Εγκληματικότητα, ηλικιωμένοι και δημόσια ασφάλεια

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Λέανδρου Τ.Ρακιντζή

Αρεοπαγίτη ε.τ.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση μεταξύ άλλων τίθεται και το ερώτημα πόσο ανησυχούν οι Έλληνες για την εγκληματικότητα και την έλλειψη δημόσιας ασφάλειας στη χώρα μας. Οι απαντήσεις κυρίως των ηλικιωμένων και μοναχικών ανθρώπων δείχνουν, ότι σχεδόν ολόκληρη η συμπαθής αυτή κατηγορία συνανθρώπων μας διαβιώνουν υπό το συνεχή φόβο ότι θα γίνουν θύματα ληστείας από συμμορίες αδίστακτων εισαγομένων και μη κακοποιών κάθε ηλικίας, που όχι μόνο θα τους πάρουν χρήματα και τιμαλφή, αλλά θα τους κακοποιήσουν. Η μόνη άμυνα τους είναι να κλειδαμπαρώνονται μόλις σκοτεινιάσει στα σπίτια τους και την ημέρα να κυκλοφορούν μετά φόβου θεού για να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια τους χωρίς πολλές επαφές με τους φίλους και συγγενείς. Αυτό το σκηνικό το βλέπεις στις παλιές καλές συνοικίες της Αθήνας, που οι παλιοί κάτοικοι έχουν γεράσει, και στα βόρεια και στα νότια προάστια, όχι τόσο στα δυτικά.

Οι ληστείες και οι κλοπές είναι τόσο πολλές κυρίως στις περιόδους των εορτών, που απλά καταγράφονται από την Αστυνομία, αλλά δεν αποτελούν είδηση για τα ΜΜΕ παρά μόνο, όταν συλληφθεί η συμμορία ή υπάρχει δολοφονία. Μέχρις εκεί, το τι γίνεται μετά είναι μια άλλη ιστορία, που είναι το ζήτημα, που θα ερευνήσουμε. Εκείνο που είναι βέβαιο, ότι τα κλεμμένα λεφτά και τιμαλφή σπάνια επιστρέφονται στους ιδιοκτήτες είτε γιατί κρύβονται είτε σπαταλιούνται είτε γιατί με αυτά πληρώνονται η νομική υποστήριξη και οι εξαγορές των ποινών, έτσι όμως το θύμα είναι κατά τη λαϊκή έκφραση και κερατάς και δαρμένος.

Είναι γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό η Αστυνομία είχε πολλές επιτυχίες στη σύλληψη των συμμοριών που καταλήστευαν μοναχικούς και ηλικιωμένους κατοίκους εύπορων συνοικιών, η δε Αστυνομία με την άδεια του Εισαγγελέα αναρτά τις φωτογραφίες των δραστών, που είναι συνήθως εισαγωγής ή εγχώριοι ξεχωριστοί νεαρής ηλικίας. Οι συλλήψεις όμως λόγω της υπάρχουσας νομοθεσίας ιδίως με τις μη αποτελεσματικές και αμελέτητες διατάξεις των νέων ποινικού και ποινικής δικονομίας κωδίκων δεν εκπληρώνουν τους σκοπούς της ειδικής και γενικής πρόληψης που επιδιώκεται με την επιβολή των ποινών, δηλαδή αφενός να εξουδετερωθεί ο δράστης με τον εγκλεισμό στις φυλακές για να μη διαπράττει άλλα αδικήματα και αφετέρου από τη βαρύτητα της ποινής να αποθαρρυνθούν οι επίδοξοι δράστες για τη διάπραξη αδικημάτων. Πολύ συχνά βλέπομε το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, οι αστυνομικοί με κίνδυνο της ζωής τους, γιατί κάποιοι κακοποιοί οπλοφορούν και κάποιοι είναι τρελαμένοι από τα ναρκωτικά, να συλλαμβάνουν τη συμμορία των ληστών, ο εισαγγελέας τους παραπέμπει στο αυτόφωρο να δικασθούν για πλημμελήματα, η υπόθεση αναβάλλεται με αίτηση τους σε ρητή δικάσιμο και οι κακοποιοί να αφήνονται ελεύθεροι και εξαφανίζονται για να συνεχίσουν την εγκληματική τους δράση, οπότε εάν συλληφθούν ξανά επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία με άλλα λόγια έγκλημα χωρίς τιμωρία..

Από τη κατάσταση αυτή προκύπτουν τουλάχιστον δύο βασικά συμπεράσματα. Πρώτον ότι οι κακοποιοί δεν φοβούνται τις συνέπειες της εγκληματικής δράσης τους, διότι η απόδοση της δικαιοσύνης στη χώρα μας δεν είναι αρκετά αποτελεσματική για την αποτροπή της εγκληματικότητας και αυτό οφείλεται στην ατελή ποινική νομοθεσία, που κατά το πλείστον θεσπίζεται με θεωρητικά κριτήρια από πανεπιστημιακούς παρά την προειδοποίηση του Bismarck «drei professores vaterlandverloren» και όχι  από πρόσωπα που έχουν ασχοληθεί πρακτικά με τη ποινική διαδικασία και γνωρίζουν τα προβλήματα από πρώτο χέρι ή ενίοτε για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων ή ιδεοληψιών, ως και στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών από τα δικαστήρια κατά παγία πρακτική π.χ. κάθε κατηγορούμενος θεωρεί ότι δικαιούται ως κεκτημένο δικαίωμα μία αναβολή δικασίμου. Δεύτερονοι αστυνομικοί βλέποντας τους επικίνδυνους κακοποιούς να αφήνονται ελεύθεροι από τα δικαστήρια ή να τιμωρούνται ελαφρά ή με αναστολή της ποινής απογοητεύονται και χάνουν το ζήλο τους για την επικίνδυνη αποστολή τους. Επομένως οι διαμαρτυρίες των αστυνομικών, όταν μάλιστα χάνονται συνάδελφοι τους, είναι εύλογες και η απογοήτευση τους δικαιολογημένη και αυτό είναι ένα σημείο, που οι αρμόδιοι πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα γιατί υπάρχει κίνδυνος αδρανοποιήσεως της αστυνομικής προσπάθειας.

Ασφαλώς ο πλέον αρμόδιος για να επιλύσει τις δυσλειτουργίες αυτές κατά την απονομή της δικαιοσύνης είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, που θα πρέπει να εισηγηθεί τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την εμπέδωση της δημόσιας ασφάλειας με τη θέσπιση των καταλλήλων διατάξεων, αλλά και ο Εισαγγελεύς του Α.Π. που εκπροσωπεί την εισαγγελική αρχή, οι δικαστικές ενώσεις, που είναι πολυπράγμονες για τη προάσπιση των συνδικαλιστικών κεκτημένων, οι δικηγορικοί σύλλογοι και τα νομικά επιστημονικά σωματεία, που μπορούν και πρέπει να εισηγηθούν αρμοδίως με συγκεκριμένες προτάσεις σε συνδυασμό με τις δυνατότητες που διαθέτουν την επίλυση του ζητήματος.

Με το νέο Π.Κ. καταργήθηκαν τα άρθρα 88-93 του παλιού Π.Κ. που αφορούσαν τους υπότροπους ή καθ’ έξη εγκληματίες με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν οι έννοιες αυτές και οι ειδικές κυρώσεις που συνεπάγονται, στο ποινικό μας οπλοστάσιο. Εξάλλου στην αποδυνάμωση του οπλοστασίου συμβάλλει η τροποποίηση του άρθρου 133 Π.Κ. με το οποίο παρέχονται οι ελαφρυντικές περιστάσεις του νεαρού ενήλικα μέχρι τη συμπλήρωση του εικοστού πέμπτου της ηλικίας του δράστη ενώ ήταν το εικοστό πρώτο, διάταξη οξύμωρη, γιατί με τη συμπλήρωση του17ου έτους παρέχεται δικαίωμα ψήφου και επομένως θεωρείται ενήλικας,  ενώ μέχρι το 25ο έτος θεωρείται νεαρός ενήλικας. Οι διατάξεις του παλιού Π.Κ. που καταργήθηκαν είχαν αποδειχθεί στη πράξη ιδιαιτέρως επιτυχείς, η δε κατάργηση τους δεν εξυπηρετεί κανένα ποινικό , μπορεί όμως πολιτικό, σκοπό ούτε δόθηκε επαρκής εξήγηση για τη κατάργηση τους και πρέπει να θεσπισθούν εκ νέου.

Από ότι διαβάζω στα ΜΜΕ οι συμμορίες των εγκληματιών εισέρχονται στα σπίτια των ηλικιωμένων και με απειλή της βίας ή με βία αφαιρούν χρήματα και τιμαλφή, όταν δε συλλαμβάνονται παραπέμπονται από τους εισαγγελείς στο αυτόφωρο να δικαστούν για κλοπές σε βαθμό πλημμελήματος. Κατά τη ταπεινή μου γνώμη οι πράξεις των παραπάνω δραστών, όπως περιγράφονται, συνιστούν τις σε βαθμό κακουργήματος πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης (αρθ.187Π.Κ) και της ληστείας ( αρθ.380Π.Κ.), για τις οποίες επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση. Δεν γνωρίζω γιατί οι εισαγγελείς πολλές φορές ακολουθούν διαφορετική πρακτική, ίσως γιατί οι φυλακές είναι υπερκορεσμένες, αλλά αυτό δεν είναι επαρκής αιτιολογία να ταλαιπωρούνται οι μοναχικοί ηλικιωμένοι συμπολίτες μας από την ευνοϊκή μεταχείριση των δραστών.. Όσο αφορά τους αλλοδαπούς εγκληματίες, που βρίσκονται παράνομα στη χώρα μας, πρέπει να επανέλθει η δικαστική απέλαση με τις προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ και του χάρτη ΘΔ , την οποία να διατάζει το ποινικό δικαστήριο μαζί με τη ποινική καταδίκη του δράστη για την εγκληματική πράξη, καθόσον η διοικητική απέλαση αποδείχθηκε μη αποτελεσματική.

Δεν παραγνωρίζω τη προσπάθεια, που κάνει η κυβέρνηση για τη ταχεία απονομή της δικαιοσύνης στις οικονομικές υποθέσεις για να δημιουργηθεί η απαραίτητη για τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη ασφάλεια δικαίου. Δεν λαμβάνει όμως καμιά μέριμνα για τον απλό πολίτη, όπως λαμβάνει για το μεγάλο κεφάλαιο, ώστε να μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να βρει το δίκιο του εντός προβλεπτού χρόνου, γιατί με την υπάρχουσα κατάσταση, όποιος το τολμήσει, που για τον απλό πολίτη είναι τόλμημα, μπορεί, μετά από οκτώ χρόνια και συνεχή ταλαιπωρία, αγωνία, τρεξίματα, πολύωρες αναμονές στα ακροατήρια και συχνές αναβολές δικασίμου, παρακάλια σε μάρτυρες να καταθέσουν γιατί φοβούνται τη μήνυση για ψευδορκία και έξοδα, που ένα μέσο νοικοκυριό δύσκολα αντέχει, να δικαιωθεί με μια πύρρεια νίκη, που προσφέρει μόνο ηθική ικανοποίηση χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, γιατί οι πολιτικές αποφάσεις που επιδικάζουν αποζημίωση συνήθως δεν εκτελούνται ελλείψει περιουσίας, οι δε ποινικές καταδίκες μέχρι τριών ετών φυλάκιση αναστέλλονται. Επιπλέον τα ελαφρά πλημμελήματα με νόμους που εκδίδονται κατά τακτικά χρονικά διαστήματα παραγράφονται π.χ. αμφιβάλλω αν για τα ήσσονα πλημμελήματα της τελευταίας δεκαετίας υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη λόγω των συχνών δια νόμου παραγραφών.

Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε ανεπαίσθητα και σταδιακά με πρακτικές ετών, νομοθετικές παρεμβάσεις με πολιτική ή ατομική κατεύθυνση ή για την ικανοποίηση συντεχνιακών αιτημάτων, εγγενείς δυσχέρειες, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και παθογένειες , αδυναμία της Πολιτείας να αντιληφθεί έγκαιρα και να επιλύσει νομοθετικά ή με την παροχή μέσων τα εκάστοτε προβλήματα , πελατειακό κράτος , αποφυγή συγκρούσεων με συντεχνίες , μειονότητες ή ιδιαιτερότητες με αποτέλεσμα ακόμα και σε επείγουσα ανάγκη για τη λήψη μέτρων οι εκάστοτε κυβερνήσεις να καταφεύγουν σε μερεμέτια παραπέμποντας την επίλυση των προβλημάτων στους επόμενους με ωραία λόγια και σκληρές δηλώσεις τύπου το μαχαίρι θα φθάσει στο κόκαλο.

Το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας που θα συντελέσει την εξάλειψη του φόβου για τους μοναχικούς και ηλικιωμένους από τη δράση των εγκληματικών συμμοριών και της κοινωνικής ειρήνης από την αντικοινωνική συμπεριφορά κάποιων που ελλείψει κυρώσεων δεν σέβονται τα δικαιώματα των άλλων. Το ζήτημα είναι πολυσύνθετο με πολιτικές προεκτάσεις και δεν επιδέχεται άμεσα οριστική λύση. Για μεν τους από εισαγωγή εγκληματίες, που βρίσκονται παράνομα στη χώρα, το ζήτημα είναι αστυνομικό πρέπει να συλλαμβάνονται με άμεση απέλαση, για όσους απέκτησαν την ελληνική υπηκοότητα το ζήτημα είναι εσωτερικό και πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι. Το πρόβλημα με τους δικούς μας ξεχωριστούς είναι δυσεπίλυτο γιατί λόγω νοοτροπίας δεν συμμορφώνονται με το νόμο, μπορεί όμως να λυθεί μόνο με την παιδεία, αλλά αυτό απαιτεί βάθος χρόνου και συνεχή προσπάθεια. Θα μπορούσε όμως η Πολιτεία να διευκολύνει τα θύματα των ληστειών κατά τη δικαστική διαδικασία, τα οποία καλούνται σαν μάρτυρες στο ακροατήριο όπου λόγω των πολλών αναβολών ,που χορηγούν τα δικαστήρια αφειδώς, αναγκάζονται να προσέρχονται με πολύ ταλαιπωρία πολλές φορές στο δικαστήριο και να καταθέτουν μετά δισταγμού λόγω του φόβου των αντιποίνων. Η μόνη λύση είναι να μη καλούνται στο δικαστήριο αλλά με διάταξη νόμου να αναγιγνώσκεται η κατάθεση τους, γιατί ούτε η σχεδιαζόμενη διαδικτυακή διαδικασία των δικών θα εξυπηρετήσει τους εκτός ηλεκτρονικής εποχής ηλικιωμένους . Επίσης πρέπει να απλουστευθεί η διαδικασία απόδοσης των κλοπιμαίων στους ιδιοκτήμονες, που τώρα απαιτεί πολύ χρόνο, δαπάνη και ειδική διαδικασία. Με το νέο Π.Κ. καταργήθηκαν τα πταίσματα, που είναι ήσσονες παραβατικές συμπεριφορές ως αδικήματα με αποτέλεσμα οι ρυπάνσεις των τοίχων και οι ηχορυπάνσεις και άλλες αντικοινωνικές συμπεριφορές να μη θεωρούνται ποινικά αδικήματα και να μη τιμωρούνται, αλλά η ασυδοσία αυτή μπορεί να προκαλέσει αυτοδικίες, έριδες και διαπληκτισμούς με διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης. Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη να θεσπισθούν τώρα, που τα δικαστήρια υπολειτουργούν λόγω πανδημίας, οι παραβατικές αυτές συμπεριφορές ως ποινικά αδικήματα.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.