Το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο, ως παράγοντας διασφάλισης του status –quo

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Δρ. Διονύση Τσιριγώτη

Επίκουρου καθηγητή στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Με την Αθήνα να προετοιμάζει την κίνηση ματ για να αποτρέψει τις ενδεχόμενες τουρκικές γεωτρήσεις σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας νότια της Κρήτης, μέσα από τη «διενέργεια διεθνούς διαγωνισμού για την παραχώρηση της περιοχής» σε «διεθνείς πετρελαϊκούς ομίλους για έρευνα κι εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στα ελληνικά ύδατα», το ερώτημα περί του μέτρου κορύφωσης της τουρκικής προκλητικότητας εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο.

Είναι η καθολική διαμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων σε ξηρά (Έβρος), αέρα και θάλασσα (Αιγαίο), που καταδεικνύει το μέτρο των αναθεωρητικών αξιώσεων ισχύος της Άγκυρας και δύναται να καταλήξει σε επικίνδυνους ατραπούς για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Αυτό γιατί πληθαίνουν τα σενάρια στις δημόσιες συζητήσεις και δημιουργείται η αναγκαία μυθοπλασία για το εάν, το πώς και για ποια ζητήματα δύναται η Αθήνα να προσφύγει στη διεθνή δικαιοδοσία, θέτοντας την Άγκυρα προ των ευθυνών της.

Χωρίς να δύναται να προβλεφθεί το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαπραγμάτευσης, αυτό που δεν μπορεί να διαμφισβητηθεί είναι ότι το τελικό προϊόν θα αντανακλά τους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των δύο μερών. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αμελητέοι οι υποστηρικτές της διαβάθμισης του μέτρου άσκησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας και προκαλώντας την κοινή γνώμη για τις ειδικές περιστάσεις στο Αιγαίο. Αν μη τη άλλο, την ώρα που η ελληνική διπλωματία επιχειρεί με αντιπερισπασμούς να περιορίσει τις defacto πολιτικές, στρατηγικές και στρατιωτικές κινήσεις της Τουρκίας, στην ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, επιχειρήματα του τύπου «δεν διεκδικούμε τίποτα, δεν επιθυμούμε τίποτα» λειτουργούν υπονομευτικά στην πρόταξη μιας συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής για την προάσπιση-προαγωγή του εθνικού συμφέροντος.

Παρά ταύτα η συζήτηση που έχει ξεκινήσει και καλλιεργείται στον Τύπο και στα ΜΜΕ για τον τρόπο επηρεασμού των θαλάσσιων ζωνών των νησιών στην οριοθέτηση της Ελληνικής ηπειρωτικής-νησιωτικής υφαλοκρηπίδας είναι βέβαιο ότι συντάσσεται με τα επιχειρήματα της Άγκυρας.

Αναλυτικότερα μιλώντας, ήδη με την έναρξη της Τρίτης Συνδιάσκεψης του 1974 για το Δίκαιο της Θάλασσας, καταγράφηκαν δύο τάσεις.
Η πρώτη, με την οποία συντάχτηκε και η Ελλάδα, υποστήριξε ότι η οριοθέτηση πρέπει να γίνει με την εφαρμογή της αρχής της μέσης γραμμής σε συνδυασμό με την εξαίρεση για τις ειδικές περιστάσεις. Ενώ η δεύτερη, στην οποία προσχώρησε η Τουρκία, θεώρησε αναγκαία για την οριοθέτηση την εφαρμογή των αρχών της ευθυδικίας λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις σχετικές περιστάσεις.
Βέβαια η Σύμβαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (1982) στο άρθρο 83 (1) για την υφαλοκρηπίδα και 74 (1) για την ΑΟΖ, περιγράφει τον «κανόνα των οριοθετήσεων της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές», που συνίσταται στην καταρχήν σύναψη συμφωνίας και εάν αυτό δεν καταστεί εφικτό στην παραπομπή της νομικής διαφοράς στο διεθνές δίκαιο για την επίτευξη μιας δίκαιης λύσης.

Η ιδιοτυπία στην ελληνική περίπτωση έγκειται στο γεγονός ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει κυριαρχικά δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης σε Ελληνικά νησιά και βραχονησίδες του Αιγαίου, κατ’ αντιδιαστολή με την πρόβλεψη του ΔΔΘ στο άρθρο 121 παρ. 3 ότι μόνο οι βράχοι που «δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα».
Τοιουτοτρόπως και σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία, επιζητά μια πολιτική επίλυση της νομικής διαφοράς της υφαλοκρηπίδας, επικαλούμενη τις ειδικές περιστάσεις και την αρχή της ευθυδικίας. Παράλληλα θέτει επί τάπητος την καθολική διαρρύθμιση του συνόλου των διμερών (Αιγιαλίτιδα, Εθνικός Εναέριος Χώρος) και διεθνών θεσμικών διαφορών (αποστρατικοποίηση νησιών βορείου-ανατολικού αιγαίου, καθεστώς πληροφόρησης πτήσεων, εναέριος επιχειρησιακός έλεγχος στο Αιγαίο στα πλαίσια των Νατοϊκών ασκήσεων).

Τουναντίον για την Ελλάδα η μία και μοναδική νομική διαφορά που υπάρχει είναι η οριοθέτηση της νησιωτικής και ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, γεγονός που δεν καθιστά δυνατή οποιαδήποτε άλλη επιλογή πέραν της προσφυγής στη διεθνή δικαιοδοσία.

Ωστόσο στο βαθμό που η Άγκυρα δεν έχει επικυρώσει τη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας και δεν έχει αποδεχθεί τη ρήτρα υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του ΔΔΧ «ούτε μπορεί να προσφύγει μονομερώς κατά της Ελλάδας, ούτε η Ελλάδα μπορεί να προσφύγει μονομερώς κατά της Τουρκίας, ιδιαιτέρως μάλιστα ελλείψει περαιτέρω θεμελίωσης συναίνεσης σε πράξη (act) από τους όρους της οποίας προκύπτει πρόθεση δέσμευσης για προσφυγή».

Στο πλαίσιο αυτό η Άγκυρα εμμένοντας στο διατακτικό των ειδικών περιστάσεων και χρησιμοποιώντας επιλεκτικά την τάση που εμφανίστηκε στη διεθνή νομολογία των οριοθετήσεων, τη δεκαετία του 70’ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90’, περί διακρίνουσας μεταχείριση των νησιών, (τα νησιά έχουν «μειωμένη επήρεια» ή «μισή επήρεια» στις οριοθετήσεις) προβαίνει σε τετελεσμένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Τουρκολιβυκού μνημονίου για την οριοθέτηση Υφαλοκρηπίδας-Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), σε μια προσπάθεια να κατοχυρώσει τις αιτιάσεις της για τη μη αναγνώριση των αντίστοιχων ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων σε νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου.

Ειδικότερα με ρηματικές διακοινώσεις στα Ηνωμένα Έθνη και με τη δημοσίευση χαρτών δεν συνυπολογίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ μιας σειράς ελληνικών νησιών μεταξύ των οποίων η Κρήτη, η Ρόδος και το Καστελόριζο στις οριοθετήσεις των θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο-Λιβύη. Σε αντιδιαστολή με την Αθήνα, που με την κύρωση της Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας με τον Νόμο 2321 το 1995 και την υιοθέτηση της μέσης γραμμής «ελλείψει συμφωνίας» με τον Νόμο 4001/2011, για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, η Άγκυρα επικαλείται την αρχή της ευθυδικίας ως κανόνα για της οριοθετήσεις των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και«ξεκινά την απαίτηση της ΥΦΑΛ της από τον μεσημβρινό 32ο 16’ 18’’ και μέχρι νότια του συμπλέγματος του Καστελλόριζου και ανατολικά της Καρπάθου και της Κρήτης» καταλήγοντας «δυτικά σε όλη τη θαλάσσια περιοχή μέχρι τη Λιβύη και νότια μέχρι τη μέση της απόστασης με την Αίγυπτο».

Το κλειδί για να αποτρέψει την ένωση της ελληνικής με την κυπριακή υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ είναι το σύμπλεγμα του Καστελόριζου (αποτελείται από 19 νησιά-βραχονησίδες, μεταξύ των μεγαλύτερων η Ρω και η Στρογγύλη), το οποίο η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ότι βρίσκεται στο Αιγαίο. Σε αντίθεση με την ιστορική μαρτυρία και την προσάρτηση μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Παρισίων το 1947. Απομονώνοντας το σύμπλεγμα του Καστελόριζου από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, το περιορισμένο εύρος του ελληνικού νησιωτικού συμπλέγματος θα βρεθεί σε δυσαναλογία με το «υπερπολλαπλάσιο» πλάτος των τουρκικών ακτών.

Ωστόσο στην περίπτωση οριοθέτησης της ηπειρωτικής και νησιωτικής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, η ελληνική διπλωματία καλείται να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Δικαίου της Θάλασσας, προχωρώντας στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. και αξιοποιώντας στο έπακρο το συγκριτικό πλεονέκτημα που προσδίδει το γεωμορφολογικό πλαίσιο του Αιγαίου, παρουσιάζοντας μία ενιαία αρχιπελαγική δομή. Άλλωστε, η αρχιπελαγική δομή αυτή καθεαυτή απαιτεί εκ των πραγμάτων για όλα τα αρχιπελαγικά κράτη, (αμιγή ή μικτά) την ειδική πρόνοια της μη «διάσπασης» του ενιαίου της αρχιπελαγικής δομής, κάτι βέβαια που οφείλει να αναγνωρισθεί για την ελληνική περίπτωση μετά την αποτυχημένη πρώτη διπλωματική προσπάθεια της Αθήνας στη Διάσκεψη του 1982.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.