Ορθολογιστάν

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Δρ. Θανάση Μπούνταλη

Χημικού-Ερευνητή

Η απαγόρευση των λατρευτικών εκδηλώσεων λόγω του κορωνοϊού καθ’ όλη την διάρκεια του 2020 ήταν αφορμή να αναδειχθεί εκ νέου η πόλωση μεταξύ πιστών και μη πιστών, με αποκορύφωμα τον πρόσφατο εορτασμό των Θεοφανίων.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μεγεθυντικοί φακοί οποιασδήποτε πόλωσης, πλημμύρισαν από χαρακτηρισμούς περί «χριστιανοταλιμπάν», «παπαδαριού», «Ιράν της Μεσογείου», και «Ορθόδοξου Ιράν», σε αντιδιαστολή με τον «δρόμο της λογικής», τον «ορθολογισμό» που θα έπρεπε να ακολουθήσουν οι πιστοί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτήν την επίθεση, κατά της θρησκείας εν γένει και της Εκκλησίας ειδικότερα, βρήκαν κοινό τόπο «φιλελεύθεροι» και «αριστεροί».

Οι μεν ως ενσάρκωση της σοβαρότητας και του ορθολογισμού, με αρχέτυπο τον ορθολογικό και υλιστή Homo economicus· οι δε ως ενσάρκωση της ευαισθησίας και της δικαιοσύνης, με αρχέτυπο τον εξίσου υλιστικό οικονομισμό και σωτηριολογία του Μαρξ.

Την αντιφατική σύμπλευση αυτών των φαινομενικώς αντιπάλων ιδεολογιών έχει ερμηνεύσει ο Jean-Claude Michéa, αντιλαμβανόμενος αμφότερες ως εκφάνσεις της ιδεολογίας της προόδου.

Στο Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ κάνει την κρίσιμη αντιδιαστολή της «αριστεράς» (που έλκει την καταγωγή της από τον Διαφωτισμό) με τον «σοσιαλισμό» (που έλκει την καταγωγή του από το επαναστατικό εργατικό κίνημα).

Αν και ως χώροι σήμερα λογίζονται ως ταυτόσημοι, η αριστερά μάλλον καταβρόχθισε το εργατικό κίνημα, τα απομεινάρια του οποίου καταγγέλλει για «λαϊκισμό».

Ως προς την θρησκεία, οι δύο πτέρυγες του «κόμματος της προόδου» προτείνουν το ίδιο πρόγραμμα, αλλά με διαφορετική ορολογία.

Οι μεν φιλελεύθεροι καλούν για προσήλωση σε μια «κοινή λογική» αυταπόδεικτων αρχών και σε σεβασμό των νόμων της Πολιτείας, αφήνοντας την θρησκεία στην ιδιωτική σφαίρα του καθενός.

Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Οι δε αριστεροί προχωρούν τον συλλογισμό στο λογικό του έπακρο και θεωρούν την θρησκεία εν γένει ως κακή συνήθεια, μέσον καταπίεσης των μαζών (το «όπιο του λαού» με βάση την παρανενοημένη φράση του Μαρξ) και ως κάτι που κακώς συνεχίζει να υπάρχει.

Είναι το πρόγραμμα των ορθολογιστών πράγματι ορθολογικό, και σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, ή ένα ουτοπικό και κακομελετημένο Ορθολογιστάν; Μπορεί η θρησκεία να εκλείψει από το πολιτικό πεδίο, είτε μέσω διάκρισης των ρόλων είτε μέσω κρατικώς επιβεβλημένης αθεΐας;

Ας δεχθούμε προς στιγμήν ότι η εξ αποκαλύψεως αλήθεια δεν έχει θέση σε έναν ορθολογικό διάλογο όταν αμφότερα τα μέρη δεν την συμμερίζονται.

Aπουσία μιας τέτοιας ρητής και δεσμευτικής αλήθειας, δεισιδαιμονίας θα την έλεγαν κάποιοι, μπορούν τα θέματα της κοινωνίας να ρυθμισθούν βάσει κοινώς αποδεκτών ηθικών αρχών;

Προφανώς η «ηθική» είναι το ίδιο αυθαίρετη ως κοινωνικό κατασκεύασμα και οτιδήποτε «πολιτικό» θα στηθεί σε ένα προϋπάρχον αξιακό και πολιτισμικό σύστημα, ιστορικώς συνδιαμορφωθέν με κάποια κρατούσα θρησκεία.

Στα καθ’ ημάς θα ήταν απίθανη η νομιμοποίηση του φόνου σε έναν πολιτισμό του «ου φονεύσεις», ή νομιμοποίηση της ισλαμικού τύπου πολυγαμίας.

Η αθεΐα δεν θα ήταν η ίδια σε μια άθεη Ελλάδα και σε ένα άθεο Ιράν αφού ο κάθε άθεος είναι κοσμικός κοινωνός προϋπαρχουσών θρησκευτικών αρχών: ακόμη και ένας ΓΓ του ΚΚΕ χαίρεται να ακούει τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα!

Αλλά ακόμη κι αν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάποιες ηθικές αρχές αποκλείοντας την μεταφυσική τους προέλευση, είναι δυνατόν να αποκλείσουμε την πνευματικότητα; Αν διώξουμε τον Θεό, θα καταφέρουμε να ξεφορτωθούμε την θρησκεία;

Όχι αν πρέπει. Αν μπορούμε.

Έχει υπάρξει άθρησκη κοινωνία;

Μεταξύ ανθρωπίνων πολιτισμών που δεν είχαν καμία επαφή μεταξύ τους, από τους Αβορίγινες της Αυστραλίας μέχρι τους Αζτέκους, υπάρχουν γνωρίσματα που συναντώνται με εκπληκτική κανονικότητα, όπως η γλώσσα, οι μουσικές κλίμακες, η μαγειρική και η θρησκεία. Από πολιτισμό σε πολιτισμό μπορεί να διαφέρουν, αλλά σε κάποια μορφή είναι πάντα εκεί.

Οι ατονικοί/δωδεκατονικοί μουσικοί, όπως ο Arnold Schoenberg και ο Ιάννης Ξενάκης, επεχείρησαν να δημιουργήσουν μια τελείως ορθολογική και μαθηματική μουσική, αποδομώντας τις μουσικές κλίμακες. Και κατέληξαν σε δημιουργήματα όπως το κονσέρτο op. 42 ή οι Μεταστάσεις, που προκαλούν τέτοιον ακουστικό πόνο που αποτελεί κατόρθωμα να τα ακούσει κανείς μέχρι το τέλος.

Με όλο το μαθηματικό στήσιμο της παρτιτούρας, η αποδόμηση δεν υπολόγισε έναν παράγοντα: την νευροβιολογική τάση του ανθρωπίνου εγκεφάλου για αναγνώριση της αρμονίας, και την συναισθηματική ανταπόκριση σε αυτήν (βλ. π.χ. εδώ, εδώ και εδώ).

Οι μείζονες κλίμακες μας προκαλούν ανάταση, οι ελάσσονες μελαγχολία, οι χιτζάζ ευθυμία, κοκ. Όλα τα μαθηματικά του κόσμου δεν θα το αλλάξουν αυτό, και για να ξεφύγει ένα μουσικό έργο από την διανοητική αυτοϊκανοποίηση του δημιουργού και να «περπατήσει» μεταξύ του κοινού πρέπει να σεβασθεί αυτόν τον κανόνα.

Οι αποδομητές της θρησκείας βρίσκονται μπροστά σε ένα αντίστοιχο πρόβλημα: οσάκις επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα πλήρως άθρησκο πολιτικό σύστημα, διαπίστωσαν ότι δεν «τραβούσε» χωρίς τα μεταφυσικά και συναισθηματικά εξαρτήματα που τόσους αιώνες μεταχειρίζονται οι παραδοσιακές θρησκείες.

Τα συστήματα που τελικά πέτυχαν να παραμείνουν άθεα, δεν ήταν άθρησκα, αλλά κοσμικές θρησκείες που κατάφεραν να ανταγωνισθούν τις παραδοσιακές.

Δεν κάνω λόγο για την «ορθολογική» ψηλάφηση του Θείου που επιχείρησε ο ντεϊσμός, ή για την «φυσική θεολογία» του Εράσμου ή του Thomas More που προωθούσε την ανοχή σε διαφορετικά δόγματα.

Ούτε για την αντικληρηκαλική κριτική του Ρουσώ στον Ρωμαιoκαθολικισμό. Όλα αυτά δέχονταν το Θείο. Ο Ρουσώ στον Αιμίλιο αναφερόταν στο «Υπέρτατο oν», την λατρεία του οποίου εισήγαγε ο Ροβεσπιέρος κατά την Γαλλική Επανάσταση. Οι Ελευθεροτέκτονες εξέφραζαν πίστη στον «Μεγάλο Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος» και δεν δέχονταν στις στοές τους «ηλίθιους Αθεϊστές ούτε άθρησκους ακόλαστους» (stupid Atheist nor an irreligious Libertine), τουλάχιστον μέχρι το 1877.

Το βήμα παραπέρα, την πλήρη απόρριψη του Θείου σε πολιτικό επίπεδο ελάχιστοι επιχείρησαν, αλλά και όσοι το επεχείρησαν δεν ξέφυγαν από την θρησκεία. Άθεη, αλλά θρησκεία.

Κατά την Γαλλική Επανάσταση, επαναστατικές φράξιες που εμπνέονταν από τις ιδέες του Ντιντερό, όπως οι Λυσσασμένοι (Enragés) και οι Υπερβολικοί (Exagerés) με πιο προβεβλημένο τον Jacques Hebert, εκδότη της εφημερίδας Le Père Duchesne, υποστήριζαν την πολιτική του βίαιου αποχριστιανισμού.

Συναισθανόμενοι όμως την ανάγκη πνευματικότητας των συμπατριωτών τους πολύ καλύτερα από ό,τι οι σημερινοί «ορθολογιστές»–με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις όπως ο Sam Harris–θεμελίωσαν ως πνευματικό αντιστάθμισμα μια νέα θρησκεία, την Λατρεία της Λογικής (Culte de la Raison).

Μάλιστα, ο Pierre-Gaspard Chaumette, μέλος των Λυσσασμένων, οργάνωσε την «Γιορτή της Λογικής», κατά την οποία εκκλησίες μετατράπηκαν σε «Ναούς της Λογικής και της Φιλοσοφίας», στους οποίους τελέσθηκαν τελετές λατρείας στην Λογική και την Φιλοσοφία.

Η απόπειρα δεν έμεινε αναπάντητη. Λίγες μέρες μετά, σε ομιλία του στην Λέσχη των Ιακωβίνων, ο Ροβεσπιέρος έλεγε με περιφρόνηση ότι:

«Η αθεΐα είναι αριστοκρατική.

Η ιδέα ενός Μεγάλου Όντος που προσέχει τον αθώο καταπιεσμένο, και που τιμωρεί το θριαμβευτικό έγκλημα, είναι πλήρως λαϊκή. [Χειροκροτήματα] Ο λαός, οι δυστυχείς, με χειροκροτούν.

Αν έβρισκα λογοκριτές θα ήταν μεταξύ των πλουσίων και των ενόχων […] Αν ο Θεός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε»–ο Richard Dawkins τρεις αιώνες αργότερα θα συμφωνούσε, παρατηρώντας με την ίδια περιφρόνηση «την γκροτέσκα αναντιστοιχία μεταξύ της αμερικανικής ιντελιγκέντσιας και των αμερικανών ψηφοφόρων», μόνο που επεφύλασσε την περιφρόνησή του για τους ψηφοφόρους.

Λίγους μήνες μετά, στις 7/5/1794 η Συνέλευση αποφάσισε να συμπεριλάβει στο Σύνταγμα ότι «ο γαλλικός λαός αναγνωρίζει το Υπέρτατο Ον και την αθανασία της ψυχής», και ο Ροβεσπιέρος οργάνωσε την Γιορτή του Υπερτάτου Όντος, η οποία είχε τεράστια επιτυχία στο Παρίσι και τις επαρχίες.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.