Οι προοπτικές της συμφωνίας Ελλάδας – Τουρκίας για «διπλωματική λύση» των διαφορών τους

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Κώστα Τυρογιάννη

Πολιτικού Μηχανικού

Α. Η διαδικασία για να καταλήξουμε σε μια συμφωνία

Το σενάριο ακούγεται πολύ αισιόδοξο: Με την μεσολάβηση της Γερμανίας, η Τουρκία και η Ελλάδα αποφάσισαν να δώσουν χώρο στην διπλωματία, προκειμένου να επιλύσουν τις διαφορές τους.

Ο οδικός χάρτης της διαδικασίας φαίνεται κατ’ αρχήν αρκετά πολύπλοκος:

α) Πρώτα, πρέπει να καθοριστεί το πλαίσιο του διαλόγου. Σύμφωνα με πληροφορίες, τα μέρη εργάζονται σε ένα έγγραφο-πλαίσιο που θα περιλαμβάνει τα κεφάλαια και τη μέθοδο διεξαγωγής των διερευνητικών και μόλις επιτευχθεί συναίνεση πάνω στο πλαίσιο, τότε αναμένεται να ανακοινωθεί η ημερομηνία έναρξης των συζητήσεων. Έχουμε την γνώμη ότι δεν θα πρέπει, για λόγους επικοινωνιακού χαρακτήρα, να παραλειφθεί η φάση αυτή, καθότι οι προσεγγίσεις των δύο πλευρών είναι διαφορετικές:

Η Τουρκία επιθυμεί διάλογο χωρίς προϋποθέσεις επί όλων των θεμάτων, περιλαμβανομένων και θεμάτων που άπτονται της Ελληνικής κυριαρχίας (όπως των υποτιθέμενων «γκρίζων» περιοχών, της μουσουλμανικής μειονότητας και της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών)
η Ελληνική πλευρά αποδέχεται διάλογο μόνο για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Επίσης, δεδομένου ότι η αποκλιμάκωση των εντάσεων αποτελούσε προϋπόθεση της έναρξης του διαλόγου, θεωρεί αυτονόητο ότι η Τουρκία πρέπει να απόσχει από μονομερείς ενέργειες κατά την εξέλιξή του.
Θεωρητικά, το πλαίσιο των διερευνητικών επαφών («να συνεχιστούν, όπου είχαν διακοπεί το 2016, μετά από 60 γύρους διερευνητικών επαφών») είναι δεδομένο και δεν επιτρέπει την διεύρυνση του καταλόγου των θεμάτων, όμως, παρά την μέχρι τώρα συμφωνία, εκπλήξεις δεν μπορούν να αποκλειστούν.

β) Στην συνέχεια της εξέλιξης του διαλόγου, θα πρέπει είτε οι δύο χώρες να καταλήξουν σε συμφωνία (κάτι ελάχιστα πιθανό, με βάση τις Τουρκικές διακηρύξεις περί «γαλάζιας πατρίδας» και τις ερμηνείες της Τουρκίας για το διεθνές δίκαιο) είτε να συμφωνήσουν στην υπογραφή συνυποσχετικού προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Σημειώνεται ότι το 1976, μονομερής προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, για το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για τυπικούς λόγους (μη αρμοδιότητάς του). Συγκεκριμένα, η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ενώ την τελευταία στιγμή απέσυρε την συγκατάθεσή της για την υπογραφή κοινού συνυποσχετικού.

Αντίστοιχα, το 1999, με την Συμφωνία του Ελσίνκι, έγινε προσπάθεια χάραξης ενός οδικού χάρτη για την Τουρκία, προκειμένου να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Συμφωνία συγκεκριμένα αναφερόταν (Κεφ. 1, παρ. 4) η υποχρέωση «επίλυσης κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων» στο Δικαστήριο στης Χάγης, σε περίπτωση που δεν προέκυπτε συμφωνία της υποψήφιας χώρας με γειτονική της. Έκτοτε, όχι μόνο δεν έγινε δυνατό να υλοποιηθεί ο σχετικός όρος, αλλά ούτε καν άρθηκε το casusbelli (αιτία πολέμου) της Τουρκίας (σε ισχύ, με απόφαση της Τουρκικής Βουλής, από το 1995), εφόσον η Ελλάδα προχωρήσει στην εφαρμογή του δικαιώματός της για επέκταση των χωρικών της υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια.

Β. Τα παρασκήνια της επιλεγείσας διαδικασίας

Προκύπτουν λοιπόν εύλογοι προβληματισμοί, για ποιον λόγο, αυτήν την φορά, εκτιμάται ότι η διαδικασία θα προχωρήσει. Η Τουρκία δεν έχει τα ίδια κίνητρα για υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, όπως παλαιότερα (ενώ ούτε τότε είχαν σταθεί ικανά να την επαναφέρουν στον «ίσιο δρόμο»), ενώ σήμερα η παραβατική της συμπεριφορά βρίσκεται σε έξαρση, στην Κύπρο, την Συρία, την Λιβύη, το Ιράκ και εσχάτως στην Αρμενία.

Πάντως, δεν είναι μόνο η Γερμανία και οι επηρεαζόμενες από αυτήν χώρες που παροτρύνουν την Ελλάδα και την Τουρκία «να τα βρουν», αλλά και οι ΗΠΑ, ακόμα και η Ρωσία, για διαφορετικούς η κάθε μια λόγους:

η Γερμανία, κατά την γνώμη μου, αξιοποιεί τον παράγοντα «χρόνο», προχωρώντας σε ρυθμίσεις που ενισχύουν βραχυπρόθεσμα τις θέσεις της και οι οποίες, εάν χρειαστεί, καθίστανται υπό αίρεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμφωνία κορυφής του Σεπτεμβρίου 2015, για υποδοχή 160.000 προσφύγων από την Ελλάδα και την Ιταλία στις Ευρωπαϊκές χώρες, που εφαρμόστηκε μόνο κατά ένα μικρό μέρος. Στην προαναφερθείσα περίπτωση, η μη τήρηση της συμφωνίας ενδεχομένως οφείλεται στην αυξανόμενη εκλογική απήχηση πολλών Ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων, παράλληλα όμως, «το μεταναστευτικό» έδωσε στην Γερμανία την αφορμή να ελέγχει την πολιτική ορισμένων «άτακτων» χωρών, όπως είναι η Πολωνία και η Ουγγαρία.

Αντίστοιχα, στην παρούσα φάση (κατά την διάρκεια της Γερμανικής Προεδρίας και αμέσως μετά), η εμφάνιση και κλιμάκωση μιας κρίσης στην Ε.Ε., είναι κάτι που η Γερμανία θα ήθελε με κάθε τρόπο να αποτρέψει. Τα «παράπλευρα οφέλη» της Γερμανίας (που εμφανίζεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική στις διεθνείς της σχέσεις) από την εξέλιξη της συζήτησης περί κυρώσεων επί της Τουρκίας, αναμφίβολα σχετίζονται με το ψαλίδισμα των φιλοδοξιών της Γαλλίας για μια διαφορετική Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, καθώς και με επιχειρηματικά συμφέροντα μεγάλων Γερμανικών Εταιρειών.

Στις ΗΠΑ, προτεραιότητες της εκτελεστικής εξουσίας είναι η αύξηση των πιθανοτήτων επανεκλογής του Προέδρου Τραμπ και η διατήρηση της ισχύος των ΗΠΑ. Από αναλύσεις προγενέστερων γεγονότων προκύπτει ότι μια στρατιωτική εμπλοκή στην προεκλογική περίοδο θα οδηγούσε σε απώλεια ψήφων, ενώ η όξυνση των αντιπαραθέσεων από ένα ανεπιθύμητο συμβάν, θα δημιουργούσε προσδοκίες και τραύματα, σε βάρος της συνοχής του ΝΑΤΟ.

Σε ότι αφορά την στρατιωτική και διπλωματική γραφειοκρατία των ΗΠΑ, γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι η Τουρκία έχει πια ξεφύγει από τον έλεγχο των ΗΠΑ, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τα δικά της συμφέροντα και οι πρόσκαιρες περίοδοι συμμαχιών της δεν την καθιστούν αξιόπιστο και στρατηγικό εταίρο. Απέναντι σε αυτά, η Τουρκία προσεγγίζει, με αμφισβητήσιμης ηθικής ή/και νομιμότητας τρόπους, πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στην εκτελεστική εξουσία.

Η Ρωσία βρίσκεται πλέον σε σταυροδρόμι, αφού παρά τις προσπάθειες του Προέδρου Πούτιν, Ευρωπαϊκά τμήματα της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Αυτοκρατορίας αποσπώνται από την επιρροή της, υπέρ μιας Ευρώπης υπό αυξανόμενη Γερμανική επιρροή. Η προσπάθεια μιας νέας ισορροπίας με την Τουρκία στις περιοχές της Συρίας και της Λιβύης, με αντικείμενο τον διαμοιρασμό της εξουσίας, κρέμεται από μια κλωστή, αφού δεν χωρά παρά ένας μόνο νικητής. Η περίπτωση της Αρμενίας, όπου τα βήματα της Τουρκίας είχαν ουσιαστικά προαναγγελθεί, μαρτυρούν την επιδείνωση αυτών των προβλημάτων. Συνεπώς, προτεραιότητα της Ρωσίας δεν φαίνεται να είναι η δημιουργία αναστάτωσης στο ΝΑΤΟ, αφού όχι μόνο δεν θα αποκομίσει συγκεκριμένο όφελος, αλλά και ενδεχομένως θα πρέπει να πάρει θέση στην διαμάχη, χωρίς ακόμα να έχει κατασταλάξει στις νέες της προτεραιότητες.

Γ. Ο δρόμος για την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας

Το πιο πάνω πλαίσιο βρίσκει την Ελλάδα σχετικά απροετοίμαστη. Τα επί δεκαετίες δομικά της προβλήματα, την τελευταία δεκαετία έχουν επιδεινωθεί (υπογεννητικότητα, φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, υποβάθμιση της παιδείας, της υγείας, της ασφάλειας, της δικαιοσύνης, της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας), ενώ μια προσπάθεια ανάταξης που είναι σε εξέλιξη πρέπει να αποστασιοποιηθεί από επικοινωνιακές τακτικές και να αφουγκραστεί την κοινωνία, για να γίνει πιο αποτελεσματική.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, συχνά υπάρχει σύγχυση μεταξύ συμπτωμάτων και αιτιών:

Οι προκλήσεις της Τουρκίας που οδηγούν σε αυξανόμενη ένταση μεταξύ των δύο χωρών, αποτελούν το σύμπτωμα και οι νεοοθωμανικές της φιλοδοξίες το αίτιο. Για να καταπολεμηθεί η αιτία, δεν αρκεί το αίτημα της αποκλιμάκωσης της έντασης, αλλά απαιτείται η αποκάλυψη και αντιμετώπιση των μεσοπρόθεσμων επιβουλών, με κάθε δυνατό τρόπο. Με την οριστική εγκατάλειψη της κατευναστικής πολιτικής, οτιδήποτε προκαλεί την αύξηση της ισχύος της Τουρκίας, σε κάθε τομέα, πρέπει να αντιμετωπιστεί. Σημαντικό μέσο προς την κατεύθυνση αυτή είναι η συνεχής αναζήτηση, διατήρηση και αξιοποίηση στρατηγικών συμμαχιών, αλλά και ο έλεγχος της Τουρκίας, μέσω των διεθνών οργάνων (Ευρωπαϊκή Ένωση, Συμβούλιο Ασφαλείας, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κλπ).

Επίσης, παρατηρείται μια παραχώρηση που γίνεται αποδεκτή, να οδηγεί σε νέες υποχωρήσεις:

Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι η αποδοχή από την Ελλάδα της μη επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, έναντι της έναρξης διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο χωρών, αρχικά είχε συνδεθεί με λίστα κυρώσεων που θα επιβάλλονταν αυτόματα, ενώ στον δρόμο, από το «μαστίγιο και καρότο» της Ε.Ε. κατά της Τουρκίας, ενδεχομένως μένει μόνο το «καρότο», δηλαδή η προοπτική διεύρυνσης της Τελωνειακής Συμφωνίας Τουρκίας – Ε.Ε. και αναθεώρησης της Συμφωνίας για το μεταναστευτικό/προσφυγικό.

Η αποσπασματικότητα των εκτιμήσεων, συχνά επίσης οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα.

Ενδεικτικά, τα γεγονότα στον Έβρο, εκτός από μια προσπάθεια ελέγχου των ελληνικών αντιδράσεων και εργαλειοποίησης του προσφυγικού, αναμφίβολα στόχευε να υποστηρίξει την Τουρκική θέση ότι η Συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας για το προσφυγικό/μεταναστευτικό θα πρέπει να επικαιροποιηθεί, διότι δήθεν δεν καλύπτει την είσοδο από την ξηρά μεταναστών και προσφύγων. Η Ελληνική στάση κατάφερε να αποκρούσει τα υποκινούμενα κύματα μεταναστών και προσφύγων, η Τουρκία όμως ενδεχομένως να έχει πετύχει τον βασικό της σκοπό, μέσω της αναθεώρησης-επέκτασης της ισχύουσας Συμφωνίας.

Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και την παραβίαση διεθνών συνθηκών:

H αποκάλυψη των μεθόδων και τακτικών που χρησιμοποιεί το καθεστώς της Τουρκίας εναντίον οποιουδήποτε στέκεται εμπόδιο στον δρόμο του (εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, συνδικαλιστές, δημοσιογράφοι, δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, κλπ) είναι καθήκον της Ελλάδος απέναντι στον Τουρκικό λαό, αλλά και την δική της ιστορία.

Παράλληλα, η Τουρκία παραβιάζει συστηματικά αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την Συρία και την Λιβύη, ενώ ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, ιδιαίτερα μετά την περσινή ομιλία Ερντογάν ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, αφορά τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων από την χώρα αυτή και θα πρέπει να διερευνηθεί.

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε την Κύπρο, που η προδιαγραφόμενη «λύση» φαίνεται να οδηγεί στον έλεγχο όλου του νησιού από την Τουρκία.

Το θέμα σχετίζεται με την επικείμενη επανέναρξη των συνομιλιών, αμέσως μετά τις «προεδρικές» εκλογές στα κατεχόμενα, με αφετηρία εκεί που βρίσκονταν πριν διακοπούν λόγω της αδιαλλαξίας της Τουρκίας. Το ζήτημα είναι κατά πόσο διασφαλίζονται τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων και το μέλλον του Ελληνισμού και αν οδηγούν σε μια κατάσταση καλύτερη από την σημερινή. Μια έμμεση συνέπεια ενός υπό εξέλιξη διαλόγου Ελλάδας Τουρκίας θα μπορούσε να είναι η άμβλυνση των αντανακλαστικών της πολιτικής ηγεσίας Ελλάδας και Κύπρου, απέναντι σε οφθαλμοφανώς κακές επιλογές.

Δ. Συμπέρασμα

Τα πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η Τουρκία, αλλά ο επί δεκαετίες κακός εαυτός της. Η «κανονικότητα» μιας ημικατεχόμενης Κύπρου που δεν αναγνωρίζεται καν ως κράτος από μια Τουρκία-συνομιλητή της Ε.Ε., το casusbelli εναντίον της Ελλάδος εφόσον υλοποιήσει διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, οι απειλές χρήσης βίας ως μέσο άσκησης πίεσης δεν θα πρέπει να είναι αποδεκτή. Τα ανωτέρω, καθώς και η τεκμηρίωση της παραβατικότητας της Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα, αποτελούν προϋποθέσεις της Ελληνικής και Κυπριακής θέσης, που θα πρέπει να είναι σαφής προς τους εταίρους μας.

Σε διαφορετική περίπτωση, ο οποιοσδήποτε διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας, αντί να δρομολογήσει την επίλυση προβλημάτων, κινδυνεύουμε να οδηγήσει σε νέες δυσκολίες συνεννόησης, αυτήν την φορά μεταξύ της Ελλάδας και του φυσικού της συμμάχου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.