Η συμβολική σκέψη vs της ορθολογικά καθοδηγούμενης σκέψης

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Σωτήρη Χτούρη

Καθηγητή Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Ο πολιτικός ηγέτης που πήρε την απόφαση για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, αφηγήθηκε δημόσια ότι ως μικρό παιδί έξω από την Αγία Σοφία είχε ένα όνειρο. Αποφάσισε να κάνει αυτό το επιβλητικό οικοδόμημα, μέρος της λατρείας και της πίστης του σε μια ιερή εξωτερική δύναμη. Όταν βρέθηκε στην θέση που μπορούσε να πάρει αυτή την απόφαση, ακολούθησε αυτή την σκέψη και αυτόν τον ”ιερό” νόμο.

Το αφήγημα αυτό δεν είναι απλά μια ιστορία ανάμεσα σε άλλες, αλλά μια εξήγηση για πολλά γεγονότα στον κόσμο μας. Μια εξήγηση που δεν μπορεί να υπερκαλυφθεί από άλλες ερμηνείες και γεγονότα. Η εικόνα του επιβλητικού μνημείου μας οδηγεί εύκολα στην ταύτιση του ”θείου” και του υπερφυσικού στοιχείου μαζί του, αλλά και στην παράθεση του μνημείου δίπλα στον κρυφό ή φανερό ”ιερό κανόνα” που ακολουθούμε οι ίδιοι και η κοινότητα μας.

Η αρμονία ή η δυσαρμονία με αυτή την εσώτερη Εν-εικόνιση, δημιουργεί συχνά και τη βάση για τη δημιουργία του πλαισίου ταύτισης ή απώθησης της σχετικής παράστασης του μνημείου. Σε αντίθεση με την Αγία Σοφία που έγινε αντικείμενο ″συμβολικής ιδιοποίησης”, τα μνημεία στην Παλμύρα της Συρίας και τα ευρήματα στα αρχαιολογικά μουσεία στο Ιράκ και την Συρία έγιναν αντικείμενα ″συμβολικής απώθησης” και καταστροφής από τους φανατικούς του ISIS.

Στην σύγχρονη ιστορία στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία έχουμε πολλαπλές μορφές συμβολικής ιδιοποίησης και απώθησης μνημείων με στόχο τη συγκρότηση μιας εθνικής και θρησκευτικής πολιτισμικής ταυτότητας.Εκατοντάδες εκκλησίες και τζαμιά αλλά και αρχαίοι ναοί έχουν καταστραφεί ή έχουν αλλάξει χρήση και στις δύο χώρες. Η Αγία Σοφία αποτελεί βέβαια μια ιδιαίτερα εμβληματική περίπτωση, διότι εκπροσωπεί ένα διαχρονικό πολιτισμικό υπόβαθρο στη συμβολική σκέψη, την πολιτισμική ταυτότητα και την πολιτική συγκρότηση αυτοκρατοριών και κρατών: όπως η Ρώμη, το Βυζάντιο, οι Οθωμανοί, η σύγχρονη κοσμική Τουρκία (1938) και τέλος τη νέα ισλαμική Τουρκία όπως αυτή μετασχηματίζεται τις τελευταίες δεκαετίες. Το ίδιο το μνημείο δεν είναι μόνο αντικείμενο αλλά και το μέσο και το κέντρο αυτών των μετασχηματισμών.

Η συμβολική σκέψη σε πολλές περιπτώσεις, όπως και στην απόφαση που αφορά στην Αγία Σοφία δεν φαίνεται να ακολουθεί ή να συμπληρώνει πολιτικές ή γεω-στρατηγικές αποφάσεις, αντίθετα προηγείται από αυτές και τις καθοδηγεί.

Σημαντικά μνημεία της παγκόσμιας πολιτισμικής κοινότητας βρίσκονται επίσης στο κέντρο ανάλογων αποφάσεων που ξεπερνούν το στενό χρονικό πλαίσιο της τρέχουσας διεθνούς πολιτικής αλλά και των διάφορων γεω-στρατηγικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων, όπως για παράδειγμα τα μοναστήρια του Θιβέτ.

Η Αγία Σοφία είναι όμως το πιο γνωστό και πιο πρόσφατο παράδειγμα, μετά μάλιστα την απόφαση να μετατραπεί από μουσείο σε τζαμί και να αποδοθεί στην θρησκευτική λατρεία των μουσουλμάνων. Η απόφαση αυτή, έχει ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους τους οποίους δεν θα αναπαράγουμε ή θα σχολιάσουμε σε αυτό το κείμενο. Θέλουμε εδώ περισσότερο μέσω της μεθόδου της Εν-εικόνισης να καταλάβουμε, τη σημασία που έχει αυτή η πράξη και πως είναι δυνατό να τοποθετηθεί ένα μνημείο στο κέντρο μίας διαχρονικής αντιπαράθεσης δύο συμβολικών κόσμων, καθώς και το ρόλο και τη βαρύτητα που έχει αυτή η συμβολική διεργασία σε αποφάσεις που αφορούν όλα τα πλαίσια της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής πρακτικής, αλλά και τις διακρατικές και διεθνείς σχέσεις.

Με το ίδιο ενδιαφέρον αυτή η σύντομη παρουσίαση στρέφεται και σε άλλα πρόσφατα σημαντικά γεγονότα που μας φέρνουν αντιμέτωπους με ορθολογικές η συμβολικές εξηγήσεις για πράξεις και μίκρο και μάκρο φαινόμενα που βρίσκονται εκτός του πεδίου της λεγόμενης ορθολογικής σκέψης και οργανωμένης πράξης των ατόμων και των κρατών. Η εκδήλωση της πανδημίας Covid-19 αλλά και πολλές νέες πρόσφατες συγκρούσεις σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελούν τέτοια παραδείγματα και αφορούν νέα και ιδιαίτερα υβριδικά φαινόμενα στην αντιμετώπιση των οποίων εναλλάσσονται καλά υπολογισμένες λογικές ενέργειες με άλλες αποφάσεις και τρόπους σκέψεις που είναι υποταγμένες σε μια σκέψη που καθορίζονται από συμβολικές παραστάσεις και μεταφυσικές σκέψεις που αφορούν τη ζωή και το θάνατο. Αυτές, θέλουν πολλοί να ‘εξηγούν’ για πιο λόγο και γιατί συμβαίνει αυτό το απρόσμενο και μη ελεγχόμενο από τις δικές μας δυνάμεις γεγονός που μας φέρνει αντιμέτωπους μαζί τους.

Από την άλλη μεριά, οι καλά υπολογισμένες αποφάσεις και σχεδιασμένες πράξεις ιδιαίτερα, στην κρίση της πανδημίας έμοιαζαν αναγκαίες, αλλά ταυτόχρονα φαινόταν να έχουν ρευστούς στόχους και αμφίβολα αποτελέσματα που δεν μπορούσαν να εκτιμηθούν και να μετρηθούν. Οι δύο διαφορετικοί τρόποι σκέψεις φάνηκαν ότι εμφανίστηκαν έντονα αυτή την ίδια στιγμή και σε παράλληλη πορεία και πολύ συχνά βρέθηκαν και βρίσκονται σε σύγκρουση και αλληλοαναίρεσηi.

Πιστεύω ότι η συμβολική σκέψη των μουσουλμάνων (κυρίως των σουνιτών αδελφών μουσουλμάνων) βρήκε για τους φανατικούς της οπαδούς ‘επιτέλους’ τη θέση της και το κατάλληλο δίκτυο εκπροσώπησης της σε ένα ισχυρό κράτος του λεγόμενου δυτικού κόσμου.

Η ορθολογική σκέψη που ταυτίζεται εδώ με την επιστημονική γνώση και τη βεβαιότητα των σχεδιασμών, έρχεται συχνά σε επικάλυψη ή ακόμα και σύγκρουση, με την συμβολική σκέψη και οδηγεί και τις δύο σε μία διαρκή αμοιβαία, αναίρεση, υποκατάσταση ή συμπληρωματικότητα. Αυτό το γεγονός έδειξε επίσης ότι δεν αποτελεί μία εξαίρεση αλλά μια πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου που κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο.

Ένας σημαντικός παράγοντας που οδηγεί στην κυριαρχία αυτής της διαδικασίας, στον προσωπικό, τον ιδιωτικό άλλα και στο δημόσιο λόγο είναι, η εξαιρετικά ισχυρή πολυπλοκότητα των γεγονότων και των φαινομένων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος και οι κοινωνίες του καθώς και η αυθόρμητη τάση μας να απευθυνόμαστε σε μια δύναμη διαίσθησης του εξωτερικού κόσμου που πηγάζει από τον αυθεντικό μας εαυτό, ως ταυτότητα αλλά και ως ένα ιερό φόβος που μαζί με τον άμεσο φόβο του καθημερινούφαίνεται να καθοδηγούν την στρατηγική για την επιβίωση μας.

Αυτός ο ιδεατός ‘αυθεντικός’ εαυτός, ως συμβολικό πλέγμα έχει μετατραπεί σε ένα κεντρικό στήριγμα βεβαιότητας απέναντι στην απροσδιοριστία της φύσης, την ρευστότητα της κοινωνίας και των δημόσιων κανόνων που μοιάζουν να αλλάζουν καθημερινά. Είναι κυρίως ένα ‘μυστικός εαυτός’ που δημιουργεί, και στηρίζεται στην πίστη και στους ‘νόμους’ και στις συνήθειες που πηγάζουν από μια υπέρτερη δύναμη που θεωρείται ότι βρίσκεται ταυτόχρονα έξω αλλά και μέσα μας. Συγκροτεί πιο εύκολα το άτομο που επίσης, μπορεί να συνομιλεί και να συνδυάζει με το δικό του τρόπο και κάποιους ορθολογικούς κανόνες της επιστήμης και των κρατικών και διεθνών νόμων, τους οικονομικούς υπολογισμούς, όσο είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα όταν αυτοί οι κανόνες μας επιβάλλονται. Στην συνείδηση όμως του ατόμου να φαίνεται ότι δεν να είναι απόλυτα εξαρτημένο από όλα αυτά.

Τώρα το καθεστώς Ατατούρκ μοιάζει να πεθαίνει και μαζί του όλο το πλαίσιο που δημιούργησε, δηλαδή αυτό μίας ‘κοσμικής- στρατιωτικής και θρησκευτικής ρύθμισης/καθεστώτος’ της σύγχρονης Τουρκίας. Στη θέση του αναδύεται ένα νέο καθεστώς που βρίσκεται πλήρως ή σχεδόν πλήρως υποταγμένο στη συμβολική σκέψη.

 Σε αντίθεση με τη θεωρία τoυ Huntington που υποστήριξε ότι, οι μελλοντικοί πόλεμοι δεν θα διεξαχθούν μεταξύ χωρών, αλλά μεταξύ πολιτισμών ή προσέγγιση της Εν-Εικόνισης μας δίνει μια πιο λανθάνουσα αλλά μια περισσότερο εκτεταμένη θέση για τη μορφή αντίθεσης ανάμεσα στον Συμβολικό και Ορθολογικό τρόπο σκέψης που διατρέχει εσωτερικά τους λεγόμενους μεγάλους πολιτισμούς (Χριστιανικό, Ισλαμισμό, Βουδισμό, Ινδουισμό κ.α.) τα ίδια τα κράτη, αλλά κυρίως το ίδιο το σύγχρονο κοινωνικό υποκείμενο.

Σε αυτή την προσέγγιση ξεφεύγουμε από τη διάσταση του συμβολικού ως ένα γενικό και καθολικό Φαινόμενο που συνδέεται με την ίδια τη γλώσσα και όλα τα σύμβολα του πολιτισμού αλλά επικεντρωνόμαστε κυρίως στον ίδιο τον συμβολικό κόσμο που παράγεται μέσα από τον ιερό κανόνα, την τελετουργία και τις πολιτισμικές και κοινωνικές ‘ιερές’ συνήθειες.

Το ενδιαφέρον σημείο σε αυτή τη διαδικασία είναι, η παράταξη στοιχείων της ορθολογικής πρακτικής που συνδέονται κυρίως με την οικονομική ανταλλαγή μαζί με στοιχεία της πρακτικής, τα οποία καθοδηγούνται από τη σταθερά επαναλαμβανόμενη ερμηνεία των συμβολικών παραστάσεων που έχουν τις περισσότερες φορές και συλλογικό χαρακτήρα. Δημιουργείται έτσι ένα συμβολικό ορθολογικό δίκτυο, που περιέχει και δημιουργεί, αξίες, κανόνες, πρακτικές ελέγχου και καθοδήγησης (Χτούρης, 2004:79-80).

Η συμβολική σκέψη σε πολλές περιπτώσεις, όπως και στην απόφαση που αφορά στην Αγία Σοφία δεν φαίνεται να ακολουθεί ή να συμπληρώνει πολιτικές ή γεω-στρατηγικές αποφάσεις, αντίθετα προηγείται από αυτές και τις καθοδηγεί. Στον κρυφό ή φανερό ‘ιερό κανόνα’ πιστεύεται από το άτομο που αποφασίζει ότι εκεί βρίσκει τελικά τα σωστά κριτήρια που θα δημιουργήσουν ένα πραγματικό όφελος για τον ίδιο και την κοινότητα του. Αυτή η μορφή καθοδήγησης μικρότερων ή σημαντικότερων αποφάσεων θα είναι ολοένα και περισσότερο εμφανής στην νέα εποχή, ιδιαίτερα τώρα που ένα μεγάλο τμήμα της ορθολογικής σκέψης θα μετατίθεται ολοένα και περισσότερο σε συστήματα αποφάσεων που θα λαμβάνονται με αλγοριθμικό τρόπο και μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι θα αφήνουν το άτομο μόνο και αποξενωμένο μέσα στην τραγική ‘αυθεντικότητα’ του.

Έτσι και η βάση της απόφασης για την Αγία Σοφία, βρίσκεται εκτός της εμπειρίας και της ορθολογικής εκτίμηση κοινωνικών πολιτισμικών δεδομένων, των πραγματικών συγκρούσεων και αντιθέσεων και των αναγκών της ζωής και της απτής τους ύπαρξης.

Η Ελλάδα και η Ευρώπη έχει μπροστά της έναν ορίζοντα μια γενιάς Τούρκων πολιτών που έχουν καθοριστεί από αυτό τον συμβολικό τρόπο σκέψης και με την οποία γενιά θα πρέπει να βρει τρόπους συνομιλίας αν όχι και συνεργασίας.

Για την ερμηνεία αυτής της απόφασης αναφέρονται πολλά όπως και για τη στρατηγική που πιθανά εξυπηρετούν: π.χ. μια νεοαποικιακή πολιτική στη Μεσόγειο, η ανάδυση ενός νέο-οθωμανικού δόγματος κ.α.. Πιστεύω όμως αντίθετα ότι εδώ η συμβολική σκέψη των μουσουλμάνων (κυρίως των σουνιτών αδελφών μουσουλμάνων) βρήκε για του φανατικούς της οπαδούς ‘επιτέλους’ τη θέση της και το κατάλληλο δίκτυο εκπροσώπησης της σε ένα ισχυρό κράτος του λεγόμενου δυτικού κόσμου, αποκλείοντας και καταστρέφοντας τα περισσότερα κοσμικά πεδία συνομιλίας και διαλογικής διαπραγμάτευσης με άλλους πολιτισμούς στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Τώρα το καθεστώς Ατατούρκ μοιάζει να πεθαίνει και μαζί του όλο το πλαίσιο που δημιούργησε, δηλαδή αυτό μίας ‘κοσμικής- στρατιωτικής και θρησκευτικής ρύθμισης/καθεστώτος’ της σύγχρονης Τουρκίας. Στη θέση του αναδύεται ένα νέο καθεστώς που βρίσκεται πλήρως ή σχεδόν πλήρως υποταγμένο στη συμβολική σκέψη.

Με αυτό τον τρόπο βρίσκεται σε μεγάλη πολιτισμική απόσταση ακόμα και από το πνεύμα των τελευταίων μεταρρυθμισμένων Οθωμανών της εποχής του τανζιμάτ (1839 -1871). Τα δίκτυα που συνδέουν τη σημερινή Τουρκιά σε συμμαχίες με ανάλογα ισλαμικά καθεστώτα μας λύνουν επίσης κάθε απορία όσο αφορά την βέβαιη είσοδο της στη νέα εποχή της συμβολικής –ιερής- σκέψης, ή οποία θα κυριαρχήσει και θα καθοδηγεί τη διεθνή πολιτική και τις ισλαμικές κοινωνίες –τουλάχιστον- στο γεωγραφικό μας χώρο.

Το καθεστώς αυτό έχει εγκαινιάσει, εδώ και καιρό έναν ‘εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στο κοσμικό παρελθόν και το ‘ιερό’ συμβολικό μέλλον της Τουρκίας.Η πράξη της αλλαγής χρήσης της Αγίας Σοφίας είναι στο κέντρο αυτής της συμβολικής απόφασης, ενώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στη στήριξη αυτής προσέτρεξαν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Τούρκοι από όλο τον κόσμο θέλοντας να οραματιστούν και να προσευχηθούν εν’ μέσω του ναού και να νομιμοποιήσουν έτσι την πολιτισμική και θρησκευτική τους παρουσία σε μία ευρωπαϊκή γεωγραφία που όπως πιστεύουν ακόμα τους θεωρεί ξένους και εισβολείς. Μια παρατήρηση που άμεσα ή έμμεσα κάνει συχνά με πικρία ο πρόεδρος της χώρας τους. Η Ελλάδα και η Ευρώπη έχει μπροστά της έναν ορίζοντα μια γενιάς Τούρκων πολιτών που έχουν καθοριστεί από αυτό τον συμβολικό τρόπο σκέψης και με την οποία γενιά θα πρέπει να βρει τρόπους συνομιλίας αν όχι και συνεργασίας. Αυτό είναι το κρίσιμο συμπέρασμα της ανάγνωσης του γεγονότος της αλλαγής της χρήσης της Αγίας Σοφία.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.