Το μετέωρο βήμα των ΗΠΑ σ΄ έναν κόσμο που αλλάζει

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Ηλία Θερμού

Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας – Εδρα Jean Monnet στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση και Εξωτερική Πολιτική

Οι μεγάλες συζητήσεις μεταξύ των υποψηφίων για τη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών του Δημοκρατικού Κόμματος Στέφεν Ντάγκλας και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος Αβράαμ Λίνκολν που έμειναν στην αμερικανική ιστορία ως οι Λίνκολν-Ντάγκλας Debates το 1858, έγιναν στις πόλεις Σπρίνγκφιλντ, Σικάγο, Φρίπορτ, Κουίνσι και Άλτον, με συμμετοχή 5.000-10.000 κατοίκων και εστίαζαν κυρίως στο ζήτημα της δουλείας που τότε αφορούσε τους πολίτες ολόκληρου του αμερικανικού έθνους.

Από εκεί ξεκίνησε η πολιτική καριέρα του Λίνκολν όπου εκλέχθηκε πρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο Σικάγο το 1860. Συζητήσεις μεταξύ των δύο μονομάχων έγιναν ακόμη στις πόλεις Τσάρλεστον, Τζόνεσμπρο και Γκέιλσμπεργκ.

Στη βαθειά διαχασμένη τότε Αμερική, το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν το κόμμα των μεγαλοαγροτών και στήριζε τη δουλεία που επικρατούσε στις Νότιες Πολιτείες όπως και την εξάπλωση της δουλείας στον Βορρά, όπου ο νέγρικος πληθυσμός στις αγροτικές πολιτείες του Νότου ήταν σκλάβοι και αποτελούσαν τα εργαλεία παραγωγής στα αγροκτήματα παραγωγής καπνού, βαμβακιού, ρυζιού, σιτηρών, κ.α., από όπου γίνονταν μεγάλες εξαγωγές στην Ευρώπη και κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία.

Το δουλεμπόριο λοιπόν έφερε στην Αμερική εκατομμύρια δούλους από την Αφρική και παρέμειναν δούλοι χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα στη ζωή και την ελευθερία. Αυτή η κοινωνική διαστρωμάτωση στις πολιτείες του Νότου από τη Βιρτζίνια έως την Λουιζιάνα, είχε δημιουργήσει δύο διαφορετικές κοινωνίες, την πατριαρχική Λευκή και την μητριαρχική Νέγρικη, αφού εδώ η γυναίκα νέγρα παρέμενε κοντά στο αφεντικό λευκό άνδρα για την φροντίδα του νοικοκυριού και της ανατροφής των παιδιών, ενώ παράλληλα γεννούσε τα παιδιά που θα γίνονταν τα νέα εργαλεία παραγωγής ή θα διατίθενταν στο δουλεμπόριο, ενώ ο νέγρος άνδρας δούλευε στα κτήματα ή δραπέτευε προς τον Βορρά για αναζήτηση ελευθερίας.

Αυτή η δουλοκτηκτική κοινωνία του Νότου εκφράζονταν πολιτικά από το παραδοσιακό Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ η ανερχόμενη αστική τάξη στον Βορρά προτιμούσε τους μετανάστες από την Βόρεια Ευρώπη για να τους μετατρέψει σε βιομηχανικούς εργάτεςκαθώς άρχιζε η Βιομηχανική Επανάσταση από τη δεκαετία του 1840 και μετά. Εδώ η ελεύθερη εργασία έγινε βασική της νέας αγοράς και επομένως αυτή η νέα δυναμική διαδικασία της βιομηχανίας και του εμπορίου προτιμούσε τους μετανάστες από τους δούλους που παρέμειναν δεμένοι με το δουλοκτητικό σύστημα του Νότου.

Το νέο λοιπόν κοινωνικό περιβάλλον της βιομηχανικής εποχής εξέφραζε το νέο κόμμα των Ρεπουμπλικανών της φιλελεύθερης οικονομίας, της υπόσχεσης ελευθερίας και ευημερίας.

 Ο Αβραάμ Λίνκολν πολιτευόταν ως εκφραστής της κατάργησης της δουλείας και εξέφραζε τις νέες εθνότητες που έρχονταν στην Αμερική και συγκροτούσαν το αμερικανικό έθνος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, το 93% της βιομηχανικής παραγωγής βρισκόταν στον Βορρά και μόλις το 7% στις νότιες πολιτείες των Η.Π.Α., ενώ δημογραφικά περίπου το 2/3 του πληθυσμού ήταν στον Βορρά και αυτή η διαφορά με τον φεουδαρχικό Νότο ολοένα και μεγάλωνε καθώς εκατομμύρια Ευρωπαίοι μετανάστες έφταναν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, η Φιλαδέλφεια και το Πίτσμπουργκ.

Οι δύο διαφορετικοί κόσμοι της Αμερικής δίχασαν τη χώρα, γεγονός που οδήγησε τις πολιτείες του Νότου να αποσχιστούν από την Ένωση και να δημιουργήσουν τη δική τους ξεχωριστή Συνομοσπονδία του Νότου.

Μπροστά σε αυτή την υπαρξιακή κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η απάντηση του Λίνκολν ήταν οι ιστορικές ομιλίες του όπου επιχειρηματολογούσε ότι “ένα σπίτι διχασμένο δεν μπορεί να σταθεί όρθιο”.

Το 1860 ο Αβραάμ Λίνκολν εκλέχθηκε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και ανέλαβε να υπερασπιστεί την εθνική ενότητα των Ηνωμένων Πολιτειών καιπροέδρευσε των πολιτειών του Βορρά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου 1861-1865 έχοντας πετύχει την ενότητα του έθνους με την κατάργηση της δουλείας το 1863 και την τελική νίκη του Βορρά απέναντι στην αποσχισθείσα Συνομοσπονδία του Νότου. Όμως στις 15 Απριλίου 1865 ο Πρόεδρος Λίνκολν δολοφονήθηκε σε ηλικία 56 ετών.

Στην ιστορική του ομιλία στις 19 Νοεμβρίου 1863 στον Επιτάφιο για τις εκατόμβες των νεκρών μετά τη μάχη του Γκέτυσμπουργκ της Πενσιλβάνιας, εστίασε στην εθνική ενότητα, τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ίσα πολιτικά δικαιώματα όλων των πολιτών, όπως ο Περικλής στον επιτάφιο στον Κεραμεικό κατά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Λίνκολν είπε στο εθνικό νεκροταφείο στο Γκέτυσμπουργκ:“Εδώ αποφασίζουμε ιδιαίτερα ότι αυτοί οι νεκροί δεν πέθαναν μάταια για πάντα – ότι αυτό το έθνος υπό τον Θεό θα έχει μια νέα γέννηση ελευθερίας και ότι αυτή η κυβέρνηση του λαού, από τον λαό, για τον λαό, δεν θα χαθεί από τη γη”.

Αυτή η ομιλία του Λίνκολν θυμίζει την ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην Ουάσινγκτον, “Έχω Ένα Όνειρο”στις 28 Αυγούστου 1963 ενώπιον 250.000 λαού, διακηρύσσοντας το όνειρό του για ισότητα των πολιτών και ελευθερία και συνδέθηκε έτσι με τους προέδρους Τζέφερσον και Λίνκολν στη διαμόρφωση μιας μελλοντικής Αμερικής. Όπως, πέντε χρόνια αργότερα, το 1968, ο ηγέτης των Νέγρων Μάρτιν Λούθερ Κινγκδολοφονήθηκε στο Τεννεσί και το όνειρό του σήμερα με τη νέα κρίση στην Αμερική παραμένει μετέωρο.

Σήμερα, 52 χρόνια μετά, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν διχασμένο λαό, με την πανδημία του Covid-19 να έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 130.000 πολίτες (μέχρι τις 10/7/2020), με δυσανάλογο το ποσοστό των μαύρων και των φτωχών Αμερικανών, ενώ η χώρα, με 40.000.000 ανέργους, βιώνει τη βαθύτερη οικονομική κρίση από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης του 1929.

Στις τελευταίες δεκαετίες, η οικονομική δύναμη της Κίνας είναι γεγονός και η επιρροή της εξαπλώνεται και εδραιώνεται στην Άπω Ανατολή, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.Ο κινεζικός κίνδυνος λοιπόν προβάλλεται από την αμερικανική ηγεσία με αφορμή τον Covid-19που εκδηλώθηκε αρχικά στην Κίνα και στη συνέχεια έγινε παγκόσμια πανδημία. Έτσι σύντομα οι προκαταλήψεις εναντίον της Κίνας αντικατέστησαν τον κομμουνιστικό κίνδυνο της Σοβιετικής Ένωσης στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου που χώρισε τον κόσμο σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Αυτή η κατάσταση θα επηρεάσει τις επόμενες προεδρικές εκλογές.

Όμως η υγιειονομική κρίση του Covid-19 σε συνδυασμό με τη μαζική ανεργία, τις ρατσιστικές διακρίσεις και την αστυνομική βία, θα είναι ίσως οι κρίσιμοι παράγοντες που θα κρίνουν τις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2020.

Ήδη η προεκλογική περίοδος έχει εμποτιστεί με τα ιδεολογικά στοιχεία που έφερε στο προσκήνιο κατά τις προκριματικές εκλογές για την υποψηφιότητα του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Γερουσιαστής Σάντερς που δηλώνει Σοσιαλιστής, παραπέμπει στους ιδεολογικούς προβληματισμούς και τα αιτήματα που εξέφραζε το Σοσιαλιστικό Κόμμα στις αρχές του εικοστού αιώνα, τότε που η πολυάριθμη εργατική τάξη στην Αμερική ονειρευόταν ένα μέλλον μιας κοινωνίας όπου το κράτος πρόνοιας και η κοινωνική δημοκρατία θα περιόριζαν την κυριαρχία του καπιταλισμού και θα έβαζαν την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα συνέταιρους σε μια επερχόμενη οικονομική ανάπτυξη.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την εδραίωση της αμερικανικής ηγεμονίας στον κόσμο, φαίνονταν ότι η Αμερική θα ήταν η υπερδύναμη του εικοστού πρώτου αιώνα και ότι το τέλος της ιστορίας ήταν ένα ενδεχόμενο, αφού ο καπιταλισμός φαίνονταν ότι δεν θα είχε στο μέλλον κανένα σοβαρό ιδεολογικό αντίπαλο. Κάπως έτσι φαντάζονταν και ο Χίτλερ το 1933 ότι ήταν πια παντοδύναμος και διακήρυττε το τέλος της επανάστασης των Εθνικοσοσιαλιστών και κατέληγε ότι “… δεν θα υπάρξει άλλη επανάσταση στη Γερμανία για χίλια χρόνια.”1

Σήμερα, σε λιγότερο από τριάντα χρόνια από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η δημοκρατία στην αμερικανική υπερδύναμη βρίσκεται σε κρίση με μια τεράστια φτωχοποιημένη τάξη Μαύρων, Λατίνων και Λευκών να απειλούνται από την πείνα, καθώς η πανδημία τουCovid-19γίνεται ο καταλύτης που φέρνει στην επιφάνεια τις ελλείψεις και τους αποκλεισμούς στην παιδεία, την υγεία, την εργασία και τα όνειρα για το μέλλον, και τα λαϊκά στρώματα αναπολούν να ξαναπιάσουν το νήμα της ευημερίας από εκεί που το άφησε ο Πρόεδρος της ειρήνης Ρούσβελτ το 1945.

Ο πόλεμοι στους οποίους συμμετείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ασία και τη Μέση Ανατολή, αποδείχθηκαν το βαρύ τίμημα της ηγεμονίας της και υπονόμευσαν τη δημοκρατία.

Ο επαπειλούμενος Ψυχρός Πόλεμος με την Κίνα όπως και η απόσυρση των Η.Π.Α. από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, θα έχει σημαντικές συνέπειες για το ΝΑΤΟ, ενώ θα ενθαρρύνει χώρες όπως η Οθωμανική Τουρκία να αναζητήσει την χαμένη αυτοκρατορική της νοσταλγία ώστε να εμπλακεί σε κατακτητικούς πολέμους σε χώρες όπως η Λιβύη, η Συρία, η Κύπρος και η Ελλάδα.

Η δεκαετία του 1960 ήταν η πιο ενδιαφέρουσα δεκαετία από την αντίστοιχη του 1860 όπου καταργήθηκε η δουλεία στην Αμερική του Αβραάμ Λίνκολν το 1863. Έναν αιώνα μετά, το φυλετικό ζήτημα παραμένει εκρηκτικό. Στη δεκαετία του 1960 το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων πολιτών συνέπεσε με το ρωμαλαίο κίνημα εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, το κίνημα των φοιτητών για τον εκδημοκρατισμό των ΑΕΙ, όπως και το κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών από τις κοινωνικές και συστημικές προκαταλήψεις και τα ίσα δικαιώματα με τον ανδρικό πληθυσμό στην εργασία και τις αμοιβές. Τότε λοιπόν η Αμερική προέβαλε ως μια χώρα όπου η δημοκρατία αναγεννιόταν και εξασφαλίζονταν η ισότητα και η ελευθερία των πολιτών.

Όμως η πεισματική άρνηση των κυρίαρχων εξουσιαστικών δομών να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα και να ικανοποιήσουν τα αιτήματα των διαμαρτυρόμενων τμημάτων της αμερικανικής κοινωνίας, έφερε την επανασταθεροποίηση του κυρίαρχου ταξικού συστήματος και έτσι έσβησαν άδοξα οι προσδοκίες αλλαγής της δεκαετίας του 1960, ενώ η χώρα συνέχισε την επεμβατική της πολιτική στην Ασία, αγνοώντας τα έντονα αιτήματα κοινωνικής αλλαγής στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι δύο κρίσιμες δεκαετίες του 1860 και 1960 ταυτίζονται με δραματικά γεγονότα διχασμού του αμερικανικού έθνους και σημαδεύονται από τις δολοφονίες των προέδρων Λίνκολν και Τζον Κέννεντυ, του γερουσιαστή Μπόμπ Κέννεντυ και του χαρισματικού ηγέτη των μαύρων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η Αμερική παραμένει τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια έως την εποχή μας μια βαθειά διχασμένη κοινωνία. Ο ρατσισμός και η κοινωνική αδιαφορία για την τύχη των ιθαγενών Ινδιάνων, των μαύρων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ήρθαν στο προσκήνιο με αφορμή την πανδημία τουCovid-19.

Τα σενάρια για μετά τις προεδρικές εκλογές

Η επερχόμενη προεδρική εκλογή της 3ης Νοεμβίου 2020 είναι πλέον αβέβαιη και θα διεξαχθεί μέσα σε κλίμα φόβου και αβεβαιότητας για το μέλλον. Δύο είναι τα ενδεχόμενα για την εκλογική έκβαση αυτής της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το πρώτο μπορεί να συσπειρώσει τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις που έδωσαν το 2016 την εκλογή στον Πρόεδρο Τραμπ.

Το δεύτερο μπορεί να δώσει στον Δημοκρατικό υποψήφιο Μπάιντεν την πλειοψηφία σε όλες τις πολιτείες όπου επικράτησε η υποψήφια Χίλαρι Κλίντον το 2016 και επιπλέον να οδηγήσει τις κρίσιμες πολιτείες του Μίσιγκαν, του Γουισκόνσιν και της Πενσυλβάνια στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών, εξασφαλίζοντας στον Τζο Μπάιντεν την προεδρική εκλογή με περισσότερους από 300 εκλέκτορες από τους 270 που απαιτούνται για την εκλογή προέδρου.

Όμως η πεισματική άρνηση των κυρίαρχων εξουσιαστικών δομών να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα και να ικανοποιήσουν τα αιτήματα των διαμαρτυρόμενων τμημάτων της αμερικανικής κοινωνίας, έφερε την επανασταθεροποίηση του κυρίαρχου ταξικού συστήματος και έτσι έσβησαν άδοξα οι προσδοκίες αλλαγής της δεκαετίας του 1960, ενώ η χώρα συνέχισε την επεμβατική της πολιτική στην Ασία, αγνοώντας τα έντονα αιτήματα κοινωνικής αλλαγής στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι δύο κρίσιμες δεκαετίες του 1860 και 1960 ταυτίζονται με δραματικά γεγονότα διχασμού του αμερικανικού έθνους και σημαδεύονται από τις δολοφονίες των προέδρων Λίνκολν και Τζον Κέννεντυ, του γερουσιαστή Μπόμπ Κέννεντυ και του χαρισματικού ηγέτη των μαύρων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η Αμερική παραμένει τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια έως την εποχή μας μια βαθειά διχασμένη κοινωνία. Ο ρατσισμός και η κοινωνική αδιαφορία για την τύχη των ιθαγενών Ινδιάνων, των μαύρων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ήρθαν στο προσκήνιο με αφορμή την πανδημία τουCovid-19.

Τα σενάρια για μετά τις προεδρικές εκλογές

Η επερχόμενη προεδρική εκλογή της 3ης Νοεμβίου 2020 είναι πλέον αβέβαιη και θα διεξαχθεί μέσα σε κλίμα φόβου και αβεβαιότητας για το μέλλον. Δύο είναι τα ενδεχόμενα για την εκλογική έκβαση αυτής της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το πρώτο μπορεί να συσπειρώσει τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις που έδωσαν το 2016 την εκλογή στον Πρόεδρο Τραμπ.

Το δεύτερο μπορεί να δώσει στον Δημοκρατικό υποψήφιο Μπάιντεν την πλειοψηφία σε όλες τις πολιτείες όπου επικράτησε η υποψήφια Χίλαρι Κλίντον το 2016 και επιπλέον να οδηγήσει τις κρίσιμες πολιτείες του Μίσιγκαν, του Γουισκόνσιν και της Πενσυλβάνια στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών, εξασφαλίζοντας στον Τζο Μπάιντεν την προεδρική εκλογή με περισσότερους από 300 εκλέκτορες από τους 270 που απαιτούνται για την εκλογή προέδρου.

Η πλανητική ηγεμονική πολιτική της υπερδύναμης που άφησε πίσω του ο Ψυχρός Πόλεμος έχει πια τελειώσει και η ασφάλεια στον κόσμο έχει ήδη τρεις ανταγωνιστικές δυνάμεις, την Κίνα, τις Η.Π.Α. και τη Ρωσία.

Έτσι, μετά τις προεδρικές εκλογές του 2020 η Αμερική καλείται να υλοποιήσει μια ειρηνική δημοκρατική αναγέννηση που θα συμπεριλαμβάνει όλους του πολίτες στα θέματα οικονομικών ανισοτήτων, υγείας, παιδείας, καθώς και την εξάλειψη των εθνοτικών και φυλετικών διακρίσεων. Σε αντίθετη περίπτωση, η δημοκρατία και η εθνική ενότητα θα μπουν σε περιπέτειες με άγνωστες συνέπειες για το μέλλον του αμερικανικού έθνους και με παγκόσμιες προεκτάσεις για την ασφάλεια και τη δημοκρατία.

Νέα αμερικανική ηγεσία και ελληνοτουρκικές σχέσεις

Μέχρι την ανάληψη της νέας προεδρίας τον Ιανουάριο 2021, οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις μπορεί να δοκιμαστούν σκληρά σε αυτό το διάστημα, όπου ένας νέος πρόεδρος από το Δημοκρατικό Κόμμα θα θέσει την αμερικανική προεδρία σε κατάσταση “ακίνητης πάπιας” και η Τουρκία μπορεί να το εκλάβει ως παράθυρο ευκαιρίας για να ενεργήσει σε βάρος των δικαιωμάτων της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό θα πρέπει από τώρα να ληφθεί σοβαρά υπόψη της ελληνικής διπλωματίας.

Η αμερικανική προεδρία έχει μεγάλη ανάγκη να δώσει στην αμερικανική εξωτερική πολιτική αξιοπιστία και σοβαρότητα που την έχουν δυστυχώς υπονομεύσει οι προεδρίες του Νίξον στο Βιετνάμ και κατά την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα, καθώς και η ανοχή της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974. Η σημερινή προεδρία, με την εγκατάλειψη των Κούρδων μαχητών που νίκησαν την τρομοκρατία του ISIS στη Συρία, και τώρα η φιλία με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ερντογάν ενθαρρύνει την επεμβατική και αυτοκρατορική πολιτική της Τουρκίας για ένα νέο Βιετνάμ στη Λιβύη. Η παρούσα αμερικανική πολιτική δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τα κυρίαρχα δικαιώματα της Ελλάδας στην ΑΟΖ της στο Λυβικό Πέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ παραμένει σχεδόν θεατής στην καταπάτηση των κυριάρχων δικαιωμάτων της Κύπρου, όπου προκλητικά η Τουρκία ως δύναμη κατοχής στο 36% της Κύπρου, θέλει να επανέλθει ως ρυθμιστική δύναμη σε ολόκληρο το νησί της Κύπρου.

Είναι καιρός η Ελλάδα να βγάλει τα συμπεράσματά της για την δήθεν ισορροπία που ασκούν οι Η.Π.Α. στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις στο Αιγαίο και τώρα στην Ανατολική Μεσόγειο και να προχωρήσει άμεσα στην επέκταση των 12 μιλίων στα χωρικά της ύδαταστο Ιόνιο Πέλαγος, στα Κύθηρα, Αντικύθηρα και στην Κρήτη και όπου αλλού κρίνει σκόπιμο, για να σταματήσει επιτέλους η τουρκική απειλή που θέλει να θέσει υπό ομηρία την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η Ελλάδα καλείται να ασκήσει επιτέλους τα δικαιώματά της που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και να προστατεύσει τη μεγάλη στρατηγική αξία του ελληνικού χώρου στο διεθνές σύστημα, στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων στον 21ο αιώνα στην περιοχή μας.

Τα κλειδιά στις διεθνείς ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο τα κατέχουν πλέον η Ελλάδα και η Κύπρος, ενώ η παραδοσιακή στρατηγική αξία της Τουρκίας όπως και η αξιοπιστία της βρίσκονται σε υποχώρηση, αφού η Τουρκία έχει επιλέξει να συμπεριφέρεται ως μια ασιατική δύναμη ταλανιζόμενη από μια κρίση ταυτότητας, καθώς επέλεξε να εγκαταλείψει το δόγμα του Κεμάλ Ατατούρκ, ειρήνη στα σύνορά της και στροφή προς τη Δύση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Brink , William & Harris, Louis, The Negro Revolution in America, Simon & Schuster, New York, 1963.

Feagin, Joe R. & Hahn, Harlan, Getto Revolts. The Policies of Violence in American Cities, Macmillan Publishing Co. Inc., New York, 1973.

Larner, Jeremy & Howe, Irving, Poverty, William Morrow & Co. Inc., New York, 1970.

Lens, Sidney, Radicalization in America, Thomas Y. Crowell Co., New York, 1969.

Long, Priscilla, Editor, The New Left, Extending Horizon Books, Boston, MA, 1969.

Rose, Arnold, The Negro in America, The Beacon Press, Boston, MA, 1962.

Schlesinger, Arthur, Jr., Violence: America in the Sixties, Signet Books, New York, 1968.

Toqueville, Alexis de,Democracy in America, A Mentor Book, New York, 1956.

Βρυώνης, Σπύρος, Η Παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1996.

1 Ηλίας Θερμός, Η Γερμανική Ηγεμονία, Ψευδαισθήσεις και Πραγματικότητα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2013, σελ. 93.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.