Γιατί το πανεπιστήμιο εδώ και πολλά χρόνια είναι «υπο διωγμό»;

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Λόη Λαμπριανίδη

Καθηγητή στο ΠΑ.ΜΑΚ., τ. Γενικού Γραμματέα Ιδιωτικών Επενδύσεων, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης

Για ακόμη μια φορά γινόμαστε μάρτυρες δραστικών αλλαγών που επιχειρούνται στην ανώτατη εκπαίδευση. Αλλαγές που γίνονται με προχειρότητα και υποδηλώνουν πως οι κυρίαρχες αυτή τη στιγμή οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις της χώρας δεν κατανοούν, ή δεν θέλουν να κατανοήσουν, τη ζωτική σημασία του πανεπιστημίου.

Ο σκοπός του πανεπιστημίου δεν είναι μόνο η μετάδοση, αλλά πρωτίστως η παραγωγή νέας γνώσης. Κατά συνέπεια, ο ρόλος του είναι εξ ορισμού ερευνητικός και εκπαιδευτικός ταυτόχρονα. Συντελεί στη διαμόρφωση επιστημονικού προσωπικού που μπορεί να διαγνώσει, να αντιμετωπίσει και να λύσει προβλήματα. Επίσης, το πανεπιστήμιο, παράγοντας κριτικούς επιστήμονες και την πνευματική ηγεσία μιας χώρας, συμβάλλει στην διαμόρφωση μιας κοινωνίας ελεύθερων πολιτών, στην ενίσχυση της δημοκρατίας και στη δημιουργία ισχυρών κινήτρων παραγωγικής δράσης. Συμβάλλει, δηλαδή, αποφασιστικά στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Πληθώρα εμπεριστατωμένων μελετών έχει ξεκάθαρα αναδείξει ότι η εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει την ατμομηχανή της ανάπτυξης μιας χώρας.

Λιγότερο γνωστές όμως είναι ορισμένες προϋποθέσεις της που σχετίζονται με την ευρύτερη δυνατή διευκόλυνση στην ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση (δηλ. ανισότητες στην περιουσία, εισόδημα, εκπαιδευτικό επίπεδο γονέων, ιδεολογικών προκαταλήψεων λόγω φύλλου, φυλής, κοινωνικής τάξης κτλ.) και εμποδίζουν την ευρεία εξάπλωση των ωφελημάτων απ’ αυτήν. Η απουσία συζητήσεων επ΄αυτών και η έλλειψη εξοικείωσης του κοινού με αυτές τις απόψεις αποτελούν μείζονα αρνητικό αναπτυξιακό παράγοντα μεσο και ιδίως μακροχρόνια.

Τα πανεπιστήμια δίνουν αποφασιστική ώθηση στην έρευνα σε όλους τους τομείς (κριτική ανανέωση και παραγωγή νέας γνώσης, νέας τεχνολογίας και νέων δεξιοτήτων, εδραίωση μεθοδολογικών εργαλείων κτλ.), που στη συνέχεια μπορούν να την αναπτύξουν και να την εφαρμόσουν οι παραγωγικές δυνάμεις μιας χώρας. Η έρευνα λοιπόν αποτελεί καθοριστικό πυλώνα και βασικό συστατικό στοιχείο των πανεπιστημίων και της απασχόλησης των πανεπιστημιακών, καθώς και απαραίτητη για την ανάπτυξη ιδίως των πιο ανεπτυγμένων κοινωνιών, όπως πράγματι είναι και η δική μας. Με αυτή την έννοια, τα πανεπιστήμια μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη της χώρας με διπλό τρόπο: μέσω της συνολικής πνευματικής και επιστημονικής ανάπτυξής της και μέσω της προώθησης της ερευνητικής δραστηριότητας, στην οποία θα στηριχθεί η παραγωγή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά και ιδεών που θα συμβάλλουν στην πολύπλευρη και ολοκληρωμένη ισότιμη ανάπτυξη της χώρας μας..

Στη σημερινή συγκυρία, ο ρόλος του ελληνικού πανεπιστημίου είναι εξαιρετικά κρίσιμος. Η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει, εδώ και καιρό, μια «διπλή πίεση», με την έννοια ότι τα προϊόντα των ελληνικών επιχειρήσεων αφενός είναι ακριβότερα συγκριτικά με τα αντίστοιχα των παραγωγών χαμηλού κόστους και αφετέρου είναι ποιοτικώς υποδεέστερα από τα αντίστοιχα των ποιοτικότερων παραγωγών. Η Ελλάδα δεν μπορεί να κερδίσει τη μάχη του φτηνού προϊόντος, γιατί διαθέτει ένα βιοτικό και κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο που ευτυχώς ακόμη και σήμερα, και παρά τις συνταγές λιτότητας και «φτηνής εργασίας» των μνημονιακών χρόνων, δεν αναδεικνύει ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το χαμηλό κόστος εργασίας, παρά μόνο δευτερευόντως και αναποτελεσματικά επί της ουσίας.

Η μετατόπιση από τον ανταγωνισμό τιμών στον ανταγωνισμό ποιότητας αποτελεί για τις ελληνικές επιχειρήσεις μονόδρομο. Άλλωστε, αυτήν την οδό έχουν επιλέξει όλες οι προηγμένες οικονομίες. Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι η μετακίνησή της στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας, προς την παραγωγή προϊόντων έντασης γνώσης. Δεν αναφέρομαι απαραίτητα στους κλάδους που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας (αεροναυπηγική, βιοτεχνολογία κτλ.) αλλά σε αυτούς που έχουμε ήδη συγκριτικό πλεονέκτημα και κυρίως σε ορισμένους κλάδους υψηλής τεχνολογίας και μεγάλου αναπτυξιακού δυναμικού, στους οποίους αν και δεν έχουμε επί του παρόντος πλεονέκτημα, είναι δυνατό με την συμβολή του ιδιωτικού αλλά και του κρατικού τομέα να αποκτήσουμε. Είναι μάλιστα πολύ κρίσιμο να γίνει κατανοητό, ότι, όπως δείχνουν πολλές πρόσφατες έρευνες, ακριβώς αυτή η εύλογη υπέρβαση του στατικού υπάρχοντος συγκριτικού πλεονεκτήματος αποτελεί πολύ κρίσιμο στοιχείο, ενδεχομένως το αποφασιστικό μέτρο αναπτυξιακής επιτυχίας. Η αναγκαία συμβολή του κρατικού τομέα σ΄ αυτήν την επιτυχή πορεία, περνά προφανώς ως ένα μεγάλο βαθμό και από τα πανεπιστήμια και ιδίως από τον ρόλο τους στην παραγωγή γνώσης.

Εάν λοιπόν στοχεύουμε στην αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας στον Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας, θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές για τη δόμηση πλεονεκτημάτων προς αυτήν την κατεύθυνση, όπου αναπόφευκτα το πανεπιστήμιο θα παίξει κεντρικό ρόλο. Είναι σαφές ότι η χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής έρευνας και η στελέχωση των πανεπιστημίων με μέλη ΔΕΠ είναι απαραίτητα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Ακαδημαϊκή αριστεία και καινοτομία χωρίς υλικούς και ανθρώπινους πόρους απλώς δεν γίνεται!

Επίσης είναι απαραίτητα και για έναν επιπλέον λόγο: το πανεπιστήμιο αποτελεί την κύρια διέξοδο για ερευνητική δραστηριότητα νέων επιστημόνων (μεταπτυχιακών φοιτητών, υποψηφίων διδακτόρων και νέων ερευνητών κατόχων διδακτορικών διπλωμάτων) συντελώντας έτσι στη δημιουργία μιας ερευνητικής κοινότητας και επιτρέποντας την αυτο-αναπαραγωγή του πανεπιστημίου. Παράλληλα, η μεγάλη πλειονότητα των ερευνητών – ιδίως των πολυτεχνικών σχολών – μετακινείται μετά από μερικά έτη στις επιχειρήσεις, όπου και μεταφέρει ένα σημαντικό κομμάτι της ερευνητικής τεχνογνωσίας, άσχετα εάν πολλές επιχειρήσεις δεν το αξιοποιούν πάντοτε πλήρως στην πορεία. Σταδιακά βλέπουμε αυτήν την τάση να ισχύει και για όλους σχεδόν τους κλάδους. Για παράδειγμα οι απόφοιτοι γεωπονικών σχολών αναδιατάσσουν την αγροτική παραγωγή και οι απόφοιτοι κοινωνικών επιστημών έχουν βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των θεσμών ένταξης προσφύγων και μεταναστών.

Μέχρι πρόσφατα, η οικονομία χρειάζονταν το πανεπιστήμιο μόνο για τη στελέχωση του δημόσιου τομέα και αυτό σε κάποιες περιπτώσεις επέτρεπε την υπονόμευσή του με το ρίχνεται βορά για την ικανοποίηση της εκλογικής πελατείας. Σήμερα, εάν συνειδητά στοχεύουμε στην αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές για τη δόμηση πλεονεκτημάτων προς μια κατεύθυνση όπου αναπόφευκτα το πανεπιστήμιο θα παίξει κεντρικό ρόλο.

Πράγματι τελευταία, διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια στροφή από μερίδα της επιχειρηματικής κοινότητας, η οποία συνειδητοποιεί πως είναι σημαντικό για την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της να επενδύσει στην Έρευνα. Αυτό οδήγησε στην αύξηση της συμβολής της έρευνας που γίνεται στις επιχειρήσεις στη συνολική δαπάνη για την έρευνα. Συγκεκριμένα, την περασμένη δεκαετία υπήρξε τεράστια αύξηση των δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α): 2011 0,67% του ΑΕΠ, 2014 0,83%, 20181 1,18% και μάλιστα με υπερδιπλασιασμό της συμμετοχής των επιχειρήσεων στο διάστημα αυτό από 0,23% σε 0,28% και σε 0,57% (ΕΚΤ). Τα ποσοστά βέβαια αυτά εξακολουθούν να υπολείπονται κατά πολύ του μέσου όρου της ΕΕ που το 2018 ήταν 2,18%2 από το οποίο το 1,28% οφείλονταν στη συμμετοχή των επιχειρήσεων.

Όμως δυστυχώς το τμήμα του κεφαλαίου που κατανοεί της σημασία της Ε&Α δεν είναι ισχυρό πολιτικά, φαίνεται πως οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις που επηρεάζουν την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, έχοντας επενδεδυμένα συμφέροντα σε οικονομικές δραστηριότητες που είναι χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία του πανεπιστημίου.

Τα πανεπιστήμια, αναμφίβολα, έχουν προβλήματα. Επίσης αναμφίβολα, υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης της σύνδεσης πανεπιστημίου-οικονομίας, αλλά αυτό δεν είναι απόρροια μόνο δυσκολιών από την πλευρά του πανεπιστημίου. Όμως, η «εικόνα» που καλλιεργείται για τα πανεπιστήμια της χώρας τα αδικεί. Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΚΤ, το 2018 η συμβολή των ΑΕΙ στις δαπάνες για Ε&Α αντιστοιχούσε στο 0,34% του ΑΕΠ. Επιπλέον το 5,7% των συνολικών δαπανών των επιχειρήσεων για Ε&Α στην Ελλάδα πραγματοποιούνταν μέσω των ΑΕΙ, που είναι σχεδόν διπλάσια του κοινοτικού μέσου όρου.

Η επίθεση στο πανεπιστήμιο συνιστά μια επικοινωνιακή και λαϊκιστική τακτική, με την παρουσίασή του σαν κέντρο ανομίας, και η υποβάθμιση της δουλειάς που γίνεται σε αυτό με την απαξίωσή του μέσω της σύγκρισής του με τα ελάχιστα πανεπιστήμια που για πάρα πολλούς λόγους είναι στην παγκόσμια πρωτοπορία. Χρειάζεται ένας ειλικρινής διάλογος για τη βελτίωση του πανεπιστημίου και του ρόλου του στην ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, υποστηρίζω ότι θα πρέπει σχεδόν αξιωματικά να λέγεται δημοσίως ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να προστατευθεί ως κόρη οφθαλμού. Και βέβαια, οποιεσδήποτε αναγκαίες αλλαγές στη λειτουργία του πρέπει να είναι απόρροια τεκμηριωμένης μελέτης.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση σήμερα ενώ προχωρά σε δραστικές αλλαγές στη λειτουργία του πανεπιστημίου προβάλλει κυρίως το θέμα της παρουσίας της αστυνομίας στο πανεπιστήμιο, παρά την συνολική διαφωνία της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αναμφίβολα αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, αλλά και ένα ζήτημα το οποίο μέχρι σήμερα έχει επανειλημμένως χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση ως «αντιπερισπασμό» για να μεταφέρει τη συζήτηση από σοβαρότερα υπαρκτά ζητήματα (οικονομία, πανδημία κτλ.), σε αυτό που θεωρεί προνομιακό της πεδίο, το «νόμος και τάξη». Ας μην εγκλωβιστούμε σε αυτό το επίπεδο, θα αδικήσουμε τον αναγκαίο δημοκρατικό διάλογο για το παρόν και το μέλλον του δημόσιου και καινοτόμου πανεπιστημίου.

1 Το συνολικό ποσό των δαπανών για Ε&Α στην Ελλάδα έφτασε τα 2,2 δις και από αυτό το 1,1 δις το δαπάνησαν οι επιχειρήσεις.

2 Αντίστοιχα των ΗΠΑ ήταν 2,82% και της Ιαπωνίας 3,28%

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.