Κορονοϊός: καθρέφτης των παθογενειών μας

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

της Χριστιάννας Δ. Λιούντρη
Διεθνολόγου

Μέσα από αυτή την παγκόσμια υγεινονομική κρίση, αναδείχθηκαν με εμφατικό τρόπο παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας που για πολλά χρόνια κρύβουμε κάτω από το χαλί. Μετά από τρία μνημόνια και μία δεκαετή οικονομική – κοινωνική κρίση, αυτά τα προβλήματα δεν έχουν αντιμετωπιστεί, επιλέγουμε να μην κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Σε θεματικές ενότητες μπορούμε να καταγράψουμε τις εξής παρατηρήσεις – προβληματισμούς:

Βία κατά των γυναικών και φυλετικές διακρίσεις

Ανάμεσα στα τηλεοπτικά μηνύματα της καμπάνιας ενημέρωσης για τον κορονοϊό, εμφανίστηκε και ένα το οποίο αφορούσε στις γυναίκες – θύματα ενδοοικογενειακής βίας και καλούσε είτε τις ίδιες είτε τους κοντινούς τους ανθρώπους που είχαν γνώση να καταγγείλουν περιστατικά και να αναζητήσουν βοήθεια. Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο ούτε λαμβάνει τη δημοσιότητα που απαιτείται για την αντιμετώπισή του ούτε έχει επαρκείς μεθόδους βοήθειας, προστασίας και ενδυνάμωσης των γυναικών αυτών.

Κατά πρώτον, σε πολλές περιπτώσεις, το ίδιο το θύμα δεν έχει επίγνωση ότι είναι αποδέκτης παράνομης και καταδικαστέας συμπεριφοράς καθότι δεν έχει επικοινωνηθεί το τι ακριβώς συνιστά ενδοοικογενειακή βία ή/και βία κατά των γυναικών.

Κατά δεύτερον, δεν υπάρχει ενημέρωση ως προς το τι μπορεί να κάνει το θύμα για να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση ούτε το που θα αναζητήσει προστασία. Και ναι μεν στις μεγάλες πόλεις, είναι σχετικά πιο εύκολο να ξεφύγει ένεκα της ανωνυμίας που μπορεί να εξασφαλίσει το πλήθος, στην επαρχία όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι καθώς αφενός η άσκηση βίας στο πλαίσιο της συντροφικής/συζυγικής σχέσης δεν γίνεται αντιληπτή ως κάτι μεμπτό, αφετέρου τυχόν καταγγελία (αν φτάσει να γίνει) στις αστυνομικές αρχές δεν αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι αστυνομικοί γνωρίζουν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και αποφεύγουν να προχωρήσουν σε καταγραφή και διερεύνηση της καταγγελίας ώστε να μην διαταραχθεί η πολυπόθητη κοινωνική ησυχία της κοινότητας. Όταν βέβαια αργότερα το περιστατικό καταλήγει σε γυναικοκτονία, κανείς δεν γνώριζε και ο δράστης δεν είχε δώσει δικαιώματα, η πράξη του καταγράφεται ως τυχαίο έγκλημα πάθους.

Κανείς δεν μπαίνει στη διαδικασία να ασχοληθεί με τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος που είναι η παγιωμένη υποτίμηση και απαξίωση της γυναίκας σε κοινωνικό επίπεδο: διαχωρίζεται σε γυναίκα -σύζυγο/μητέρα που εξαρτάται και υποτάσσεται στον άντρα και γυναίκα – σεξουαλικό αντικείμενο που γίνεται αποδέκτης πάσης φύσεως σεξιστικών επιθέσεων. Σε αυτή τη διχοτόμηση, δεν φαίνεται να υπάρχει χώρος για την γυναίκα ως ισότιμο και ανεξάρτητο μέλος της κοινωνίας, που έχει δικαίωμα να επιλέξει για τον εαυτό της τον ρόλο που η ίδια επιθυμεί. Η ταυτότητα της γυναίκας προσδιορίζεται από το πώς την αντιλαμβάνεται ο άντρας, και όχι όπως αντιλαμβάνεται, οριοθετεί και προσδιορίζει η ίδια τον εαυτό της. Αν κάποια τολμήσει να διεκδικήσει κάτι παραπάνω από αυτό που ο κοινωνικός αυτοματισμός επιβάλλει, στοχοποιείται, επικρίνεται, αντιμετωπίζεται ως κάτι παράταιρο.

Αν καταφέρει να επιτύχει τους στόχους της, το αντανακλαστικό σχόλιο είναι ότι η επιτυχία αυτή δεν σχετίζεται με την προσπάθειά της, τις δυνατότητές της, αλλά με τη σχέση της με κάποιον άντρα σε θέση εξουσίας, ο οποίος έναντι κάποιου (σεξουαλικού) ανταλλάγματος την προώθησε. Είμαστε μία κοινωνία βαθιά σεξιστική, η οποία έχει πολύ δρόμο να διανύσει για να μπορέσει να πει ότι κατάφερε να αντιμετωπίσει τα σχετικά ζητήματα. Η ευθύνη των Μέσων Ενημέρωσης σε αυτό το κομμάτι είναι σημαντική καθώς επιμένουν να προβάλλουν ένα συγκεκριμένο πρότυπο γυναίκας, παραγνωρίζοντας τις γυναίκες επαγγελματίες, επιχειρηματίες, ακαδημαϊκούς, γιατρούς, επιστήμονες. Το προϊόν τους απευθύνεται στη γυναίκα – νοικοκυρά που ασχολείται με τα ζώδια και την κουζίνα της. Παρωχημένο τουλάχιστον.

Αγροτικός τομέας

Ο πρωτογενής τομέας της χώρας δεν μπορεί να θεωρηθεί ανταγωνιστικός στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί. Καταγράφηκαν περιστατικά όπου οι αγρότες παραγωγοί πέταξαν στα σκουπίδια φρέσκα προϊόντα τα οποία δεν μπορούσαν να διοχετεύσουν στην κατανάλωση. Αυτή η κίνηση δείχνει την έλλειψη μακρόπνοου σχεδιασμού εκ μέρους τους. Ένα αγροτικό προϊόν δεν έχει μόνο προορισμό την κατανάλωσή του ως φρέσκο. Μπορεί να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας, να συσκευασθεί, να τυποποιηθεί και να αποτελέσει εξαγωγικό προϊόν υψηλής αξίας. Η δε ανάληψη της συσκευασίας – τυποποίησης από αγροτικούς συνεταιρισμούς καταλείπει τον έλεγχο στους ίδιους τους παραγωγούς οι οποίοι και θα αποκομίσουν το κέρδος, αναλαμβάνοντας τον εμπορικό κίνδυνο, παραλείποντας τους μεσάζοντες. Αυτό προϋποθέτει την συνεργασία μεταξύ των παραγωγών καθώς επίσης και τη διάθεσή τους να αξιοποιήσουν με σοβαρότητα και επαγγελματισμό τα νομικά και οικονομικά εργαλεία που διατίθενται.
Αυτό που περιγράφουμε απέχει από τις πρακτικές των προηγούμενων χρόνων όπου οι αγροτικοί συνεταιρισμοί χρησιμοποιήθηκαν για να απομυζηθούν κοινοτικά κονδύλια και παράλληλα προϋποθέτει την εγκατάλειψη της νοοτροπίας των επιδοτήσεων, όπου ο αγρότης – παραγωγός καταστρέφει τα προϊόντα του ή επικαλείται διάφορα γεγονότα για να διεκδικήσει κρατικές επιδοτήσεις. Είναι δεδομένο ότι αυτό το μοντέλο δεν είναι βιώσιμο.

Επίσης, δεν είναι νοητό μία εύφορη χώρα να εισάγει σε μεγάλο βαθμό τα διατροφικά προϊόντα που χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού της. Η κρίση του κορονοϊού – σε αυτό το πρώτο κύμα- κράτησε περιορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά ας σκεφτούμε τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που εκτεινόταν για μεγαλύτερο χρόνο και οι χώρες από τις οποίες εισάγουμε τα απαραίτητα διέκοπταν τις εξαγωγές τους για να μπορέσουν να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες…

Συμπληρωματικά σε αυτό, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας ότι ο αγροτικός τομέας εμφανίζεται επικουρικός και όχι συμπληρωματικός του τουριστικού: οι τοπικοί αγρότες θα μπορούσαν συστηματικά να συνεργάζονται και να διοχετεύουν τα προϊόντα τους στις τοπικές ξενοδοχειακές μονάδες, και με αυτό δεν εννοούμε απλώς την προμήθειά τους με τα απαραίτητα «για να ταΐσουν» τους τουρίστες. Εννοούμε την ανάδειξη ενός καινούριου brandingτου ελληνικού αγροτικού προϊόντος το οποίο θα παρουσιάζει την διαδικασία παραγωγής και επεξεργασίας του, συνδυαζόμενο με την ελληνική διατροφή, η οποία παγκοσμίως αναγνωρίζεται ως από τις πλέον ισορροπημένες. Αυτό όμως προϋποθέτει επιχειρηματικό σχεδιασμό, marketing και μακρόπνοη στρατηγική, ισχυρή δέσμευση και σοβαρότητα από τους εμπλεκόμενους.

Τουριστικός τομέας

Η Ελλάδα είναι ένας τουριστικός προορισμός που απευθύνεται ταυτόχρονα σε τουρίστες υψηλού και χαμηλού οικονομικού προφίλ. Είναι δεδομένο ότι με την τρέχουσα κατάσταση (αβεβαιότητα, πιθανότητα καραντίνας στην χώρα προορισμού ή/και στην χώρα επιστροφής και αύξηση κόστων μεταφοράς), οι τουρίστες χαμηλού οικονομικού προφίλ δεν θα επιλέξουν την μετακίνησή τους σε ξένη χώρα. Πολύ απλά, δεν είναι προτεραιότητα και είναι αχρείαστο (υγειονομικό και οικονομικό) ρίσκο. Οι μικρομεσαίες ξενοδοχειακές υπηρεσίες θα πληγούν σοβαρότατα και είναι ζητούμενο το αν θα ανακάμψουν. Το ζητούμενο είναι αν και υπό ποιους όρους θα πρέπει να γίνουν αποδέκτες κρατικών ενισχύσεων. Κι αυτό έχει να κάνει με το τι ακριβώς θέλουμε να περιλαμβάνει το τουριστικό μας πακέτο. Για παράδειγμα, ακούω πως μικροξενοδόχοι περιμένουν να υποδεχτούν τους τουρίστες με γάντια, μάσκες και αντισηπτικά χωρίς να λαμβάνουν μέτρα υγιεινής για τις ξενοδοχειακές μονάδες τους: συστήματα εξαερισμού, καθαριότητα δωματίων. Όποιος έχει κάνει διακοπές με χαμηλό προϋπολογισμό γνωρίζει πάρα πολύ καλά τις συνθήκες που επικρατούν σε αρκετές (όχι σε όλες) από αυτές τις μονάδες. Είναι σίγουρο ότι θα έπρεπε να επιβιώσουν την επόμενη ημέρα;

Το ζήτημα είναι ευρύτερο και έχει να κάνει με την επερχόμενη αλλαγή στο τουριστικό μοντέλο. Πόλεις, όπως η Βενετία, ετοιμάζονται να εφαρμόσουν μία διαφορετική προσέγγιση στην οποία θα περιορίσουν τις μαζικές εισροές τουριστών (για παράδειγμα, περιορίζοντας τις ολιγόωρες αποβάσεις τουριστών από κρουαζιερόπλοια), ώστε να γίνει διαχειρίσιμο το κόστος φιλοξενίας τους: ο τουρίστας εκτός από το να αφήνει τα χρήματά του, αφήνει και τα σκουπίδιά του τα οποία πρέπει να διαχειρίζεται η δημοτική αρχή και τα οποία ελλείψει σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων καταλήγουν σε χωματερές, επιβαρύνοντας σημαντικά το περιβάλλον, καταναλώνει πόρους (νερό, ρεύμα, υγεία) τους οποίους το σύστημα δεν είναι απαραίτητο ότι μπορεί να τους διαθέσει χωρίς να αγγίζει τα όρια του. Ας πάρουμε για παράδειγμα, τη Σαντορίνη η οποία στην υψηλή τουριστική σεζόν πλημμυρίζει -κυριολεκτικά- από κόσμο για τον οποίο είναι υπεύθυνη να έχει δομές να τον καλύψει. Πρέπει να έχει ιατρικό προσωπικό σε περίπτωση που συμβεί το οποιοδήποτε απρόοπτο περιστατικό, πρέπει να έχει αποθέματα νερού για όλο αυτόν τον κόσμο (και γνωρίζουμε όλοι την έλλειψη σε πόσιμο νερό που αντιμετωπίζουν τα νησιά μας), πρέπει το σύστημα ηλεκτροδότησης να μπορεί να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες σε ρεύμα (κλιματιστικά, ψυγεία) την στιγμή που η ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών με την ηπειρωτική χώρα δεν έχει ολοκληρωθεί.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στο εξωτερικό γίνεται μία πολύ σοβαρή κουβέντα για μία πιο ολοκληρωμένη και βιώσιμη τουριστική εμπειρία, η οποία θα κινείται σε δύο άξονες: αφενός περιορισμένες τουριστικές ροές σε συνδυασμό με προσφορά ποιοτικής εμπειρίας, αφετέρου μετακύληση του κόστους φιλοξενίας στον τουρίστα. Ο τουρίστας θα καλείται να πληρώσει μέρος του κόστους που συνεπάγεται η παραμονή του σε ένα μέρος. Και είναι λογικό αν σκεφτούμε ότι για παράδειγμα η Σαντορίνη έχει προϋπολογισμό και δομές για την κάλυψη περίπου 15.000 μόνιμων κατοίκων και στην περίοδο υψηλής τουριστικής κίνησης φτάνει να δέχεται 150.000 άτομα ημερησίως. Είναι προφανές ότι αυτό δεν είναι βιώσιμο και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Τέλος, σε κεντρικό επίπεδο, είναι ζήτημα υπαρξιακό: δεν μπορεί να εξαρτάται το 30% του ΑΕΠ από έναν τομέα του οποίου η ζήτηση είναι εντελώς ελαστική και επηρεάζεται το μέγιστο από εξωτερικούς παράγοντες. Δεν είναι «βαριά βιομηχανία». Είναι μία υπηρεσία η οποία για να δοθεί πρέπει να έχει πελάτες, η ύπαρξη των οποίων δεν είναι προβλέψιμη και δεδομένη. Γύρω από τον τουρισμό, έχουν δημιουργηθεί αγορές οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από αυτόν και τις οποίες συμπαρασύρει σε κατάρρευση, επιφέροντας ανυπολόγιστες συνέπειες στην οικονομία.

Αντί επιλόγου

Στο μυθιστόρημα «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρει», ο Όσκαρ Ουάιλντ μας παρουσιάζει την ασχήμια της ψυχής του ήρωά του να αποτυπώνεται σε ένα πορτρέτο και όχι στο πρόσωπο που δείχνει στην κοινωνία που ανήκει. Η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρώπη και τη Δύση μεταπολιτευτικά, διατηρώντας κρυμμένα τα κακώς κείμενα που επισκιάζουν την ομορφιά της. Είμαστε μία πανέμορφη χώρα που πρέπει να κοιτάξει το πραγματικό της πορτρέτο και να επιτρέψει στο πινέλο να διορθώσει όλα όσα μας κρατάνε πίσω, και δεν μας επιτρέπουν να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητές μας.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.