Όταν ο οικονομικός φιλελευθερισμός της κρίσης αναζητά την παρεμβατικότητα του Σοσιαλισμού

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Ηρακλή Ρούπα

Οικονομολόγου

Η αδυναμία ανάγνωσης της επόμενης μέρας της κρίσης παρουσιάζεται ως το μόνον σίγουρο. Για τον λόγο αυτό είναι δύσκολο να αδικήσει κανείς εκείνους τους οικονομολόγους, τραπεζίτες και πολιτικούς που πορεύονται ή προγραμματίζουν στην βάση μίας αισιόδοξης προσέγγισης των επιπτώσεων για την οικονομία της χώρας.

Θα πρέπει όμως να είναι λίγο ποιο προσεκτικοί. Η κρίση του 2010 πρέπει να μας έχει διδάξει πως εάν θέλουμε να προωθήσουμε πολιτικές «σωτηρίας» και ουσιαστικής ανάταξης, πρέπει να αποδεχθούμε το γεγονός πως οι κάθετες παρεμβάσεις που θα απαιτηθούν εστιάζονται πάντα στο «χειρότερο σενάριο» που στην παρούσα φάση ίσως είναι και το πιθανότερο. Δυστυχώς όμως, ακόμα δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε την πλήρη έκτασή του.

Καθίσταται επιτακτική ανάγκη άμεσης διαμόρφωσης ενός πνεύματος ανάδειξης ενιαίων οικονομικών προτάσεων –έστω και με την μορφή ασκήσεων επί χάρτου- που σε κάποιους μπορεί να ακούγονται ως «ανορθόδοξες». Όμως, η κρίση από μόνη της είναι μία ανορθόδοξη κρίση. Μόνον όταν συμβιβασθεί η πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος με την ανάγκη επεξεργασίας και αποδοχής τέτοιων πολιτικών θα είναι δυνατόν να συζητήσουμε επί της ουσίας για την επόμενη ημέρα.

Το ζητούμενο και ο «άγνωστος Χ» της οικονομικής εξίσωσης της επόμενης ημέρας είναι η διάρκεια της πανδημίας και οι επιπτώσεις σε όλο το φάσμα της οικονομίας, κυρίως σε στον τουρισμό. Σε κάθε περίπτωση η τρίτη παράμετρος για να συντεθεί ο συνδυασμός των όποιων πολιτικών υποστήριξης, είναι ο τρόπος διαχείρισης των αναμενόμενων κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών.

Η τουριστική περίοδος θα πρέπει να θεωρείται χαμένη σε μεγάλο ποσοστό. Ακόμα και αν ως δια μαγείας τελειώσει η κρίση άμεσα, η ψυχολογία όπως έχει διαμορφωθεί παγκοσμίως θα είναι αρνητική για ταξίδια. Για να διαπιστώσουμε δε το μέγεθός του τεράστιου προβλήματος που θα ανακύψει, αρκεί να υπενθυμίσω πως 40-50 δις ευρώ του ΑΕΠ προέρχονται από τον τουρισμό, ενώ στην αιχμή της τουριστικής περιόδου εργάζονται περισσότεροι από 450.000 εργαζόμενοι.

Σίγουρα η πιθανότητα απώλειας του 20-25% του ΑΕΠ αποτελεί σενάριο που μόνον σε πόλεμο θα μπορούσε να παραχθεί. Όμως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως θα αποτελέσει πραγματικότητα σε περίπτωση που τα περιοριστικά μέτρα παραταθούν παγκοσμίως πέραν του Μαΐου. Με αυτό ως δεδομένο θα πρέπει να πορευθούμε. Η αναμενόμενη διάχυση μία τέτοιας εξέλιξης σε συνδυασμό με την γενικότερη «παύση» της οικονομικής δραστηριότητας θα προκαλέσει ντόμινο επιπτώσεων διαμορφώνοντας πολλαπλασιαστικά ένα περιβάλλον αρνητικής δυναμικής με επιπτώσεις δυσμενέστερες εκείνες του 2010 εάν η διαχείριση της κρίσης ακολουθήσει την ίδια μεθοδολογική προσέγγιση.

Η κρίση του 2010 μας δίδαξε πως τυχόν ημίμετρα ή μέτρα αποσπασματικά με βάση την πεπατημένη ή το «πολιτικώς ορθό», όχι μόνον απέτυχαν να ανασχέσουν την κρίση, αλλά επιπρόσθετα εκπέμποντας λάθος μηνύματα στην οικονομία, ευθύνονται για την μετέπειτα συνολική καθίζηση και την μνημονιακή εποπτεία. Εάν καταστεί δυνατή η πρόβλεψη ως προς το αναμενόμενο μέγεθος της επερχόμενης οικονομικής κρίσης, τότε ελπίζω η κυβέρνηση να αντιληφθεί γρήγορα πως αν τα μέτρα της πρώτης φάσης στήριξης που εξαγγέλλονται σήμερα δεν συνοδευθούν ταχύτατα και άμεσα από μέτρα ευρείας οικονομικής διείσδυσης και «ανορθόδοξης» επινόησης, η οικονομία θα βρεθεί πολύ γρήγορα σε μακροπρόθεσμο υφεσιακό σπιράλ συνεχών κλυδωνισμών.

Για να είμαι ποιο σαφής. Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται δάνεια. Αυτά σε περίοδο κρίσης δημιουργούν προσωρινή στήριξη με μακροπρόθεσμες όμως δεσμεύσεις που θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθούν. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται ρευστότητα μεσοπρόθεσμη υπό την μορφή «δώρων ρευστότητας». Η κυβέρνηση – αν αντιληφθεί την αναγκαιότητα αυτή- θα πρέπει να δράσει με τρόπο τέτοιο που να καλύψει άμεσα την εμφανιζόμενη αδυναμία των τραπεζών να επιτελέσουν το έργο αυτό.

Τα 37 δις μαξιλάρι, τα 12 δις που θα προκύψουν από την ένταξη των Ελληνικών ομολόγων στο QE, καθώς και τα 4,5δις που δίδονται άμεσα ως πακέτο στήριξης αποτελούν μόνον μία φάση της άμυνας. Η προώθηση συμβιβαστικής φόρμουλας ως προς την έκδοση «κορονοομολόγου» είναι δυνατόν να παράσχει το αναγκαίο μαξιλάρι ανάσχεσης της κρίσης στην Ευρώπη και να δώσει την δυνατότητα προώθηση μίας αντισυμβατικής πολιτικής από την κυβέρνηση. Το πρώτο “whatever it takes” του Μ. Ντραγκι έχει πλέον μεταφρασθεί από τις αγορές σε ανάγκη συνολικής προσέγγισης της κρίσης χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς προς την κατεύθυνση της διαγραφής των ιδιωτικών χρεών που θα δημιουργηθούν λόγω κορονοιού.

Ενώ δε αρχίζει να αναδεικνύεται αυτή η νέα συλλογιστική οικονομικής πολιτικής, το αξιοπερίεργο είναι πως όσοι μνημονεύουν ένα νέο σχέδιο “Marshall” για την Ευρώπη φαίνεται να παραβλέπουν πως το σχέδιο αυτό προέβλεπε «χάρισμα χρηματοδοτικών κεφαλαίων και όχι δανεισμού» κατά τα πρότυπα του «helicoptermoney” που κυκλοφορεί σήμερα ως πρόταση. Άλλωστε, η βασική αρχή του σχεδίου “Marshall”, η πολιτική ανάπτυξης της μεταπολεμικής Γερμανίας, αλλά και ο χειρισμός της κυβέρνησης των ΗΠΑ κατά την κρίση του 2007-8 καθώς και της τωρινής, παραπέμπει σε πολιτικές κοπής νέου χρήματος και προγραμματισμένα καθοδηγούμενες χρηματοδοτήσεις και όχι στήριξης μέσω δημιουργίας νέου χρέους.

Τόσο η τοποθέτηση των κρατών του Βορρά για την χρήση του ΕSM και της ΕΚΤ για την στήριξη των πληττόμενων κρατών, όσο και εκείνων του Νότου που ορθώς προωθούν ως «αντισυμβατική» πολιτική το «κορονοομόλογο», βασίζεται στον δανεισμό. Όταν η πλειοψηφία των χωρών του Νότου είναι υπερδανεισμένες είναι καιρός να γίνει αντιληπτό πως κάθε μορφής δανεισμός των οικονομικών –έστω και άτοκος- επαναλαμβάνει με μεγαλύτερη ένταση ένα πεδίο δεσμεύσεων και εξαρτώμενης πολιτικής των δανεισμένων χωρών.

Σε τελική ανάλυση δε, όσον αφορά την αναπτυξιακή προοπτική της Ευρώπης, αναδεικνύει ένα επαναλαμβανόμενο πεδίο μακροπρόθεσμης αναποτελεσματικότητας μέσω εκτόξευσης του χρέους των αδύναμων κρατών. Σε απόλυτα μεγέθη, αλλά και ως προς το ΑΕΠ, σε δυσθεώρητα ύψη, μη αποδεκτά από καμία διεθνή πραγματικότητα. Κατά τον τρόπο αυτό θα υπάρχουν πάντα οικονομίες αγκιστρωμένες μακροπρόθεσμα στην «μηχανική υποστήριξη» μηχανισμών ελεγχόμενων από άλλα κράτη με συνεπακόλουθη την έμμεση απώλεια ουσιαστικής αυτονομίας.

Όταν οι μισές χώρες της Ευρώπης δεν αποδέχονται την ομογενοποίηση του χρέους, δεν προώθησαν την τραπεζική ενοποίηση, δεν στηρίζουν την αυτονόητη έννοια των ενιαίων Ευρωπαϊκών συνόρων, η αρνητική επί της ουσίας προσέγγιση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για το «κορονοομόλογο» ως «εκτός σχεδίου», δεν αφήνει περιθώρια ως προς την προοπτική συνοχής –ηθικής σε πρώτη φάση τουλάχιστον-της Ευρώπης. Το ζήτημα του “moral hazard” λαμβάνει μία νέα διάσταση ως προς τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς εν μέσω κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση, η χώρα είναι υποχρεωμένη να πορευθεί μέσω ενός νέου «προϋπολογισμού κρίσης» που θα αναμορφωθεί πέραν του ποσού των 12 δις ευρώ που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός. Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται όμως, αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα διοχετευθεί η ρευστότητα που θα δοθεί στην αγορά, καθώς και των μηχανισμών μέσω των οποίων αυτό θα καταστεί αυτό εφικτό. Δυστυχώς, το τραπεζικό σύστημα – ο θεωρητικά βασικός μηχανισμός – από το 2010 έχει αναδειχθεί μόνον ως «αποτελεσματικός» μηχανισμός απορρόφησης κρατικών ενισχύσεων μέσω της φορολόγησης των πολιτών, χωρίς να δείχνει διάθεση να συλλειτουργήσει με τους φορείς της οικονομίας και της πολιτείας στις προσπάθειες ανάταξης της χώρας. Με αυτό ως αδιαμφισβήτητο δεδομένο, αυταπόδεικτα το τραπεζικό σύστημα με την παρούσα δομή και λειτουργική φιλοσοφία είναι αδύνατο να ανταπεξέλθει στον ρόλο που αναζητείται.

Σίγουρα τα μέτρα στήριξης που εξήγγειλε η κυβέρνηση ως προς το σκέλος των εργαζομένων είναι προς την σωστή κατεύθυνση. Ως προς το σκέλος στήριξης των επιχειρήσεων όμως, διαπράττεται ένα λάθος. Ζητούμενο είναι η διατήρηση όσο περισσότερων εταιριών σε λειτουργία μετά την κρίση. Κατά συνέπεια, τα ορθά μέτρα της πρώτης φάσης πρέπει άμεσα να ακολουθήσουν οριζόντια μέτρα για όλες τις επιχειρήσεις με έμφαση τις μικρές. Αν δεν βοηθηθούν και δεν διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας σε αυτές, η αγορά της χώρας θα κυριευθεί από τις μεγάλες αλυσίδες και αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Εάν η στήριξη των εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανέργων είναι επιβεβλημένη η στήριξη της επιχειρηματικότητα κάθετα και άμεσα είναι επιτακτική ανάγκη επιβίωσης. Χωρίς αστερίσκους και προϋποθέσεις. Ειδικά για εκείνες που πριν από ένα μην ήταν βιώσιμες. Αν δεν βοηθούν οι εταιρίες που σήμερα μπορούν και επιβιώνουν ακόμα, τι θα μείνει να στηριχθεί την επόμενη ημέρα;

Με αυτό ως ζητούμενο, έχοντας ως βασική προϋπόθεση την αναγκαιότητα «ανορθόδοξων» μέτρων, είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω τον παρακάτω συλλογισμό. Εάν οι τράπεζες λάβουν στήριξη που δεν θα προσμετρηθεί ως κρατική ενίσχυση είναι ηθικά δίκαιο η διαγραφή μέρους ή όλων των ιδιωτικών χρεών από πλευράς τους που θα δημιουργηθούν λόγω κοροναιού. Το κόστος στήριξης οφείλει να αναλάβει η Κυβέρνηση, ενώ μεγάλο μέρος των χρεών που θα προκύψουν θα βαρύνει τους ισολογισμούς τους, ενώ ταυτόχρονα θα απομακρύνει την προοπτική θετικών επιπτώσεων από το σχέδιο «Ηρακλής» ή την μετατροπή του αναβαλλόμενου φόρου σε εποπτικά κεφάλαια.

Ο συνδυασμός της γενικότερης αδυναμίας των τραπεζών να «τιμήσουν» τα χρήματα τα χρήματα των φορολογουμένων, ακόμα από την περίοδο του πρώτου πακέτου στήριξης των 29 δις επί υπουργού οικονομικών Γ. Αλογοσκούφη που τείνει να μας διαφεύγει, και της επερχόμενης ανάγκης εκ νέου κεφαλαιακών ενισχύσεων, καθιστά επίκαιρη την επιλογή του μερικού ελέγχου του τραπεζικού συστήματος από την κυβέρνηση. Ίσως αυτό να είναι και η μοναδική οδός άμεσης, στοχευμένης και αποτελεσματικής διοχέτευσης της άμεσης ρευστότητας στις επιχειρήσεις και την οικονομία ως βασική μακροπρόθεσμη επιλογή προσδιορισμού νέων αναπτυξιακών στόχων.

Τα άμεσα μέτρα στήριξης που εξαγγέλθηκαν πρέπει να «κερδίσουν» τον αναγκαίο χρόνο για την εκπόνηση και οργάνωση μίας «υβριδικής» προσέγγισης στην μεθοδολογία στήριξης των επιχειρήσεων. Με δεδομένη την ανάγκη στρατηγικής επιλογής κλάδων και επιχειρήσεων ανά περιφέρεια η ομαδοποίηση των προς στήριξη εταιριών υπό την εποπτεία-ως πρότασή μου- ενός νεοσύστατου Οργανισμού Αποκατάστασης της Δυναμικής των Επιχειρήσεων (ΟΑΔΕ) αυτών, αποτελεί ακόμα μία «ανορθόδοξη» ίσως στρατηγική επιλογή.

Από την στιγμή που κατά την περίοδο της κρίσης δεν διαμορφώθηκε πλαίσιο «παράλληλων» περιφερειακών χρηματοδοτικών φορέων την ίδια στιγμή που οι περισσότερες συνεταιριστικές τράπεζες διαλύθηκαν, η ανάδειξη περιφερειακής στρατηγικής ανάπτυξης στηριζόμενη σε περιφερειακούς χρηματοδοτικούς φορείς αποτελεί μονόδρομο. Η ένταξη επιλεγμένων επιχειρήσεων σε έναν νέο φορέα υποστηριζόμενες από ένα τραπεζικό σύστημα υπό μερική – προσωρινή- κρατική «επίβλεψη» αποτελεί ίσως από τις ουσιαστικότερες επιλογές για την διοχέτευση της ρευστότητα που θα επιδιώξει η κυβέρνηση να εισάγει στο σύστημα.

Η κρίση μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε πολλές από τις πολιτικές, οικονομικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις μας. Η ιστορία διαμορφώνεται από την προσέγγιση –θεωρητική και εν τοις πράγμασι- των εξελίξεων. Στην παρούσα φάση προκύπτει πως η επόμενη μέρα δεν θα είναι τόσο εύκολο να βασισθεί στις αγορές αν συμφωνήσουμε πως τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν θα είναι «ανορθόδοξα». Οι αγορές συνήθιζαν και συνηθίζουν να αποτιμούν ως αρνητικά μέτρα που σήμερα είναι δυνατόν να δώσουν λύσεις. Η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες μία πολιτικοοικονομική ειρωνεία. Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Φιλελεύθερη προσέγγιση λύσεων ταυτίζεται με την προοδευτική –σοσιαλιστική- ανάδειξη αποτελεσματικών επιλογών.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.