Όμορφη Πόλη (Το περιγραφόμενο όραμα δεν είναι ουτοπία)

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Δημήτρη Α. Σιδερή

Ομότιμου καθηγητή καρδιολογίας

Θυμάμαι παιδάκι στη Σύρο. Ανάσερνα με τον κουβά νερό από τη στέρνα (βάθος 4 μέτρα), άναβα φωτιά με ξύλα, ζέσταινα νερό, έβαζα τη σκάφη και πλενόμουν. Μεγάλος κόπος! Για τί; Αμέσως μετά θα έπαιζα στην αυλή ή στην αλάνα και θα ξαναλερωνόμουν! Το χειμώνα ανάβαμε το μαγκάλι. Ζέστη γύρω με δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις μονοξειδίου του άνθρακα, παγωμένα τα άλλα δωμάτια. Φανταζόμουν τα διαμερίσματα στην Αθήνα με το λουτρό και το καλοριφέρ. Άσε που η συγκοινωνία ήταν 3 φορές την εβδομάδα, 7 ώρες ταξίδι ως τον Πειραιά. Πώς να μην οραματίζομαι την Αθήνα;

Η ”αστυφιλία” όμως δεν είναι στο DNA των Ελλήνων. Έγινε με οικονομικά κίνητρα. Ήλθε το σχέδιο Μάρσαλ. Με τον όρο να ξοδευθεί στην Αθήνα, λίγο στη Θεσσαλονίκη, διότι κάθε επιχείρηση έχει ανάγκη από άλλες επιχειρήσεις εκεί γύρω και δρόμοι δεν υπήρχαν. Για να κατασκευάσει τρένα ο Τρικούπης, πτωχεύσαμε. Πιο σημαντικό όμως ήταν ότι είχαμε τον ολέθριο εμφύλιο. Για να μην επιστρατεύουν τους νέους οι αντάρτες σε κάθε χωριό που έμπαιναν, έπρεπε να μην υπάρχουν νέοι στα χωριά.

Θυμάμαι ακόμη όταν πρωτόρθα στην Αθήνα πόσο εντυπωσιάσθηκα από τα πανέμορφα νεοκλασικά κτήρια. Κατεδαφίστηκαν για να οικοδομηθούν με αντιπαροχή οι σαν κουτιά πολυκατοικίες για να χωρέσουν τόσοι που συνωστίζονταν στην πρωτεύουσα. Και το χτίσιμο των πολυκατοικιών χρειαζόταν χέρια προσελκύοντας κι άλλους κι άλλους. Μια πόλη που όταν πρωτοέγινε πρωτεύουσα είχε γύρω στους 10 000 κατοίκους έχει τώρα γύρω στα 4 εκατομμύρια. Τα 3 ποτάμια της εξαφανίσθηκαν, έγιναν υπόγειοι οχετοί. Θυμάμαι, φοιτητής, τον Κηφισό και τον Ιλισό. Τώρα, όταν βρέχει λίγο παραπάνω τα ποτάμια εκδικούνται και ξαναεμφανίζονται στην επιφάνεια διεκδικώντας τα φυσικά δικαιώματά τους.

Οι μεγαλουπόλεις τρέφονταν από τα προϊόντα που τους έφερνε η επαρχία. Τώρα έχομε λεμόνια από την Αργεντινή, πατάτες από την Αίγυπτο, φιστίκια από την Τουρκία κλπ. Μια καταστροφή από συνωστισμό στις μεγαλουπόλεις και ερήμωση στην επαρχία που μας πήρε 200 χρόνια για να την πετύχουμε. Και τώρα, με μια πανδημιούλα, αρχίζομε να αισθανόμαστε την ανάγκη να την επανορθώσουμε σε λίγα χρόνια. Αίτια των νόσων είναι μικρόβια και ιοί· των επιδημιών όμως είναι ο συνωστισμός. Τα νησιά που έχομε εγκαταλείψει απειλούνται από γείτονες, ενώ η άμυνά τους μας κοστίζει πολύ. Η ανακατανομή του πληθυσμού είναι ανάγκη οικονομική, εθνική, οικολογική, υγιεινή. Μη μου πείτε ”δε γίνεται”. Αφού έγινε η κεντρομόλος κίνηση, είναι δυνατή και η φυγόκεντρος. Πώς φαντάζομαι την αναδόμηση του κράτους μας; Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Φαντάζομαι και παρουσιάζω έναν που έχει πολλές παραλλαγές.

Χρειάζονται ταυτόχρονα ελκυστικά κίνητρα προς τους ερημωμένους τόπους, εγκαταλειμμένα χωριά και νησάκια αφενός και απωθητικά αντικίνητρα στις μεγαλουπόλεις αφετέρου. Όλες οι πόλεις έχουν κοινές ανάγκες, ύδρευση, ηλεκτροδότηση, καθαριότητα κλπ. Καθεμιά όμως έχει τη δική της φυσιογνωμία, ανάλογα με το σκοπό της που εξαρτάται σημαντικά από τη γεωγραφία της. Η Αθήνα, πρωτεύουσα, συγκεντρώνει εθνικές κεντρικές υπηρεσίες και ανάλογα πρέπει να είναι οικοδομημένη. Η Θεσσαλονίκη είναι το φυσικό λιμάνι όλων των Βαλκανίων. Θα χαρούν και θα πληρώσουν ευχαρίστως οι γείτονες για να διαμορφωθεί η πόλη γι΄ αυτό το σκοπό. Ανάλογοι μοναδικοί σκοποί ισχύουν για κάθε πόλη.

Η εγκαταλειμμένη ύπαιθρος πρέπει να διαμορφωθεί ανάλογα με τη γεωγραφία της. Αγροτοκτηνοτροφική καλλιέργεια κυρίως, αλλά όχι μόνο, στα στεριανά χωριά, παραγωγή ενέργειας από ανέμους, ήλιο, κύματα καικαλλιέργεια κάθε είδους θαλασσινών στα νησιά. Παράλληλα, αλλά όχι αποκλειστικά, τουριστική ανάπτυξη για την 3-5 μηνών ετησίως λειτουργία της. Οι δρόμοι που υπάρχουν σήμερα και τα ταχύπλοα – ακούω φουσκωτά με εξωλέμβια και ταχύτητα 30 κόμβων – βραχύνουν τις αποστάσεις από τα αστικά κέντρα. Αυτά, αποτελούν πόλο έλξης για τους ανέργους, που αφθονούν στον τόπο μας. Για να προϋπάρξουν τέτοιες υποδομές, απαιτείται υποχρεωτική εργασία, όπως αυτή από το στρατό. ”Κάθε άνθρωπος, πλούσιος ή φτωχός, πρέπει να προσφέρει δυο χρόνια από τη ζωή του στο κράτος, όχι σκοτώνοντας άλλους ανθρώπους, αλλά υπερνικώντας αρρώστιες, αποστραγγίζοντας τέλματα, αρδεύοντας ερήμους, σκάβοντας διώρυγες και γενικά συμμετέχοντας με δημοκρατικούς όρους στα περιβαλλοντικά και κοινωνικά έργα με τα οποία ανοικοδομείται, τόσο αργά και επώδυνα, ό,τι καταστρέφει ο πόλεμος τόσο γρήγορα” (W. James). Μόλις κατασκευασθούν έργα υποδομής, περιλαμβάνοντας και ύδρευση από αφαλάτωση όπου χρειάζεται, η επιχείρηση πωλείται από το κράτος σε όποιον ιδιώτη διαθέτει κεφάλαια, ή συνεχίζει να λειτουργεί με κρατικά κεφάλαια. Να η έλξη προς την ερημιά.

Κάθε μεγαλούπολη, πρέπει να διαμορφωθεί ανάλογα με το δικό της σκοπό,όπως αναφέρθηκε. Ποικίλα πολεοδομικά σχέδια σχεδιάζονται και από αυτά επιλέγεται κάποιο που το εγκρίνουν οι δημότες, πρακτικά ένα τυχαίο, κληρωμένο, δείγμα αυτών των πολιτών, όπως οφείλει να γίνεται σε μια δημοκρατικά επιλεγμένη τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά έστω και με κλήρωση αντίστοιχης επιτροπής από την υπάρχουσα ολιγαρχική δομή της. Σε αυτά τα σχέδια περιλαμβάνονται οι κοινές οικοδομές, αλλά και ”διατηρητέες” και ”κατεδαφιστέες”. Ο χαρακτηρισμός είναι υποχρεωτικός. Η διατήρηση γίνεται από τον ιδιοκτήτη με διατήρηση της πρόσοψης και, αφού είναι υποχρεωτική, με δαπάνες του δήμου. Αν δεν γίνει σε συγκεκριμένη προθεσμία, γίνεται κατάσχεση και η συντήρηση γίνεται από το δήμο. Ανάλογα με τη φύση του διατηρητέου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για κατοικία είτε για πώληση ή για να χρησιμοποιηθεί για πολιτιστικές εκδηλώσεις ή δημόσιες υπηρεσίες. Κάτι ανάλογο ισχύει για τα κατεδαφιστέα. Μπορεί να πρέπει να κατεδαφισθούν, διότι είτε είναι ετοιμόρροπα και επικίνδυνα για τους διερχόμενους πολίτες ή βρίσκονται έξω από το πολεοδομικό σχέδιο. Και στις δύο περιπτώσεις η δαπάνη πρέπει να αναληφθεί από το δήμο και το έργο να εκτελεσθεί είτε από τον ιδιοκτήτη είτε από τον ίδιο το δήμο. Οι δημότες που θα αποζημιωθούν και θα μείνουν άστεγοι, μπορούν είτε να αγοράσουν σπίτι μέσα στο σχέδιο ή να μετοικήσουν στην ύπαιθρο όπου θα βρουν δουλειά και φθηνή στέγη. Ο δήμος θα βρει χρήματα φορολογώντας τους δημότες που επιθυμούν να μείνουν εντός του δαπανηρού σχεδίου της μεγαλούπολης, πληρώνοντας έτσι την απόλαυση της όμορφης, ευρύχωρης πια, πόλης τους διαμορφωμένης σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Αλλιώς πουλούν τα ιδιόκτητά τους (αν δεν βρεθεί αγοραστής, ο δήμος υποχρεωτικά τα αγοράζει) και μετοικούν στα προγονικά χωριά τους. Να η απώθηση από μεγαλουπόλεις.

Το περιγραφόμενο όραμα δεν απαιτεί άδεια ”προστατών/εταίρων”, αυξάνει την παραγωγική ισχύ του τόπου μας και την αντίστασή του σε πανδημίες και επίβουλους γείτονες. Ξαναδιαβάζοντάς το μου θυμίζει το ”Παραμύθι χωρίς Όνομα”. Όμως η ιστορία της Π. Δέλτα, αν και αλληγορική, ήταν αληθινή!

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.