Επιστροφή στην Κανονικότητα ή Μεγάλη Αναμόρφωση;

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Γιώργου Στείρη

Αναπληρωτή καθηγητή Φιλοσοφίας, ΕΚΠΑ

Μετά την άρση των περισσότερων περιοριστικών μέτρων μέσα στον Μάιο, έχω την αίσθηση ότι τόσο η πολιτική τάξη όσο και η ευρύτερη κοινωνία παραιτήθηκαν από το αίτημα -που είχε εκφραστεί μετ’ επιτάσεως το 2020- για μια «νέα κανονικότητα» ή για μια «επανεκκίνηση».

Αρκούνται αμφότερες πια στην «επιστροφή στην κανονικότητα», δίχως περαιτέρω προσδιορισμούς και εξειδικεύσεις. Στο σύντομο αυτό κείμενο θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί αυτό συνιστά οπισθοχώρηση και γιατί, μετά τα μνημόνια και την πανδημία, δεν αρκεί η κανονικότητα· χρειαζόμαστε και μας αξίζει μια μεγάλη αναμόρφωση. 

Δεν έχει διευκρινιστεί το σε ποια κανονικότητα επιστρέφουμε μετά την πανδημία. Στην κανονικότητα πριν από τα μνημόνια ή στην κανονικότητα μετά τα μνημόνια;

Η κανονικότητα ορίζεται με δύο βασικούς τρόπους. Αρχικά, ως ύπαρξη κανόνων και τήρησή τους.

Αν δεχτούμε αυτόν τον ορισμό, θα μου επιτρέψετε να υπενθυμίσω ότι η βασικότερη κριτική εις βάρος του ελληνικού κράτους ήταν και είναι εντοπισμένη στους κανόνες του.

Ειδικότερα, σχεδόν κανείς δεν είναι ικανοποιημένος τόσο από τους κανόνες –από τους θεσμούς και τους νόμους- όσο και από το βαθμό εφαρμογής και τήρησής τους.

Επιπλέον, η κατάρρευση του 2010 και όσα ακολούθησαν απέδειξαν έμπρακτα ότι και στο επίπεδο της απόδοσης οι κανόνες ήταν ανεπαρκείς. Η κανονικότητα της λεγόμενης ισχυρής Ελλάδας ήταν μια σαπουνόφουσκα, από όλες τις απόψεις.

Επίσης, ως κανονικότητα νοείται και η εμφάνιση σταθερά επαναλαμβανόμενων μοτίβων, το να συμβαίνουν τα γεγονότα ως συνήθως.

Υπό αυτή την οπτική, δεν έχει διευκρινιστεί το σε ποια κανονικότητα επιστρέφουμε μετά την πανδημία. Στην κανονικότητα πριν από τα μνημόνια ή στην κανονικότητα μετά τα μνημόνια;

Στην πρώτη εκδοχή, προετοιμάζουμε νομοτελειακά μια νέα κρίση και κατάρρευση του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας.

Στην δεύτερη, θα έλεγα ότι έχουμε ηττηθεί πανηγυρικά, καθώς αποδεικνύεται ότι έχουμε συμβιβαστεί με το μέτριο που προέκυψε ως αποτέλεσμα της εποχής των μνημονίων.

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» θα είχε νόημα μόνο αν θα δεχόμασταν να ζήσουμε την κάθε μέρα της υπόλοιπης ζωής μας με τον τρόπο που την ζούσαμε στη μεταμνημονιακή και προπανδημική περίοδο. Θα δεχόμασταν; Όποιος αποδέχεται αυτή την προοπτική, όποιος αρκείται σε αυτή την Ελλάδα, ας χαίρεται για την επάνοδο στην κανονικότητα.

Και αυτή η ήττα μου φαίνεται ακόμα πιο βαριά, υπό την οπτική των όσων συνέβησαν και των θυσιών που κάναμε στη διάρκεια της πανδημίας.

Από το 2010 έως και σήμερα υποβληθήκαμε σε επαχθέστατες δοκιμασίες. Αν μας αρκεί η επιστροφή στην κανονικότητα της μεταμνημονιακής Ελλάδας, αν νοσταλγούμε αυτή την Ελλάδα, τότε έχουμε ηττηθεί ως πολιτική κοινότητα και ως πρόσωπα.

Θεωρώ ότι οι θυσίες όλων αυτών των ετών έγιναν για να μπορέσουμε να οικοδομήσουμε κάτι καλύτερο από αυτό που είχαμε. Σαφώς και όχι για να αρκεστούμε με χαρά στο ό,τι απέμεινε μετά την κρίση.

Συνεπώς, όπως και αν εννοήσει κανείς την «επιστροφή στην κανονικότητα», θεωρώ ότι αποτελεί αδιέξοδη προοπτική.

Και αυτό θα συνειδητοποιηθεί καλύτερα αν υποβάλλουμε τον εαυτό μας σε ένα ερώτημα. Η «επιστροφή στην κανονικότητα» θα είχε νόημα μόνο αν θα δεχόμασταν να ζήσουμε την κάθε μέρα της υπόλοιπης ζωής μας με τον τρόπο που την ζούσαμε στη μεταμνημονιακή και προπανδημική περίοδο. Θα δεχόμασταν; Όποιος αποδέχεται αυτή την προοπτική, όποιος αρκείται σε αυτή την Ελλάδα, ας χαίρεται για την επάνοδο στην κανονικότητα.

Χρειαζόμαστε μια μεγάλη αναμόρφωση του κράτους μας και της κοινωνίας μας, μια μεγάλη αναμόρφωση της Ελλάδας. Τίποτα λιγότερο δεν αρκεί.

Όσοι δεν αποδέχονται την επάνοδο στο μέτριο και τον συμβιβασμό με την μιζέρια οφείλουν να απαιτήσουν και να επιδιώξουν κάτι άλλο.

Αυτό δεν μπορεί να είναι η περιβόητη «επανεκκίνηση», η οποία στην πραγματικότητα αποτελεί μια εκδοχή της περιβόητης «επιστροφής στην κανονικότητα».

Οι εργοστασιακές ρυθμίσεις του κράτους μας και της κοινωνίας μας αποδείχτηκε έμπρακτα ότι δεν ήταν αρκετές ούτε για τον 20ο αιώνα. Είναι δυνατόν να αρκέσουν στον 21ο αιώνα, στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης;

Μόνο ως κακό αστείο ακούγεται η επανεκκίνηση. Και κάθε κουβέντα για «επανεκκίνηση» ή «επιστροφή στην κανονικότητα» προδίδει τις τεράστιες θυσίες του λαού μας μετά το 2010. Δεν πονέσαμε, δεν υπομείναμε, δεν στερηθήκαμε για να γυρίσουμε πίσω. Το κάναμε με το όραμα ότι δεν θα ξαναγυρίσουμε στο παρελθόν.

Στον μεταπανδημικό κόσμο οι αλλαγές θα είναι τεκτονικές και γρήγορες.Όσα κράτη άντεξαν και έχουν δυνάμεις, θα αδράξουν τις ευκαιρίες και θα κυριαρχήσουν.

Όσα υπέστησαν σοβαρές πολυεπίπεδες απώλειες και δεν έχουν δυνάμεις, θα παρακμάσουν.

Η πραγματικότητα αντιστέκεται και ο κόσμος μας δεν είναι προϊόν μόνο της βούλησής μας. Η τεχνολογία προαναγγέλλει μια μεγάλη αναμόρφωση, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Για να μην χάσουμε και αυτό το τρένο της ιστορίας και ξανατρέχουμε από πίσω του ασθμαίνοντας, χρειαζόμαστε μια μεγάλη αναμόρφωση του κράτους μας και της κοινωνίας μας, μια μεγάλη αναμόρφωση της Ελλάδας. Τίποτα λιγότερο δεν αρκεί.

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» συνιστά προαναγγελία μελλοντικής συντριβής και όχι αισιόδοξη προοπτική. Ας συνειδητοποιήσουμε πως το μέλλον μας κυοφορείται στο παρόν μας· βρίσκεται εμβρυακά μέσα σε ό,τι κάνουμε και ιδίως σε ό,τι δεν κάνουμε σήμερα. Συνεπώς, μεγάλη αναμόρφωση της Ελλάδας τώρα!

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.