Αμερικανικές εκλογές: τα τελευταία μέτρα στον δρόμο για την κάλπη

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

της Θεώνης Γρίβα

Διεθνολόγου – Ερευνήτριας στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων

Οι ΗΠΑ είναι στο παρά πέντε για τις 59ες και σίγουρα τις πλέον πρωτοφανείς, για την σύγχρονη ιστορία τους, προεδρικές εκλογές. Λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την κορύφωση της πολιτικής μάχης που θα αναδείξει τον νικητή μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, η εκ των προτέρων συμμετοχή των Αμερικανών έχει ήδη καταρρίψει τα αντίστοιχα ποσοστά στις εκλογικές αναμετρήσεις των προηγούμενων ετών με τα έως τώρα στοιχεία να αναφέρουν ότι περισσότεροι από εξήντα εκατομμύρια πολίτες έχουν ήδη ψηφίσει είτε διά ζώσης είτε επιστολικά. Ένας αριθμός ρεκόρ ο οποίος αποτελεί ξεκάθαρα σημείο των προεκλογικών καιρών που διανύει η χώρα, αποτυπώνοντας σε πρώτο επίπεδο τα εξής δύο πράγματα. Αφενός τη δεδομένη ανησυχία του λαού σε σχέση με την επίμονη παρουσία της πανδημίας και το ακόμα πιο σφοδρό δεύτερο κύμα και αφετέρου την έντονη κινητοποίησή του στο να διαμορφώσει από πολύ νωρίς στην εκλογική διαδικασία την επόμενη μέρα στο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ.

Στις 3 Νοεμβρίου, λοιπόν, η αμερικανική κοινωνία, με το βλέμμα της στραμμένο στην τετραετία που ακολουθεί, καλείται να επιλέξει το εξής: να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στον Ντόναλντ Τραμπ ή μία πρώτη ευκαιρία στον Τζον Μπάιντεν. Για να φτάσουμε όμως σε εκείνη την ημέρα, προηγήθηκε μία περίοδος πολλών μηνών η οποία χαρακτηρίστηκε από το πρωτόγνωρο τοξικό προεκλογικό κλίμα όπως αυτό διαμορφώθηκε στην σκιά του COVID-19 και όχι μόνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο δρόμος προς τις φετινές κάλπες πέρασε μέσα από τις μαζικές διαδηλώσεις στο πλαίσιο του κινήματος “Black Lives Matter”, τις συγκρούσεις ακροδεξιών και αντιρατσιστικών ομάδων, των πολιτικών φημολογιών, υποκινούμενων και από τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο, σχετικά με τη νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος σε περίπτωση νίκης του Δημοκρατικού Κόμματος (ειδικότερα μετά από κάθε δημοσκόπηση που έδινε προβάδισμα ασφαλείας στον πολιτικό του αντίπαλο σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις των Ρεπουμπλικάνων για τον κίνδυνο νοθείας που θα επιφέρει η επιστολική ψήφος ως διεφθαρμένο σύστημα εκλογής), την παραπληροφόρηση με σωρεία fake news στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την σκωπτική και εξόχως επιθετική συμπεριφορά ανάμεσα στους δύο διεκδικητές η οποία ωστόσο μετριάστηκε στο τελευταίο debate αλλά και την ηλικία αμφοτέρων των υποψηφίων, συνιστώντας το γηραιότερο ιστορικά δίδυμο που διεκδικεί το ανώτατο πολιτικό αξίωμα. Ένα περιγραφόμενο περιβάλλον το οποίο εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υφίσταται και μετεκλογικά, ανεξάρτητα από το ποιος εκ των Τραμπ ή Μπάιντεν θα καταλήξει τελικά στον προεδρικό θώκο.

Όλα αυτά την στιγμή που η πολιτική ατζέντα είναι αναφανδόν εστιασμένη στον κορωνοϊό και την αντιμετώπισή του ενώ παράλληλα τρέχουν και πολλά άλλα ανοιχτά μέτωπα που χρήζουν αναντίρρητα της δικής τους επείγουσας προσοχής από τον επόμενο ταγό της δυτικής υπερδύναμης. Η διάχυτη αβεβαιότητα στο πεδίο της οικονομίας, το λουκέτο σε κυρίως μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ανεργία, η αποτελεσματική ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη που απασχολεί ακόμη πιο έντονα τους ψηφοφόρους στην εποχή της πανδημίας, το συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές γίγνεσθαι καθώς και ο άκρατος κοινωνικός ρατσισμός που ήρθε να υπενθυμίσει, ειδικά μετά τη δολοφονία Φλόιντ τον περασμένο Μάιο, πόσο καλά ριζωμένες είναι οι διακρίσεις και η προκατάληψη απέναντι σε όποιον θεωρείται διαφορετικός για τα δεδομένα των ΗΠΑ. Περιστάσεις που συνιστούν το διακύβευμα των φετινών προεδρικών εκλογών οι οποίες, σύμφωνα με πολλούς στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, έχουν αποκτήσει πια χαρακτήρα δημοψηφίσματος, κρίνοντας εν προκειμένω τα πεπραγμένα και μη της κυβέρνησης Τραμπ κυρίως στη διάρκεια της πανδημίας.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά τα ζητήματα για τα οποία πρέπει να αποφασίσουν οι Αμερικανοί, είτε εγκρίνοντας είτε απορρίπτοντας μέσω της ψήφου τους πρόσωπα, πρωτοβουλίες ή προτεινόμενα νομοσχέδια προς ψήφιση. Ένας παράγοντας που θα παίξει τον δικό του ρόλο και ενδέχεται να επηρεάσει το επερχόμενο εκλογικό αποτέλεσμα συνιστά το δικαίωμα ή όχι στην άμβλωση.

Πολύς λόγος έχει γίνει το τελευταίο χρονικό διάστημα για το εν λόγω μεγάλο κοινωνικό θέμα όπου τόσο οι υποστηρικτές του Τραμπ όσο και ένας αριθμός φιλελεύθερων ψηφοφόρων έχουν τεθεί κατά του συγκεκριμένου δικαιώματος και επιλογής των γυναικών ακόμα και όταν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή τους και βέβαια τη ζωή και την ανάπτυξη του εμβρύου. Ποιος άλλωστε θα μπορούσε να ξεχάσει την ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση που είχε δημιουργήσει πρόσφατα, μεταξύ άλλων, η νυν Ανώτατη Δικαστής των ΗΠΑ Έιμι Κόνι Μπάρετ; Η εκλεκτή του Αμερικανού Προέδρου για την θεσμική και ισόβια αυτή θέση η οποία χαρακτηρίζεται για τις εξαιρετικά συντηρητικές της πεποιθήσεις, δεσμευόμενη δημοσίως να δώσει τέλος στη νόμιμη και ασφαλή άμβλωση όπως λάμβανε χώρα από τη δεκαετία του 1970 και για σχεδόν μισό αιώνα. Κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την περισσότερο προοδευτική πολιτική των Δημοκρατικών και του επικεφαλής τους πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα όπως αποτελεί και το συγκεκριμένο. Ο διορισμός, εντούτοις, της Μπάρετ μερικές μέρες πριν από τις εκλογές ως νίκη στη φαρέτρα του Τραμπ θα έχει αναντίρρητα το δικό του ηθικό και πολιτικό βάρος όχι απλά στην καταμέτρηση των ψήφων αλλά και στον χαρακτήρα γενικότερα που θα επιδείξει μελλοντικά η εκεί κοινωνία σε ανάλογες συνθήκες και περιπτώσεις.

Πέραν αυτού, το δικό της ανάλογο αντίκτυπο στην ανάδειξη είτε του νυν είτε του επόμενου Προέδρου έχει η ψήφος των Αφροαμερικανών, το ποσοστό συμμετοχής των οποίων, κατά κύριο λόγο μέσω της επιστολικής ψήφου, έχει ξεπεράσει συγκριτικά τον αριθμό όλων εκείνων που ψήφισαν στις προεδρικές εκλογές του 2016 όταν αναμετρήθηκαν ο Ντόναλντ Τραμπ και η Χίλαρι Κλίντον. Πιο συγκεκριμένα, η ψήφος και η προσέλευσή τους στις κάλπες της 3ης Νοεμβρίου κρίνονται καθοριστικής σημασίας για το αποτέλεσμα που θα προκύψει, τονίζοντας ξεκάθαρα ότι το δικό τους διακύβευμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από την υγεία και την ασφάλειά τους. Πολλώ δε μάλλον ενώ η φυλετική αδικία, η ανισότητα και η αστυνομική βία κυριαρχούν κατά κράτος και παράλληλα υπάρχει διάχυτη η ανησυχία στην αφροαμερικανική κοινότητα για τα κεκτημένα τους στον τομέα της υγείας εάν το Ανώτατο Δικαστήριο προβεί στην ανατροπή ή την κατάργηση του Affordable Care Act (κοινώς Obamacare), του νόμου που θέσπισε ο Μπάρακ Ομπάμα το 2010 με στόχο την προστασία και την προσιτή φροντίδα του συνόλου των ασθενών και επικυρώθηκε δύο χρόνια αργότερα.

Εάν υπάρχει, επομένως, ένα πρώτο συμπέρασμα το οποίο καθίσταται σαφές πριν από την Τρίτη, αυτό είναι ότι η προσέλευση στις κάλπες για την Αμερική του 2020 επηρεάζεται και θα επηρεαστεί μέχρι το τέλος της όλης διαδικασίας έντονα από την περιρρέουσα τεταμένη ατμόσφαιρα με τον μέσο Αμερικανό να καλείται, πέρα από την ατομική επιλογή του σε πρόσωπα και πολιτικές, να δώσει την δική του κατευθυντήρια γραμμή και σε άλλου είδους ζητήματα, το ίδιο ωστόσο ενδεικτικά όπως:

  • η κατάταξη των υποψηφίων για τις τοπικές και ομοσπονδιακές εκλογές με βάση την προτίμηση υπέρ τους όπως έχει προταθεί στην Αλάσκα και την Μασαχουσέτη

    το δικαίωμα σε όσους είναι 17 ετών στην Καλιφόρνια και πρόκειται να ενηλικιωθούν μέχρι τις επόμενες γενικές εκλογές να ψηφίζουν στις προκριματικές εκλογές όπως ισχύει σε δεκαοχτώ πολιτείες και στην Ουάσινγκτον

    η αποκατάσταση του δικαιώματος ψήφου σε όσους είχαν καταδικαστεί για την τέλεση εγκλημάτων αλλά έχουν αποφυλακιστεί υπό όρους

    το αίτημα από τρεις πολιτείες των ΗΠΑ και συγκεκριμένα την Φλόριντα, το Κολοράντο και την Αλαμπάμα προς τους ψηφοφόρους να αλλάξουν οι κανονισμοί και να αναφέρεται ότι μπορεί να ψηφίζει μόνο ένας πολίτης και όχι κάθε πολίτης με την Ομοσπονδία των Γυναικών Ψηφοφόρων της Φλόριντα να καταγγέλλει για κεκαλυμμένη ξενοφοβία και ψεύτικο πατριωτισμό

    η Πρόταση 22 από την Καλιφόρνια σύμφωνα με την οποία προβλέπεται ότι οδηγοί εταιρειών όπως η Uber θα θεωρούνται εργολάβοι και όχι εργαζόμενοι, κάτι που συνεπάγεται την στέρηση μίας σειράς νομικών δικαιωμάτων, την παροχή κατώτατου μισθού καθώς και επιχορήγηση για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ένα ποσό ως αποζημίωση για την περίπτωση ατυχημάτων

    η νομιμοποίηση των ψυχοτρόπων μανιταριών σε άτομα άνω των 21 ετών σε πολιτείες όπως το Όρεγκον τα οποία, σύμφωνα με έρευνες, μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές άγχους και άλλες ψυχικές διαταραχές

    η νομιμοποίηση της μαριχουάνας για ψυχαγωγικούς και ιατρικούς λόγους στις εξής τέσσερις πολιτείες (Αριζόνα, Νιου Τζέρσεϊ, Μοντάνα, Νότια Ντακότα)

Οι αμερικανικές εκλογές βρίσκονται πια στην τελική ευθεία. Σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που μία χώρα οδηγείται στις κάλπες υπό το καθεστώς μίας ή πολλαπλών κρίσεων. Μολαταύτα, είναι η πρώτη φορά όπου ένας Πρόεδρος θα εκλεγεί εν μέσω τέτοιας υγειονομικής και οικονομικής ύφεσης σε μία Αμερική που συνεχίζει να καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε κρούσματα και θύματα με τους νεκρούς να ξεπερνούν το φράγμα των 230.000 ατόμων παρά την ίαση και την «νίκη» απέναντι στον ιό που ευαγγελίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ, όντας και ο ίδιος ασθενής πριν από μερικές εβδομάδες στο πλαίσιο της υποβάθμισης της πανδημίας από πλευράς του, διατεινόμενος ότι δεν συνιστά και κάτι το τόσο σοβαρό όσο παρουσιάζεται.

Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις, πάντως, δείχνουν προβάδισμα νίκης υπέρ του Τζον Μπάιντεν με τα τελευταία ποσοστά να κυμαίνονται περίπου στο 52%, προπορευόμενος κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες του Ντόναλντ Τραμπ. Δύο άνδρες οι οποίοι και έχουν πολλάκις κριθεί για τα πολιτικά πεπραγμένα, τη στάση τους στα ζητήματα εσωτερικής- εξωτερικής πολιτικής, τη δημόσια εικόνα και τον ιδιωτικό τους βίο αλλά στην δεδομένη χρονική στιγμή καλείται ο καθένας ξεχωριστά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων με τον Πρόεδρο της επόμενης τετραετίας να επιφορτίζεται να οδηγήσει τις ΗΠΑ έξω από το τούνελ στο οποίο έχουν μπει.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.