Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Λέανδρου Τ. Ρακιντζή

Αρεοπαγίτη ε.τ.

Τα λόγια του Καραγκιόζη ανταποκρίνονται πλήρως στη πρακτική της Πολιτείας για την αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος της καθυστέρησης απονομής ποινικής Δικαιοσύνης με το να ψηφίζει κατά τακτικά χρονικά διαστήματα νόμο με τον οποίον παραγράφονται τα ελαφρά πλημμελήματα που προβλέπουν ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή καταγνωσθείσες ποινές μέχρις έξη μηνών.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο εγώ τουλάχιστον, που έχω κάποια ηλικία, θυμάμαι την επί ευκαιρία των γάμων του Βασιλέως Κωνσταντίνου (1964) έκδοση νόμου που παράγραψε ελαφριάς μορφής πλημμελήματα και μεταγενέστερες παραγραφές για λόγους αποσυμφόρησης των φυλακών δηλαδή ανθρωπιστικούς λόγους.

Γιατί πάλι

Το καινούργιο είναι σύμφωνα με την κυβερνητική ανακοίνωση, ότι η παραγραφή ζητήθηκε από την ηγεσία της Εισαγγελικής Αρχής, που εξ αιτίας της ματαιώσεως εκδικάσεως ποινικών υποθέσεων λόγω πανδημίας, που έπρεπε να προσδιοριστούν προς εκδίκαση εκ νέου μαζί με τις τρέχουσες, δημιουργήθηκε συσσώρευση υποθέσεων και η Εισαγγελία αδυνατούσε να διαχειριστεί το πρόβλημα. Αυτό όμως δείχνει ανεπάρκεια της δικαστικής λειτουργίας και ανάληψη από την Εισαγγελία της ευθύνης για την θέσπιση του νόμου περί παραγραφής, που αποτελεί και μόνο κυβερνητική ευθύνη.Δεν συμφωνώ όμως με τη λύση αυτή, που θυμίζει τη παραπάνω ατάκα του Καραγκιόζη για τους παρακάτω λόγους.

Θεωρώ, ότι η με νόμο παραγραφή των αδικημάτων αδικεί το δημόσιο συμφέρον, που δεν μπορεί να επιβάλλει κοινωνική ειρήνη, αλλά κυρίως αδικεί τον θιγόμενο πολίτη, που είχε την αυταπάτη , ότι μπορεί να βρει το δίκιο του με προσφυγή στη Δικαιοσύνη έχοντας υποβληθεί σε δαπάνες, ταλαιπωρίες αυτός και οι μάρτυρες του, έχει σχηματισθεί ένας ογκώδης φάκελος με σπατάλη δικαστικού χρόνου και στο τέλος ο πολίτης τρώει κοινώς «πόρτα», γιατί η πολιτεία επειδή δεν θέλησε να σπάσει αυγά, αδυνατεί να τον προστατεύσει. Έτσι όμως χάνεται σταδιακά η εμπιστοσύνη του κοινού πολίτη για την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, που απογοητευμένος δεν θα καταφεύγει σαυτή, αλλά μπορεί να προσπαθήσει να βρει το δίκιο του με άλλο τρόπο.

Μετά τη κατοχή εκδόθηκαν για λόγους πολιτικούς κάποιοι νόμοι ,που παραγράψανε ορισμένα αδικήματα, το 1964 είχαμε την παραγραφή λόγω των γάμων του Βασιλέως, από το 1968 και μετά εκδόθηκαν κάποιοι νόμοι παραγραφής ελαφρών αδικημάτων για την αποσυμφόρηση των φυλακών, αλλά κατά αραιά χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα της δεκαετίας, ενώ από το 2005 η τάση επιταχύνθηκε.

Συγκεκριμένα: 

Με τους ν.3346/2005,4043/2012,4198/ 2013 παρεγραφήκαν όλα τα μέχρι τότε τελεσθέντα αδικήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους.

Με το ν.4441/2016 [ νόμος Παρασκευόπουλου] παρεγράφηκαν όλα τα αδικήματα, που τιμωρούνται με φυλάκιση δύο ετών και τελέστηκαν μέχρι 31.3.2016 και με το ν.4671/2018 παρεγραφήκαν ελαφρά αδικήματα κατά τροποποίηση άρθρου 88 Π.Κ..

Με την εισαγωγή του νέου Π.Κ. ν.4619/1.7.2019 πολλές πράξεις από κακουργήματα χαρακτηρίστηκαν πλημμελήματα και παρεγραφήκαν,πολλά αδικήματα έπαψαν να είναι αξιόποινα, για πολλά απαιτείται πλέον έγκληση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και για πράξεις που τελέστηκαν πριν την 1.7.2019, που στις περιπτώσεις που δεν υποβλήθηκε η ποινική δίωξη κηρύχθηκε απαράδεκτη.

Και τώρα θεσπίσθηκε με πρόσφατο νόμο, νέα παραγραφή των αδικημάτων, που τιμωρούνται με φυλάκιση ενός έτους και των ποινών φυλακίσεως μέχρι έξη μηνών. Σύμφωνα με τα παραπάνω και με δεδομένο ,ότι τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις οι υποθέσεις δικάζονται στα όρια της παραγραφής, που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος για ελαφριάς μορφής πράξεις μετά το 2012 έχουν ήδη παραγραφεί βάση των παραπάνω νόμων και εκ του ότι κατά το διάστημα της πανδημίας υποβληθήκαν ελάχιστες μηνύσεις, πιστεύω ότι το ζήτημα ήταν διαχειρίσιμο και δεν ήταν απαραίτητη η παραγραφή. Άλλωστε όπως δήλωσε ο πρόεδρος της ΕΔΕ κ.Σεβαστίδης στη συνάντηση του με τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης σε δύο χρόνια θα χρειαστεί πάλι νόμος για παραγραφή των ελαφρών αδικημάτων.

Όπως δήλωσαν παλαιότερα Υπουργοί της Δικαιοσύνης η καθυστέρηση για την απόδοση ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης έχει φθάσει στα όρια της αρνησιδικίας.

Με το μάτι στο ρολόι

Το πρόβλημα στη ποινική δικαιοσύνη δημιουργήθηκε από την αφειδή χορήγηση αναβολών εκδικάσεως των υποθέσεων με αποτέλεσμα οι πρωτοείσακτες να τοποθετούνται τελευταίες στο πινάκιο και εκδικάζονται μετά δύο ή τρεις αναβολές με μέγιστη ταλαιπωρία των διαδίκων και μαρτύρων. Οι αναβολές δίνονται για λόγους ανώτερης βίας μεταξύ των οποίων είναι το κώλυμα δικηγόρου. Τη παλιά εποχή πριν το 1985 το δικαστήριο συνέχιζε τη συνεδρίαση μέχρι αργά τη νύκτα και έτσι εκδικάζονταν σχετικά γρήγορα όλες οι υποθέσεις. Μετά την καθιέρωση του ωραρίου συνεδριάσεως των δικαστηρίων 9 π.μ. μέχρι 3μ.μ.δηλαδή εξάωρο ο χρόνος δεν επαρκεί για την εκδίκαση όλων των εισαχθέντων υποθέσεων. Ακόμη και η πρόταση της επεκτάσεως του ωραρίου επί δίωρον έχει συναντήσει σφοδρότατη αντίδραση των συνδικαλιστικών ενώσεων των δικηγόρων και δικαστικών γραμματέων ενώπιον της οποίας η Πολιτεία πάντοτε υποχωρεί και έτσι επικρατεί το ιδιωτικό συμφέρον έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Εάν η Πολιτεία δεν σπάσει αυγά και δεν ρυθμίσει τα παραπάνω θέματα σε τρόπο, που να επιταχύνει την λειτουργία της δικαιοσύνης , σε δύο χρόνια θα βρεθούμε πάλι στην ίδια κατάσταση.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.