15 ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με μια πιθανή ελληνοτουρκική σύγκρουση

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Ιπποκράτη Δασκαλάκη

Αντιστράτηγου εα, Διευθυντής Μελετών ΕΛΙΣΜΕ

Χωρίς καμία εισαγωγή θα προσπαθήσω να παρουσιάσω ορισμένες βασικές ερωτήσεις σε καίρια θέματα των ελληνοτουρκικών αντιθέσεων υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων.

Αρχίζω με το καίριο ερώτημα:

Είναι αναπόφευκτη μια στρατιωτική σύγκρουση των δύο χωρών;

Στις διεθνείς σχέσεις τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο και οι ανατροπές αποτελούν συχνό φαινόμενο. Το πρόβλημα είναι ότι το κλειδί της κλιμάκωσης ή ακόμη και μιας αναπόφευκτης αναμέτρησης βρίσκεται στα χέρια της Άγκυρας ενώ ακόμη και ο διεθνής παράγοντας έχει μειωμένες -σε σχέση με το παρελθόν- δυνατότητες παρέμβασης για να χαλιναγωγήσει, έστω και μερικώς, την Τουρκία.

Αιτία της επεκτατικής τουρκικής πολιτικής είναι η αλαζονική συμπεριφορά, μεγαλομανία, εσωτερική ανασφάλεια του Ταγίπ Ερντογάν;

Όχι, η τουρκική αναθεωρητική πολιτική απορρέει από την πολυδιάστατη αύξηση της ισχύος αυτής της χώρας και αποτελεί φυσιολογική εκδήλωση αναζήτησης σημαίνοντος περιφερειακού ρόλου την παρούσα χρονική περίοδο που μάλλον θα αναζητούσε οποιοδήποτε έθνος στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Οι ενέργειες, θέσεις και δικαιώματα της Ελλάδος είναι πλήρως συμβατά με το διεθνές δίκαιο;

Ανεπιφύλακτα, η χώρα μας διαθέτει επαρκή στηρίγματα στο διεθνές δίκαιο και ορθώς κάνει μονίμως επίκληση σε αυτό. Δυστυχώς όμως η επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν επαρκεί καθόσον οι προβλέψεις του δεν αποδίδουν αυτομάτως και ξεκάθαρα λύσεις στις διεθνείς διαφορές και ενίοτε απαιτείται η προσφυγή σε διεθνή όργανα οι αποφάσεις των οποίων εμπεριέχουν και την πολιτική διάσταση εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Επιπλέον όπως έχει αποδειχθεί πολλάκις, η Τουρκία προτιμά την χρήση του πειθαναγκασμού, βασιζόμενη στην ισχύ, ενώ επικαλείται επιλεκτικά σημεία του διεθνούς δικαίου. Η πραγματικότητα αυτή και η τουρκική τακτική δεν πρόκειται να αλλάξουν.

Μήπως η Ελλάδα έχει πράγματι μαξιμαλιστικές θέσεις;

 Στο πεδίο του κρατικού ανταγωνισμού η κάθε χώρα οφείλει (και έτσι συμβαίνει παγκοσμίως) να προσέρχεται με το μέγιστο των απαιτήσεων της και χωρίς να απεμπολεί οποιοδήποτε δικαίωμα που το διεθνώς δίκαιο της παραχωρεί, έστω και ακροθιγώς. Ειδικά μάλιστα στην περίπτωση που ο αντίπαλος διαχρονικά καταδεικνύει «άπληστη» συμπεριφορά και διεκδικήσεις πέραν κάθε λογικής (Τουρκία). Ως εκ τούτου το ερώτημα αυτό δεν πρέπει να μας βασανίζει καίτοι στο πίσω μέρος του μυαλού μας ενδεχομένως να υφίσταται η δυνατότητα μιας ρεαλιστικής παραχώρησης ως αντάλλαγμα σε μια μόνιμη και αμοιβαία επωφελή λύση.

Είναι χρήσιμος ο δημόσιος διάλογος -ενίοτε μέχρι ατεκμηρίωτης και ανεύθυνης προβολής θέσεων- για κρίσιμα εθνικά θέματα; 

Πάντα η αντιπαράθεση σκέψεων, επιχειρημάτων και κριτική είναι εποικοδομητική. Εξυπακούεται ότι πρέπει να αποφεύγεται η αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, η υπονόμευση του εθνικού ηθικού, η άκρατη συνθηματολογία άνευ επιχειρημάτων και ο διχαστικός λόγος με διαχωρισμό σε «ενδοτικούς», «προσκυνημένους», «εθνικιστές», «ιμπεριαλιστές» και άλλες άχρηστες «ταμπέλες».

Θα προχωρήσει η Τουρκία στην υλοποίηση των σχεδίων της για καταπάτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της υφαλοκρηπίδος και της ΑΟΖ; 

Αναλύσεις της συμπεριφοράς της Τουρκίας καταδεικνύουν μια μακροχρόνια αλλά και προσεκτική (με εκμετάλλευση «παραθύρων ευκαιρίας») ταύτιση διακηρύξεων και πράξεων. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αρκετά σύντομα, η Τουρκία θα προχωρήσει σε έμπρακτη αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδος.

Μια ανάλογη κίνηση της Άγκυρας συνεπάγεται την πρόκληση στρατιωτικής σύγκρουσης;

Το συγκρουσιακό παρελθόν των δύο χωρών έχει αποδείξει ότι συρράξεις αποσοβήθηκαν στο παραπέντε κατόπιν διεθνούς διαμεσολάβησης αλλά και μερικής (ως επί το πλείστον) ελληνικής υποχωρητικότητας ένεκα της κατανοητής επιθυμίας αποφυγής μιας γενικευμένης αναμέτρησης. Η τακτική αυτή έχει δημιουργήσει ανάλογες προσδοκίες στην άλλη πλευρά ενώ παράλληλα έχει δραματικά ελαττώσει τις δυνατότητες περαιτέρω ελληνικής αυτοσυγκράτησης.

Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα είναι περιορισμένη σε χρόνο, τόπο, εμπλεκόμενες δυνάμεις και απώλειες;

Αδύνατη η απάντηση αλλά δεδομένης της ύπαρξης της πρωτοβουλίας της πρόκλησης στην αντίπαλη πλευρά, η πειστική προβολή μιας γενικευμένης ελληνικής αντίδρασης (δυνατότητες, αποφασιστικότητα) αποτελεί την πλέον αξιόπιστη αποτρεπτική απειλή (προς κάθε κατεύθυνση).

Μια στρατιωτική σύγκρουση θα ήταν καταστροφική για την Ελλάδα;

Κάθε στρατιωτική αναμέτρηση -οποιασδήποτε κλίμακος- εμπεριέχει απώλειες, ζημιές και πολύπλευρους κινδύνους. Διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι η άκρατη προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης -μέσω του κατευνασμού- δεν είναι πάντοτε αποδοτική και απλά αναβάλλει το μοιραίο γεγονός για το μέλλον και συχνά υπό χειρότερες συνθήκες. Η ιστορία επίσης αποδεικνύει ότι οι πληγές ανάλογων συγκρούσεων θεραπεύονται συντομότερο του αναμενομένου.

Οποιαδήποτε στρατιωτική αναμέτρηση θα αποτελούσε μόνιμη λύση στα πολλαπλά προβλήματα που ταλανίζουν τις σχέσεις των δύο χωρών;

Κατά πάσα πιθανότητα όχι, οι τριβές θα συνεχίζονται με αυξομειούμενη ένταση. Οριστική λύση, δεν φαίνεται δυνατή, υπό οποιοδήποτε μορφή στο ορατό μέλλον (10 χρόνια) και η επιδίωξη διατήρησης σχετικής ισορροπίας ισχύος φαίνεται ως η πλέον ρεαλιστική λύση αξιοπρεπούς επιβίωσης σε ένα περιβάλλον αυξομειούμενων εντάσεων.

Η Τουρκία μπορεί να διακινδυνεύσει σήμερα ανοίγοντας ένα ακόμη μέτωπο με την Ελλάδα;

Γεγονός είναι ότι έχει εμπλακεί σε αρκετές διαμάχες, παρά ταύτα διατηρεί δυνατότητα σύγκρουσης και με την Ελλάδα έχοντας στα χέρια της το πλεονέκτημα της επιλογής του χρόνου και της ευνοϊκής για αυτήν, περιοχής πρόκλησης. Επισημαίνεται ότι τα κράτη, σε περιόδους υπερεπέκτασης, πάντα αντιμετωπίζουν το ρίσκο, μια σχετική αποτυχία να προκαλέσει επιτάχυνση αρνητικών εξελίξεων στο σύνολο των ανοικτών μετώπων.

«Μια στρατιωτική σύγκρουση των δύο χωρών, ανεξαρτήτως έκτασης και αποτελέσματος θα έχει ως συνέπεια να οδηγηθούμε σε επώδυνες διαπραγματεύσεις;» Ιστορικά αποδεικνύεται ότι μετά την σύγκρουση ακολουθούν διμερείς ή διεθνείς διαπραγματεύσεις (περισσότερο ή λιγότερο επιτυχείς) για αποκατάσταση της ειρήνης-ασφάλειας και επίλυση των διαφορών. Σημασία έχει να οδηγηθούμε σε οποιαδήποτε τράπεζα των διαπραγματεύσεων με πλεονεκτήματα (στρατιωτική νίκη, παρεμπόδιση σχεδίων αντιπάλου, χωρικά ύδατα εύρους 12 ναυτικών μιλίων, διεθνής υποστήριξη κλπ).

Αν η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων φαίνεται αναπόφευκτη γιατί πρέπει να οδηγηθούμε σε αυτήν μετά από μια σύρραξη και να μην προσέλθουμε από τώρα σε μια εφ’ όλης της ύλης συνεξέταση των διμερών (κατά την Άγκυρα) προβλημάτων;

Μια τέτοια εξέλιξη φαίνεται επί του παρόντος αδύνατη καθόσον οι τουρκικές αξιώσεις όχι απλά είναι μαξιμαλιστικές αλλά στρέφονται κατά του σκληρού πυρήνα των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων με απώτερο τελικό στόχο την ελληνική δορυφοροποίηση.

Σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης πρέπει να αναμένουμε έμπρακτη διεθνή υποστήριξη;

Προσωπική μου εκτίμηση, όχι. Παρά ταύτα είναι άκρως απαραίτητη η συνέχιση προσπαθειών διμερών-πολυμερών συνεργασιών με κράτη της περιοχής και διεθνούς καταδίκης των τουρκικών ενεργειών. Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός έχει τα χαρακτηριστικά «αγώνα αντοχής» με ξαφνικά «σπιναρίσματα» και απαιτείται η αθροιστική αξιοποίηση όλων ανεξαιρέτως των διαθέσιμων εργαλείων.

Είναι έτοιμη η ελληνική κοινωνία για μια στρατιωτική αναμέτρηση;

Υπάρχει πράγματι διάχυτη ανησυχία αλλά και πολυάριθμες δυνατότητες καλύτερης προετοιμασίας σε ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό, κρατικό και αμυντικό επίπεδο. Χωρίς κινδυνολογία και χωρίς διαταραχή της οικονομικής ζωής, η πιθανότητα της στρατιωτικής αναμέτρησης (ίσως και αιφνιδιαστικής) θα πρέπει να ενταχθεί στην καθημερινότητα όλων μας.

Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα (περί αναπόφευκτου της σύγκρουσης).

Υπό τις παρούσες συνθήκες μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης ποια είναι η βέλτιστη ελληνική απάντηση;

Πολυεπίπεδη προετοιμασία και για το χειρότερο ενδεχόμενο με αύξηση όλων των συντελεστών ισχύος και ιδιαιτέρως της αμυντικής. Το τελευταίο προϋποθέτει ισχυρή οικονομία, διακομματική συνοχή και κοινωνική αποδοχή. Αναπόφευκτη η ανάληψη συγκεκριμένου ατομικού και συλλογικού κόστους και αναγκαία η ταχύτατη λήψη καίριων αποφάσεων εκ μέρους της ηγεσίας και υλοποίηση τους εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι σε όλους τους τομείς και επίπεδα του ελληνικού κράτους υπάρχουν εκατοντάδες «Τσιόδρες» και καθήκον της ηγεσίας είναι να τους ανακαλύψει και να τους αξιοποιήσει κατάλληλα και άμεσα. Όταν αυτοί οι άνθρωποι αναδειχθούν όλοι οι υπόλοιποι αγόγγυστα θα ακολουθήσουμε το δρόμο του καθήκοντος όπως με ενθουσιασμό έπραξαν τα μέλη της επιχείρησης «Νίκη»1 πριν 46 χρόνια (και πολλοί-πολλοί άλλοι).

1 Το κείμενο αφιερώνεται σε αυτούς τους ήρωες.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.