Εκπαιδευτική κινητικότητα και ευκαιρίες

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Γεώργιος Κιτσολέρης

Καθηγητής στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Κοινωνική κινητικότητα στην εκπαίδευση θεωρείται η βελτίωση στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα των νεότερων γενεών. Για παράδειγμα η τωρινή γενιά των τριαντάρηδων παρουσιάζει μεγαλύτερα ποσοστά αποφοίτων πανεπιστημίου, ενώ επίσης παρατηρείται τάση για μεγάλα ποσοστά μεταπτυχιακών και διδακτορικών σε σύκγριση με μεγαλύτερες ηλιακές ομάδες.

Βασικές αιτίες της υπήρξαν η διεύρυνση της δωρεάν παιδείας, η αύξηση τμημάτων και εισακτέων, η οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών, όπως και η κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας να σπουδάσει τα παιδιά της τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η διαγενεακή κινητικότητα στην εκπαίδευση έγκειται στο να συγκρίνουμε τα αποτελέσματα εκπαίδευσης των παιδιών με τους γονείς τους. Είναι δείκτης που μετρά σε ποιο βαθμό το μορφωτικό υπόβαθρο των γονέων μεταφέρεται και επηρεάζει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα των παιδιών τους.

Τα ποσοστά ανοδικής κινητικότητας είναι μεγάλα, αφού τα παιδιά συνήθως έχουν υπερκεράσει ακόμα και τον πιο σπουδαγμένο από τους δύο γονείς (είτε αν μετρήσουμε τα έτη σπουδών, είτε τα πτυχία).

Η τάση που υπήρχε κάποτε στη χώρα ότι η ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ήταν αρκετή, μεταφέρθηκε αργότερα στο επίπεδο της τριτοβάθμιας, ενώ τώρα το «παιχνίδι» φαίνεται να παίζεται στο επίπεδο των μεταπτυχιακών τίτλων. Ταυτόχρονα έχει ανοίξει η συζήτηση και για το αν τα πτυχία ή οι δεξιότητες των ατόμων είναι πιο σημαντικά.

Η εκπαίδευση θεωρείται βασικός μοχλός άμβλυνσης των ανισοτήτων και δημιουργίας ευκαιριών, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησής τους επειδή οι σπουδές συνδέονται και με τις δυνατότητες εύρεσης εργασίας με κύρος.

Η διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα μας δίνει πληροφορίες για τις ευκαιρίες και τις ανισότητες σπουδών που παρουσιάζονται μέσα στην κοινωνία. Ενώ λοιπόν το επίπεδο μόρφωσης των γονέων δεν φαίνεται να παίζει ρόλο για το αν ένα παιδί στις μέρες μας θα ολοκληρώσει το λύκειο, φαίνεται ότι εξακολουθεί να επηρεάζει τις πιθανότητες να ολοκληρώσει το πανεπιστήμιο ή να πάει ακόμα παραπέρα.

Οι πιθανότητες αυτές αντανακλούν τις ανισότητες ευκαιριών και ενώ παρουσίαζαν παλιότερα μια μειούμενη τάση τείνουν να σταθεροποιηθούν και σε ορισμένες περιπτώσεις να αυξηθούν. Για παράδειγμα η πιθανότητα να πάρει πτυχίο ένα παιδί με γονείς πτυχιούχους πανεπιστημίου είναι 4 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με ένα παιδί του οποίου οι γονείς έχουν τελειώσει τη στοιχειώδη εκπαίδευση (1).

Οι λόγοι έχουν να κάνουν πολλές φορές με την νοοτροπία των πιο μορφωμένων γονέων, τις επενδύσεις που έχουν κάνει για τη μόρφωση των παιδιών τους, τον κοινωνικό περίγυρο, τη βοήθεια που παρέχουν στο σπίτι, τη δημιουργία ενός κλίματος μάθησης καθώς και ένα καλύτερο δίκτυο πληροφοριών και επαφών που συμβάλλει θετικά στην περαιτέρω μόρφωση-καλύτερες επιδόσεις.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης (2010-2018) ένα άλλο ερώτημα που προέκυψε ήταν κατά πόσο το πτυχίο οδηγεί σε εργασία, σε τι ύψος μισθού (αν δηλαδή γίνεται απόσβεση της προσπάθειας και των χρημάτων) και σε ποιες ευκαιρίες σταδιοδρομίας.

Όταν η αγορά εργασίας κατακλύζεται από πτυχιούχους αυτό που κάνει τη διαφορά είναι το άτομο. Οι δεξιότητές του, η εμπειρία που απέκτησε στα χρόνια των σπουδών του, η δια βίου μάθηση και η παρακολούθηση των τελευταίων εξελίξεων στον τομέα του (ιδιαίτερα των τεχνολογικών).

Παρά τη γενικότερη αντίληψη ότι τα πτυχία δεν έχουν το αντίκρισμα που είχαν στο παρελθόν, η επιπλέον εκπαίδευση συνεχίζει να συνδέεται με υψηλότερους μισθούς σε σχέση με πιο περιορισμένα εκπαιδευτικά εφόδια (αλλά και με λιγότερες πιθανότητες κινδύνου φτώχειας), μεγαλύτερες ευκαιρίες θετικής κινητικότητας στα χρόνια της επαγγελματικής ζωής (δυνατότητα να αλλάξω επάγγελμα προς μια καλύτερη θέση) και χαμηλότερα επίπεδα ανεργίας.

Η μισθολογική απόδοση των εκπαιδευτικών προσπαθειών (returnstoeducation) περιορίστηκε (οι μέσοι μισθοί των πτυχιούχων μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης) αλλά συνεχίζει να αυξάνεται όσο αυξάνεται το επίπεδο μόρφωσης (επιπλέον πτυχίο οδηγεί σε μεγαλύτερους μέσους μισθούς). (2,3,4)

Το βασικό τίμημα της κρίσης και της αποσύνθεσης της αγοράς εργασίας στη χώρα μας (σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες του εργασιακού περιβάλλοντος σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στη χώρα μας, ειδικά μέχρι το 2010) ήταν η μετανάστευση (περισσότερο ή λιγότερο) μορφωμένων ατόμων στο εξωτερικό.

Με μία βασική διαφορά σε σχέση με την οικονομική μετανάστευση των παππούδων μας: Τα άτομα αυτά βρίσκουν ευκολότερα εργασία έξω, κατέχουν εξαιρετικές θέσεις στον τομέα των σπουδών τους και οι μισθοί τους είναι υψηλοί. Ακόμα και Έλληνες με ολοκληρωμένες τις σπουδές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης βρίσκουν εύκολα δουλειές με καλές αποδοχές. Η εκπαίδευση επομένως επηρεάζει θετικά τις δυνατότητες κινητικότητας εργατικού δυναμικού στο εξωτερικό κυρίως σε περιόδους κρίσης.

Το βασικότερο όμως πλεονέκτημα για τη χώρα μας από την εκπαιδευτική κινητικότητα είναι ότι, όσο και αν η μόρφωση δεν είναι ταυτόσημη με την παιδεία, τα τόσα χρόνια σπουδών των Ελλήνων και οι εμπειρίες όσων έζησαν στο εξωτερικό δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μία διαφορετική κουλτούρα που μπορεί να επηρεάσει θετικά είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα τη χώρα.

Όλα τα πτυχία-σπουδές όμως δεν είναι της ίδιας βαρύτητας και ποιότητας και αυτό οδηγεί σε ένα νέο είδος ανισοτήτων. Οικογένειες με καλύτερη οικονομική κατάσταση ή μόρφωση ωθούν τα παιδιά τους σε καλύτερες σχολές, πανεπιστήμια, για σπουδές με αντίκρισμα και απόκτηση δεξιοτήτων.

Από την άλλη πλευρά, το ευχάριστο στην εποχή μας είναι οι πολλές ευκαιρίες που ανοίγονται. Δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί (όπως και ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια) συνεχώς προσφέρουν υποτροφίες φοίτησης ειδικά στους ασθενέστερους οικονομικά συμπολίτες μας, πρότυπα και πειραματικά σχολεία επανέρχονται στο προσκήνιο, η ιδιωτική εκπαίδευση παρέχει υψηλό επίπεδο μόρφωσης παράλληλα με τη δωρεάν δημόσια παιδεία και επιχειρήσεις έχουν συνειδητοποιήσει τη σημασία να επανεκπαιδεύουν τα στελέχη τους.

Το μόνο αναγκαίο επομένως είναι η πολιτεία να παρέχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη στα ατόμα που το έχουν ανάγκη, για να ολοκληρώσουν οποιοδήποτε επίπεδο εκπαίδευσης τους ενδιαφέρει.

Τη στιγμή που πολλοί μαθητές ετοιμάζονται να συμμετάσχουν στις πανελλαδικές και φοιτητές να δώσουν τα μαθήματα της εξεταστικής τους το ενθαρρυντικό μήνυμα είναι ότι αυτές οι προσπάθειές τους το πιθανότερο είναι να αποδώσουν καρπούς στο μέλλον. Ακόμα και αν όχι άμεσα μετά την αποφοίτησή τους ακόμα κι αν δεν είναι αρχικά στον ακριβή τομέα που νομίζουν ότι τους ενδιαφέρει.

Η γνώση, όταν είναι χαρά , έχει μεγαλύτερα αποτελέσματα. Αυτό που πολλές φορές δεν το πετυχαίνει το σχολείο ή ένα προπτυχιακό πρόγραμμα συμβαίνει μερικές φορές στα περαιτέρω μαθησιακά βήματα έστω και σε μεγαλύτερη ηλικία. Με χαρά συναντώ ανθρώπους που συνέχισαν τις σπουδές τους, πήραν ένα δεύτερο πτυχίο ή μεταπτυχιακό ακόμα και έξω από τον τομέα τους όχι με σκοπό να βρουν δουλειά, αλλά για τη χαρά της γνώσης.

Οι συμβουλές ενός καθηγητή μας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είκοσι χρόνια νωρίτερα με βοήθησαν πολύ. Τον είχαμε ρωτήσει αν θα έπρεπε να κάναμε μεταπτυχιακό τελειώνοντας τη σχολή. Η απάντησή του:

«Καταρχάς τα αγόρια να πάτε στρατό για να ξεμπερδεύετε και να σας επιλέξουν ευκολότερα.

Το καλύτερο μεταπτυχιακό που έχετε να κάνετε είναι να μπείτε γρήγορα στην αγορά εργασίας. Γιατί αν ένα πρωί πείτε καλημέρα στον προϊστάμενό ή σε έναν συνάδελφό σας και εκείνος σας απαντήσει απότομα, πείτε μου ποιο μεταπτυχιακό θα σας διδάξει πώς να συμπεριφερθείτε.

Το κυριότερο όμως, δουλεύοντας θα καταλάβετε τι σας αρέσει και τι ζητά η αγορά.

Έτσι θα αποφασίσετε πιο σωστά πάνω σε τι θα κάνετε μεταπτυχιακό ή αν το χρειάζεστε.

Τέλος μη ξεχνάτε η εξίσωση για την επαγγελματική σας επιτυχία είναι: αποτυχία+αποτυχία+αποτυχία =επιτυχία».

Πόσο σημαντικό το τελευταίο ειδικά σε μία κοινωνία που δεν συγχωρεί εύκολα.(5)

Για κλείσιμο κάτι που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και δίνει και μια άλλη διάσταση «Μορφωμένος είναι αυτός που θα μιλήσει στη σερβιτόρα όσο ευγενικά θα μιλούσε στον προϊστάμενό του». Για να μην ξεχνάμε και την ανθρωπιστική πλευρά των πάσης φύσεως και επιπέδου σπουδών.

Παραπομπές

M. Symeonaki, G. Stamatopoulou & C. Michalopoulou (2015):Intergenerational educational mobility in Greece: Transitions and social distances,Communications in Statistics – Theory and Methods, DOI: 10.1080/03610926.2014.957857

https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SFA10/2019

https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-datasets/-/ilc_di08

https://data.oecd.org/unemp/unemployment-rates-by-education-level.htm

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.