Οι λέξεις δεν «πάνε» τον Ερντογάν

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Ηρακλή Γερογιώκα

Συντονιστή της Γραμματείας Διεθνών Σχέσεων και ΕΕ της ΝΔ

«Όχι λόγια, έργα», είναι ένα ρητό που ο πατέρας μου, συνήθιζε να επαναλαμβάνει όποτε ήθελε να με παρακινήσει να στρωθώ επιτέλους στο διάβασμα, πολύ συχνά δηλαδή.

Αρκετές αποφοιτήσεις και πολλά βιβλία αργότερα, είμαι σε θέση να υποστηρίξω ότι μερικές φορές οι λέξεις μιλούν πιο δυνατά από τις πράξειςκαι μερικές φορές, τις διαμορφώνουν κιόλας.

Αυτό επιβεβαιώνεται σε ορισμένα από τα πιο ισχυρά μέσα ενημέρωσης του κόσμου σχετικά με τις αναφορές τους στον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Και λοιπόν;«Αυτό δεν παράγει αποτελέσματα», κάποιος μπορεί να υποστηρίξει. Κατά κάποιο τρόπο, η επίδραση των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην εξωτερική πολιτική είναι σαν τη ζωή μετά το θάνατο. Οι περισσότεροι από εμάς που το πιστεύουμε θα θέλαμε να το αποδείξουμε, αλλά τα στοιχεία είναι ασαφή.

Είναι όμως γενικά αποδεκτό ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δρουν επιταχυντικά στη λήψη αποφάσεων, ασκώντας συναισθηματική πίεση αλλά και καθορίζοντας την ατζέντα. Εκτός από την παγκόσμια επιρροή και τη διεθνή κοινή γνώμη, τα μέσα ενημέρωσης ρυθμίζουν τη ροή πληροφοριών προς την κατεστημένη ελίτ, επηρεάζοντας την κρατική πολιτική. Η επιρροή αυτή βέβαια μπορεί να είναι αμοιβαία. Ωστόσο, η λογοδοσία του πολιτικού στο κοινό ενισχύει την επιθυμία μιας υπεύθυνης στάσης στη λήψη αποφάσεων έτσι ώστε να διασφαλιστεί μια θετική εικόνα των μέσων ενημέρωσης.

Πώς επηρεάζουν τα επίπεδα ήπιας ισχύος ενός καθεστώτος τη μακροπρόθεσμη ισχύ του σε σχέση με τα επίπεδα σκληρής ισχύος του; Είναι η «εικόνα» ο προπομπός του επερχόμενου;

Έχοντας αυτά τα ερωτήματα στο μυαλό μου, ξεκίνησα να ερευνώ αναφορές σε τρία άτομα που παίζουν ή έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πολυτάραχη γειτονιά μας. Αναφέρομαι στους Ερντογάν, Καντάφι και Σαντάμ Χουσεΐν. Οι αναφορές στον Ερντογάν αναφέρονται στα έτη 2019-2020 και στους Σαντάμ και Καντάφι έως δύο χρόνια πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος τους.

Ταμέσαταοποίαερευνήθηκανείναιοι The Washington Post, The NY Times, Time Magazine, the Guardian, the New Yorker Magazine, Foreign Policy, BBC, NBC, Deutsche Welle, Reuters, the Financial Times. Προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι οι αναφορές στον Τούρκο Πρόεδρο, τις περισσότερες φορές, είναι πιο συναισθηματικά φορτισμένες από αυτές που αναφέρονται στον Καντάφι και τον Χουσεΐν στην αρχή της εκστρατείας των δυτικών μέσων ενημέρωσης εναντίον τους. Θα αναφέρω μερικές από αυτές.Ο Ερντογάν περιγράφεται ως «παραβάτης, λυπηρός, ταραχοποιός, επιθετικός, κατακτητής, απελπισμένος, αυταρχικός, εκφοβιστικός, απειλητικός, κυρίαρχος, πρώην σύμμαχος».

Ο Καντάφι ως «προβληματικός, απρόβλεπτος, παράξενος, ευκαιριακός, εκκεντρικός, παρίας, οραματιστής, χαοτικός, αποδιοργανωτικός».

Ο Σαντάμ Χουσεΐν χαρακτηρίστηκε ως «φοβισμένος, αδίστακτος, ένοχος, παραβάτης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυρίαρχος, δικτάτορας, εγκληματίας πολέμου».

Η τουρκική ήπια ισχύς, εξ ορισμού, θα υποχωρούσε σταθερά με το τέλος της πολιτικής των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες». Όσο περισσότερο ο Ερντογάν επικαλείται το «lebensraum», το ζωτικό χώρο, την ανάγκη της Τουρκίας να επεκταθεί δηλαδή, με το δόγμα Mavi Vatan π.χ τόσο περισσότερο η τουρκική ήπια ισχύς θα υποφέρει. Ο αντίκτυπος αυτού είναι κάτι που συχνά υποτιμάται στην παγκόσμια πολιτική. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή αυτού του άρθρου, τα αποδεικτικά στοιχεία είναι ασαφή. Ωστόσο, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα φριχτού τέλους κάποτε παντοδύναμων δικτατόρων.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.