«Dobby μου, κοίτα να έρθεις στα όνειρά μου»

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Η Αλεξάνδρα Δημοπούλου (ΙΤΥΕ – πανεπιστήμιο Πατρών, σύμβουλος του Δημάρχου Πατρέων στο θέμα των αδέσποτων), εμφανώς συντετριμμένη, καθώς έφυγε από τη ζωή προσφάτως ο αγαπημένος της σκυλάκος, έκανε την παρακάτω ανάρτηση στο fb:Σήμερα έγινε ο ενταφιασμός της καρδιάς μου, του Dobby.

Γέμισα με ροδοπέταλα το νεκρό σώμα του και με μαργαρίτες. Του φυτέψαμε ένα κυκλάμινο στα πόδια του. Του αφήσαμε λουλούδια πάνω στο μνήμα του. Μα δεν ξέρω τι νόημα έχουν όλα. Ήταν ο ίδιος ένα τριαντάφυλλο που ποτέ δεν μαραινόταν. Μια σπάνια ορχιδέα. Μα ξαφνικά όλα έφυγαν.

Ήρθαν όλα τα γειτονάκια να τον αποχαιρετήσουν. Ήρθε ο Μουρχούτης, η Κούβα, ο  Μπούμπυ, ο Κόμιξ, η Τζίλντα και άλλα που έκανε παρέα. Ήρθε κι η Σαριτέ η κολλητή του στα γρήγορα κι έφυγε . Όλα τα δύσκολα τα έκανε ο Σωτήρης με τη Βαλεντίνα με πόνο ψυχής γιατί τον ήξεραν από κουταβάκι. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ την ευλάβειά τους. Ήρθαν κι οι γείτονες που είχαν μοιραστεί πολλά μαζί του και τον αγαπούσαν. Η κυρά Λίτσα κι ο κυρ Σπύρος. Ήταν κι άλλοι φίλοι που ήθελαν να έρθουν και τους ευχαριστούμε μα ένιωθα δέος γι αυτές τις στιγμές κι ήθελα ησυχία.

Εδώ θα βρίσκεται πλέον το κορμί του πιο υπέροχου σκύλου που πέρασε από τη γη. Τον ίδιον θα τον αναζητώ πάντα. Θα ζει παντού κι εδώ γύρω μας. Θέλω να ζει. Μα δεν θα μπορώ να τον έχω και να μοιράζομαι. Δεν θα ξεχάσω το βλέμμα του, το κούνημα της ουράς και την εκκίνηση όταν καταλάβαινε ότι θα πάμε βόλτα στο ρυάκι. Την ικανοποίησή του και τη λατρεία στα μάτια του όταν τον αγκάλιαζα σφιχτά και του έλεγα «Που είσαι Ντόμπυ μου? Που είσαι ψυχή μου, που είσαι παιδί μου και σε ψάχνω?», την κίνησή του να πηδήξει στο αυτοκίνητο, τη σιωπή του όταν τρέχαμε στα δύσκολα. Την ευγένειά του. Τη μεγαλοπρέπειά του και τη μεγαλοκαρδία του προς όλα τα άλλα πλάσματα. Όταν φόρτωνα το αυτοκίνητο άγνωστα ζώα για να πάμε στο γιατρό απλά έκανε στην άκρη για να χωρέσουν. Κι έλεγα δυνατά «Ο Ντόμπυς μου είναι ο πρώτος». Μα γι αυτόν δεν υπήρχε ανταγωνισμός. Είχε κατακτήσει τον κόσμο με την ήρεμη επιβλητικότητά του. Δεν είχε κανένα από τα ελαττώματα των ανθρώπων αλλά ούτε και των σκύλων. Όπου παρουσιαζόταν τον αγαπούσαν, αυτόν ήθελαν. Ήταν δημοφιλής μα μοναχικός στην ουσία.Είχε υπομονή ατελείωτη και με συντρόφευε ακούραστα στη δύσκολη ζωή μου. Δεν τον ένοιαζαν οι παράδεισοι. Όπου βρισκόταν ήταν παράδεισος. Κάποιες φορές νόμιζα πως μου μιλούσε ξεκάθαρα στη δική μου γλώσσα.

Ο Dobby είχε μια υπέροχη οικογένεια πριν από μένα. Ένας καθηγητής από το τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου τον είχε βρει κουταβάκι παρατημένο. Τον πήγε σπίτι του για φιλοξενία. Μόλις τους υποδέχτηκαν η γυναίκα του με την κόρη του και τον πήραν αγκαλιά κατάλαβε πως τα σχέδια για φιλοξενία δεν θα λειτουργούσαν. Δεν θα έφευγε ποτέ από το σπίτι. Η κόρη του του έδωσε το όνομα DOBBY. Τον μεγάλωσαν σαν σε παραμύθι. Όταν έφυγαν ήρθε στη δική μου αγκαλιά. Ήταν μια δική τους πρόταση γιατί δεν ήθελαν να τον ταλαιπωρήσουν στις μετακινήσεις. Τρελάθηκα από τη χαρά μου κι η πρόταση μου φάνηκε σοφή. Τον Dobby τον ήξερα και τον αγαπούσα ήδη. Γίναμε γρήγορα μια αδιάσπαστη δυναμική παρέα. Οι κολλητοί του ήταν η Σαριτέ η σκυλίτσα μου , ο γάτος ο Ricko, η γάτα η Λωτρέκ, o Μουρχούτης ο σκύλος του γείτονα, άλλα πλάσματα που φιλοξενούσα κατά καιρούς, τα γειτονάκια, κι όλα τα αδέσποτα που συναντούσαμε καθημερινά. Όταν έρχονταν οι δικοί του πάλι και μαζευόμασταν στο τζάκι, κι άναβαν όλα τα φώτα κι οι μουσικές, ο Dobby έδειχνε με τόση γαλήνη την ξεχωριστή χαρά του. Κι όταν ξανάφευγαν ο Dobby θεωρούσε αυτονόητο να τους ξεπροβοδίζει στη δική μου αγκαλιά και να μπαίνουμε πίσω στο σπίτι με χαρά πάλι. Μια φορά ο καθηγητής είπε «ο Dobby είναι σοφός. Δεν έχει διλήμματα. Ξέρει που να πάει».

Κάποτε στο σπίτι είχα φέρει κάτι νεογέννητα γατάκια από τον κάδο απορριμμάτων του Καστριτσίου και τα τάιζα με μπιμπερό. Ο Dobby τα πρόσεχε ως φύλακας  άγγελος, κι όταν ξυπνούσαν ερχόταν ανήσυχος να με ειδοποιήσει για να τους δώσω γάλα.

Μόλις θυμήθηκα και ένα του ελάττωμα. Κυνηγούσε τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα. Αν δεν τον προλάβαινα έβλεπα τον τρόμο στους διωγμένους και βιαζόμουν να εξηγήσω πως το κάνει μόνο για παιχνίδι. Με το που μιλούσα στους ξένους το πρόβλημα είχε λυθεί. Ο Dobby κουνούσε ουρά.   

Όταν κάποιος από τους αγαπημένους του κινδύνευε έτρεχε σαν ιππότης που λάμπει.

Όταν ήμουν έξαλλη με κάτι και γυρνούσα να τον κοιτάξω ντρεπόμουν βλέποντας την ηρεμία του. Ήταν τόσο αξιοπρεπής. Έζησε ελεύθερος. Δεν του απαγόρευα σχεδόν τίποτα. Φάνταζε ατρόμητος. Πως όλα τα καταφέρνει.

Τώρα όλος ο κόσμος είναι άχρωμος, όλα φαντάζουν ανούσια, και φοβάμαι τόσο.

Dobby μου, κοίτα να έρθεις στα όνειρά μου. Θέλω να σου πω ψυχή μου…

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.