“Mama mia”

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

της Αλεξάνδρας Δημοπούλου

ΙΤΥΕ – Πανεπιστήμιο Πατρών – Συμβούλου Δημάρχου Πατρέων στο θέμα των αδέσποτων

Το άρθρο είναι αφιερωμένο στην κα Ανδριάνα Αμαξά, τη «Μάννα» του Ρούντυ, του Αλλαντίν, του Ντύλαν, του Φώτη, της Λουκρητίας, της Τούφας, του Άρη, της Άρτεμης, του Ταρζάν, του Έλβις, της Ντάλιας, του Μπάρνυ, του Ρομέο, της Φωτεινής, του Ερμή, της Τζίλντα, της Άβια …. των ατελείωτων- αγνώστου αριθμού ζώων- τραυματισμένων, αρρώστων, εγκαταλειμμένων, βασανισμένων, κακοποιημένων, και των εκατοντάδων μωρών νεογέννητων που ανάστησε με το μπιμπερό γιατί πετάχτηκαν μακριά από την πραγματική μάννα τους μετά τη γέννησή τους.

Επί χρόνια ολόκληρα μαζί με τον αγαπημένο της σύζυγο τον κυρ- Κώστα, ζουν διακριτικά στο «μικρό σπίτι στο λιβάδι» όπως το έχουμε ονομάσει, βοηθώντας περισσότερο από όσο μπορούν.

Ήταν ο βράχος στις δύσκολες στιγμές, όταν απεγνωσμένοι κάποιοι από μας παραλαμβάναμε μέσα στην ίδια μέρα και 5 και 8 και 12 νεογέννητα κουτάβια ή γατιά μέσα από κάδους απορριμμάτων ή μέσα σε σακούλες κλεισμένα ή μέσα σε βρώμικα τελάρα, ή όπου αλλού εμπνεύστηκε κάποιος να τα πετάξει για να πεθάνουν αβοήθητα μακριά από τη μάννα που τα γέννησε.

Είναι το βάλσαμο, είναι ο άνθρωπος που έχει ξενυχτήσει για να δίνει φάρμακα, να αλλάζει θέση σε τραυματισμένα και παράλυτα μετά τα χειρουργεία τους και να τα βοηθάει να σταθούν στα πόδια τους, να τα καθαρίζει, να ανασταίνει τα ετοιμοθάνατα, να τα κρατάει για να τα φωτογραφίσουμε και να τους βρούμε αργότερα υιοθεσίες. Όλα τα έκανε παρέα με τον κυρ Κώστα μέχρι που αυτός μεγάλωσε κι αρρώστησε. Τώρα πια μας λέει : «κανονιστείτε, μη μου φέρετε κανένα άλλο».

Μα ακόμα και μέσα στο φετινό χειμώνα όταν με πήρανε τα κλάματα γιατί δύο από τα 8 νεογέννητα κουτάβια που προσπαθούσα να μεγαλώσω με το μπιμπερό έδειχναν να μην τα καταφέρνουν, Κθώς δεν προλάβαινα τα ταΐσματα λόγω δουλειάς, την πήρα τηλέφωνο να τη συμβουλευτώ και μου είπε : «Που τα ‘χεις παιδάκι μου? Έρχομαι να τα πάρω εγώ». Κι ήρθε με τις ίδιες απορίες όπως πάντα : «Μα ποιος τα πέταξε? Τι ψυχή θα παραδώσουν? Γιατί τα πήραν από τη μάννα τους».

Μετά από λίγες μέρες με πήρε γελώντας: «Έλα να τα δεις. Μουρχουτάκια έγιναν». Υιοθετήθηκαν όλα κι έτσι πήγαν σε άλλες αγκαλιές.

Πάντα μας φώναζε: «Kοιτάχτε να τους βρείτε οικογένεια» μα όταν υιοθετούνταν έκλαιγε στον αποχωρισμό.

Ο κυρ- Κώστας κρατούσε πάντα αρχείο. Εμβολιασμοί, αποπαρασιττώσεις, φάρμακα, φωτογραφίες, ημέρα υιοθεσίας.

Μια φορά μας έφερε θυμάμαι η κυρα Ανδριάνα λάθος κουτάβι να παραδώσουμε στον άνθρωπο που το υιοθετούσε. Κι όταν αγχωθήκαμε μας είπε : « Εντάξει παιδάκι μου, τι πειράζει? Πλάσμα ταλαιπωρημένο είναι κι αυτό» και βάλαμε τα γέλια.

Με κάποια από αυτά δέθηκε περισσότερο.

Ένας ήταν ο Αλλαντίν ή Κούκυ, ένας πολύ ταλαιπωρημένος σκύλος, που είχε βρεθεί λιπόθυμος στην Καλόγρια. Ήταν γλυκός μα πολύ μοναχικός, ποτέ δεν έπαιζε, δεν ήθελε πολλά χάδια μα γινόταν ο καλύτερος πατέρας όλων των κουταβιών που περιέθαλπε εκεί . Υιοθετήθηκε αργότερα από τη φίλη μου τη Ρόμυ και πέρασε παραμυθένια κι έγινε ο αγαπημένος των παιδιών της.

Άλλος ήταν ο Ντύλαν (η κυρά Ανδριάνα τον έλεγε Μπέη), νομίζω μοναδικός στην καρδιά της. Ήταν ένα λυκόσκυλο που τραυματίστηκε από φορτηγό στο Ρίο, εγχειρίστηκε έμεινε με τρία πόδια και παράλυτο τον πρώτο καιρό στα πίσω. Τον σήκωνε μαζί με τον κυρ-Κώστα, του έκαναν μασάζ όπως είχε συμβουλέψει ο γιατρός, έκαναν αλλαγή στις πληγές του, τον περπατούσαν λίγο, τον φρόντιζαν τόσο πολύ που δεν περιγράφεται. Ο Μπέης όχι μόνο περπάτησε αργότερα , αλλά έτρεχε κι έπαιζε με σκύλους , με γάτες, με ανθρώπους, κι έδινε την αγάπη που πήρε.

Μετά από λίγους μήνες μου είπε: «Το Μπέη θα τον υιοθετήσουμε εμείς Άντα. Είναι ένας άγγελος.» Τον λάτρεψε. Έζησε κάποια χρόνια. Όταν πέθανε έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο κυρ- Κώστας τον ενταφίασε στο κτήμα, δίπλα στα λουλούδια.

Η κυρά Ανδριάνα του έγραψε ποίημα: «Τ’ αστεράκια ένα-ένα φίλους τα ‘κανα για σένα, να φωτίζουν τα όνειρά μου για να έρχεσαι πάλι κοντά μου».

Στον τάφο του έβαλε σημείωμα : «Όλα τα αγγελάκια σμίξανε κι έγινε ο Μπέης μου. Το πιο αγγελικό πλάσμα που έφτιαξε η πλάση. Θα σ’ αγαπώ όσο θα ζω».

Οι ιστορίες ατελείωτες.

Τώρα θέλουμε να την τιμήσουμε, να την ευχαριστήσουμε –αν και τίποτα δεν είναι αρκετό για όσα έχει κάνει- και να προσπαθήσουμε να μην την ξαναφορτώσουμε με έγνοιες καινούργιες. Δικαιούται λίγη γαλήνη μαζί με τον κυρ Κώστα και όσα από τα αγαπημένα πλάσματα που φρόντισε έχουν μείνει σ’ αυτό «το μικρό σπίτι στο λιβάδι».

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.