε κεντρικές γειτονιές της Αθήνας), πλήττοντας ξανά πρωτίστως τις πιο ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες.

Παράλληλα, βέβαια, στην περίπτωση νοικοκυριών με οικονομικές δυσκολίες, η εκμίσθωση ενός ή περισσότερων Airbnb ακινήτων που μπορεί να διαθέτουν πρόσφερε ζωτικής σημασίας διέξοδο από την κρίση, μία πραγματικά σωτήρια στρατηγική επιβίωσης.

Η διττή σημασία του Airbnb στην Αθήνα της κρίσης, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, αποτελεί μία από τις πιο ιδιαίτερες και ενδιαφέρουσες διαστάσεις του ζητήματος, ενώ καθιστά και ιδιαίτερα σύνθετη την κατανόηση και την αντιμετώπισή του.

Σύμφωνα με σχετικά στατιστικά δεδομένα που δημοσιεύονται τα τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι η Αθήνα μετατρέπεται σταδιακά από πόλη-ενδιάμεσος σταθμός προς τα νησιά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (one-stop destination) σε έναν city break προορισμό για ολόκληρο το χρόνο (…) Δεν αυξήθηκε απλώς ο αριθμός των επισκεπτών της (από 2,5 εκατομμύρια το 2012 σε 6,3 εκατομμύρια το 2019) αλλά, κυρίως, ο αριθμός των διανυκτερεύσεών τους.

Στη μεταβολή της τουριστικής ταυτότητας της Αθήνας έπαιξαν αναμφισβήτητα κρίσιμο ρόλο, μεταξύ άλλων, και οι Airbnb μισθώσεις ακινήτων.

Η διάδοση του Airbnb απάντησε όχι μόνο στην αύξηση της ζήτησης για τουριστικά καταλύματα στην Αθήνα, αλλά και σε μία πρόσφατη πολιτισμική στροφή στον τουρισμό, στην αναζήτηση «αυθεντικών εμπειριών», στην επιθυμία των επισκεπτών να βιώσουν τον τόπο που επισκέπτονται σαν «ντόπιοι».

Ωστόσο, προκειμένου να μιλήσει κανείς για την Αθήνα ως «ανταγωνιστικό» ή, καταρχάς, ελκυστικό τουριστικό προορισμό, θα πρέπει να συντρέχουν πολλές ακόμα προϋποθέσεις.

Για να σταθούμε εδώ σε μία μόνο από αυτές, κρίσιμο ελκυστικό στοιχείο κάθε τουριστικού (αστικού) προορισμού αποτελεί η ποιότητα του δημόσιου χώρου, στον οποίο οι επισκέπτες θα μετακινηθούν, θα περιπλανηθούν και θα ξαποστάσουν.

Συγκριτικά με πολλές άλλες πόλεις του εξωτερικού, η Αθήνα υστερεί δραματικά ως προς το σχεδιασμό και τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, με γνωστά χαρακτηριστικά του (ειδικά στις κεντρικές και τουριστικού ενδιαφέροντος περιοχές) τον ελλιπή ή/και παλαιωμένο αστικό εξοπλισμό, την πλημμελή καθαριότητα, τα στενά και κατεστραμμένα πεζοδρόμια, τη μειωμένη προσβασιμότητα, τη σημαντική έλλειψη ανοιχτών και πράσινων χώρων, καθώς επίσης την απουσία χρήσης περιβαλλοντικά φιλικών υλικών.

Ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η Αθήνα γίνεται μία όλο και πιο ανυπόφορη πόλη (ειδικά για επισκέπτες από χώρες με ψυχρότερο κλίμα), μία πόλη με πολύ υψηλές θερμοκρασίες και ταυτόχρονα ελάχιστους δημόσιους χώρους άνετης και δροσερής περιπλάνησης και στάσης.

Η παγκόσμια παύση του τουρισμού λόγω Covid-19είχε, όπως αναμενόταν, σημαντική επίδραση (και) στο τοπίο των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Ωστόσο, αυτές αποδείχτηκαν αρκετά ανθεκτικές, καθώς η άρση των απαγορεύσεων ως προς τις διεθνείς μετακινήσεις κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2020 (μετά την πρώτη μεγάλη περίοδο καραντίνας) συνοδεύτηκε από αύξηση στις Airbnb κρατήσεις, έστω και σε αριθμούς αισθητά χαμηλότερους συγκριτικά με το καλοκαίρι του 2019.

Παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των κρατήσεων από εγχώριους επισκέπτες που διαμένουν σε κοντινή απόσταση από τους προορισμούς στους οποίους επέλεξαν να μετακινηθούν, καθώς επίσης μία αποκέντρωση των κρατήσεων από δημοφιλείς (αστικούς και νησιωτικούς) προς λιγότερο δημοφιλείς και νέους προορισμούς, συχνά στον αγροτικό χώρο.

Οι παραπάνω τάσεις δείχνουν πως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις αποδείχτηκαν ανθεκτικές και ευέλικτες, καθώς κατάφεραν να ανταποκριθούν, περισσότερο από τα παραδοσιακά τουριστικά καταλύματα, στη νέα ζήτηση των επισκεπτών για «ασφαλείς» τουριστικούς προορισμούς και χώρους φιλοξενίας.

Ένα νέο φαινόμενο βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς σε ποιο βαθμό συμβαίνει, και εάν πρόκειται για τη μετατροπή Airbnb καταλυμάτων σε καταλύματα μεσοπρόθεσμης μίσθωσης.

Το νέο αυτό φαινόμενο συνδέεται μεταξύ άλλων με τη σύγχρονη ψηφιακότητα και τη διάδοση της τηλεργασίας (ή, αλλιώς, την «απεδαφικοποίηση» της εργασίας) και τους περίφημους «ψηφιακούς νομάδες» (digital nomads), δηλαδή τους επαγγελματίες που μπορούν να ζουν και να εργάζονται κατά διαστήματα σε οποιοδήποτε σημείο της γης με μοναδικό απαραίτητο εξοπλισμό το laptop τους και μία αξιόπιστη σύνδεση internet.

H διάδοση της εξ αποστάσεως εργασίας αποτελεί εξέλιξη που –παρότι επιβλήθηκε από τις τρέχουσες ιδιαίτερες συνθήκες– αναμένεται να καθιερωθεί σε μεγάλο βαθμό και μετά το τέλος της πανδημίας.

Όλη η συνέντευξη εδώ: https://bit.ly/3iKWzNB

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.