Ο κόσμος στα… χρόνια του κορονοϊού

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

της Θεώνης Γρίβα

Διεθνολόγου – Ερευνήτριας στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων

Κορονοϊός. Ή αλλιώς Covid-19 σύμφωνα με την επιστημονική ορολογία. Το λεξιλόγιο της διεθνούς κοινότητας εμπλούτισε μία λέξη που έγινε πια συνώνυμη με την πανδημία, οδηγώντας τα κράτη σχεδόν στο σύνολό τους να υιοθετήσουν από εδώ και στο εξής μία διαφορετική καθημερινότητα. Η καραντίνα κυριαρχεί, ο περιορισμός και κατά περιπτώσεις η απαγόρευση της κυκλοφορίας έχουν αναχθεί σε καθολικό status quo ενώ οι ηγεσίες σε παγκόσμιο επίπεδο προχωρούν σε αλλεπάλληλα σχέδια νόμου προκειμένου να περιορίσουν τη δράση ενός αόρατου εχθρού όπως χαρακτηριστικά τονίζεται τον τελευταίο καιρό, εκτιμώντας το πώς διαμορφώνεται η κατάσταση κάθε μέρα. Οικονομία, κρατικοί προϋπολογισμοί, διακρατικές σχέσεις, τομείς όπως η παγκοσμιοποίηση και το διεθνές εμπόριο βρίσκονται πλέον ενώπιον των νέων δεδομένων που έχουν προκύψει με το πέρας αυτής της κατάστασης να επανακαθορίζει την γεωπολιτική σκακιέρα αλλά και το μέλλον κυβερνήσεων και θεσμών με γνώμονα το πώς διαχειρίστηκαν την υγειονομική αυτή κρίση και εάν στάθηκαν στο ύψος των συγκεκριμένων περιστάσεων. Με λίγα λόγια, επομένως, το συμπέρασμα είναι το εξής ένα: τα πάντα ρει.

Από τις αρχές του 2020 και λίγο νωρίτερα, δηλαδή από τον περασμένο Δεκέμβριο, τα πάντα κινούνται στον αστερισμό της νέας πανδημίας όπως αυτή ξεκίνησε από τις επαρχίες της Κίνας με εσωτερικά και εξωτερικά κρούσματα ενώ μέχρι στιγμής έχει εξαπλωθεί σε 156 χώρες και περιοχές ανά τον κόσμο. Μία αδιαμφισβήτητη πρόκληση σε ιατρικό, φαρμακευτικό και ερευνητικό επίπεδο με άξονες την μεταδοτικότητα και τα ποσοστά θνητότητας ανά κράτος. Οπωσδήποτε θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μία αντίστοιχη περίσταση. Παρόλα αυτά, ο κορονοϊός έχει καταφέρει μέσα σε λίγες εβδομάδες να δημιουργήσει συνθήκες πανικού στην παγκόσμια οικονομία. Ιδωμένος εν πολλοίς ως ένα άλλο déjà vu της διετίας 2002-2003 όταν ο ιός SARS είχε κάνει την εμφάνισή του, επιβραδύνοντας κατά κύριο λόγο τις οικονομίες της Κίνας και του Χονγκ Κονγκ με αντίκτυπο τότε περίπου 50 δις δολάρια και σε ένα διεθνές περιβάλλον λιγότερο παγκοσμιοποιημένο συγκριτικά με το σήμερα. Πώς έχει γίνει αυτό; Η απάντηση, πολύ απλά, κρύβεται στη λέξη «υποτίμηση».

Είναι αλήθεια ότι συλλήβδην οι πολιτικές ηγεσίες, οι διεθνείς οργανισμοί και οι θεσμοί υποτίμησαν την απλή, κατά την αρχική τους οπτική, ασθένεια η οποία όμως εξαπλωνόταν κατακλυσμιαία πέρα από την κινεζική επικράτεια με τα «απόνερά» της να φτάνουν στην άλλη άκρη του Ειρηνικού καθώς και στις υπόλοιπες ηπείρους. Ιδίως στην Ευρώπη που ξεπερνά εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα την Κίνα σε αριθμό ασθενών και θανόντων. Κι όλα αυτά μέσα σε διάστημα μόλις λίγων εβδομάδων. Υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει διάχυτη σε αρκετά σημαντικό βαθμό η διττή πεποίθηση παγκοσμίως ότι η νέα αυτή κρίση είτε θα απασχολήσει έναν συγκεκριμένο αριθμό χωρών είτε θα αντιμετωπιστεί στην ώρα της και μόνο, προχωρώντας στη λήψη και την εφαρμογή εκείνων των μέτρων αναφορικά με την προφύλαξη της ανθρώπινης ζωής, των κοινωνιών και των εκφάνσεών τους όταν κριθεί πραγματικά απαραίτητο και όχι πιο πριν. Στάση που ξεδιπλώνει έναν εφησυχασμό χωρίς καμία βάση, μία αδιαφορία από πλευράς κυβερνώντων ως προς τους πολυσχιδείς κινδύνους του Covid-19 και εν τέλει το ότι, αν όχι άπαντες, πολλοί αποδείχθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά στο εν λόγω πρόβλημα αν και το παράδειγμα της Κίνας ήταν κάτι παραπάνω από δυνατό για να μην επαναληφθούν τα όποια λάθη.

Επί του πρακτέου, λοιπόν, η περίοδος που διανύουμε έχει ήδη δώσει τα πρώτα δείγματα όχι μόνο ως προς τον εύθραυστο χαρακτήρα της διεθνούς οικονομίας αλλά γενικότερα το πώς αποτυπώνεται ο κορονοϊός και από μία άποψη πολιτική, γεωπολιτική και βαθιά κοινωνική. Τα διεθνή χρηματιστήρια βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, βάζοντας φρένο στην συνεχιζόμενη άνοδό τους εδώ και έντεκα χρόνια ενώ ορισμένα εξ αυτών είναι ένα βήμα πριν από το κλείσιμο, οι παγκόσμιες αγορές περιορίζονται όπως και τα διεθνή ταξίδια έπειτα από την ειλημμένη απόφαση να επιβληθούν σχετικές απαγορεύσεις από και μεταξύ των χωρών, οι εμπορικές συμφωνίες και τα συμβόλαια αναστέλλονται ή θέτονται σε αναμονή. Σε συνδυασμό με τον ιστορικά φθηνό «μαύρο χρυσό» ως αποτέλεσμα του πετρελαϊκού ping pong ανάμεσα σε Ρωσία και Σαουδική Αραβία και επιπλέον την καταφυγή στον χρυσό και στα κρατικά ομόλογα πρόκειται για ορισμένες από τις εξελίξεις που έχουν δημιουργήσει αναταράξεις σε αγορές και επενδύσεις μην επιτρέποντας οποιαδήποτε πιθανή πρόβλεψη για το προσεχές διάστημα. Στο πλαίσιο αυτό, οι κρατικοί προϋπολογισμοί αλλάζουν διαρκώς με βάση την ευρύτερη ρευστότητα αλλά και τις εξαιρετικά έκτακτες ανάγκες που σημειώνονται ως προς τον ιατροφαρμακευτικό εξοπλισμό, τη νοσοκομειακή ενίσχυση και φυσικά την πραγματική οικονομία που βάλλεται σωρηδόν από το lockdown που εφαρμόζεται, τις κλειστές επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους που πλέον δεν εργάζονται και τα ελλιπή κρατικά έσοδα λόγω φορολογίας.

Πέραν του οικονομικού σκέλους, εντούτοις, αυτή η πανδημία περιγράφεται από ολοένα περισσότερους Προέδρους ή Πρωθυπουργούς ως ένας κηρυγμένος πόλεμος εναντίον ενός αντιπάλου που απειλεί τη δημόσια υγεία, τοποθετώντας σταδιακά κάθε χώρα στη δική της φάση απομόνωσης ως άλλος ασθενής. Το μόνο που επικρατεί σε κάθε πρωτεύουσα, μεγάλες πόλεις ή μικρότερες περιοχές είναι μία απόκοσμη ησυχία και συνθήκες οι οποίες παραπέμπουν και μπορούν να αντιπαρατεθούν με όλα όσα διαδραματίζονταν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιράν, Τουρκία και αναμφίβολα οι ΗΠΑ συνιστούν κάποια από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα κρατών όπου ο κορονοϊός έχει «στρατοπεδεύσει» και εξελίσσεται μονίμως απρόβλεπτα. Μολαταύτα, μία οπτική στην οποία οφείλουμε αναφανδόν να σταθούμε καθιστούν οι διακρατικές σχέσεις, ως ένα βαθμό κατακερματισμένες.

Δύση και Ανατολή, ΗΠΑ και Κίνα σε μία συνέχεια της μεταξύ τους εμπορικής σύγκρουσης, επιδίδονται σε ένα σκληρό μπρα ντε φερ αλληλοευθυνών και αλληλοκατηγοριών σχετικά με την πηγή προέλευσης και την ακριβή αρχή του νέου ιού. Πιο συγκεκριμένα, ο Ντόναλντ Τραμπ σε διάγγελμά του ανέφερε ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές, ότι το Πεκίνο συγκάλυψε την επιδημία τον πρώτο καιρό περιορίζοντας τη δυνατότητα της διεθνούς κοινότητας να αντιδράσει άμεσα σε κάτι που την αφορά στον ύψιστο βαθμό. Ένα ζήτημα που, μεταξύ άλλων, έχει απειροελάχιστες πιθανότητες να μην αποκτήσει και πολιτική διάσταση εντός αμερικανικού εδάφους στις επικείμενες προεδρικές εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου. Στόχος το μέγιστο κέρδος σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο περιβάλλον, κρίνοντας και από τα προεκλογικά πεπραγμένα Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων. Σε παρόμοιο μήκος κύματος ανταπάντησε και η πλευρά του αναξιόπιστου για τους Κινέζους Σι Τζινπίνγκ λέγοντας πως, σύμφωνα με την κυβερνητική εκστρατεία που διεξάγεται στη χώρα του, υπαίτιος για τον Covid-19 και όλα τα επακόλουθά του είναι ο αμερικανικός παράγοντας χωρίς να στοιχειοθετείται το επιχείρημα αυτό από υπάρχουσες αποδείξεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα ακόμα παιχνίδι θεωριών συνωμοσίας εκτυλίσσεται ξανά σε μία προσπάθεια της ασιατικής χώρας να αποτινάξει τις ευθύνες όλου αυτού που συμβαίνει ανά την υφήλιο και να εκτρέψει την προσοχή της κοινής γνώμης από τη λαϊκή δυσαρέσκεια που είναι δεδομένη.

Στην ΕΕ, τώρα, τα πράγματα λαμβάνουν μία άλλη τροπή. Μολονότι επικρατεί μία εκπεφρασμένη ομοψυχία και μία συλλογική διάθεση συνεργασίας μεταξύ των 27 για την καλύτερη και πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της προκείμενης πρόκλησης, η απουσία οποιασδήποτε χρηματικής βοήθειας και έμπρακτης συμπαράστασης τόσο από τον ευρωπαϊκό θεσμό όσο και από την Γαλλία και την Γερμανία στην πληττόμενη Ιταλία έχει προκαλέσει κύματα οργισμένων, επαναφέροντας τις συζητήσεις για το αποκαλούμενο Italexit καθώς η απομόνωσή τους αποτελεί απτή πραγματικότητα. Ένα ενδεχόμενο δεύτερο «διαζύγιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κράτος-μέλος το οποίο δεν μπορεί να συζητηθεί υπό τις ισχύουσες συνθήκες αλλά θα τεθεί σίγουρα όταν το τοπίο επί της διεθνούς αυτής επιδημίας θα ξεκαθαρίσει. Όσον αφορά τώρα σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, εξαιρετικά αρνητική εντύπωση και πληθώρα επικριτικών σχολίων έχει προξενήσει η στάση και ο τρόπος σκέψης του Μπόρις Τζόνσον. Η «ανοσία της αγέλης» θεωρήθηκε κατά τον ίδιο ως η καταλληλότερη λύση για ένα πρόβλημα αυτής της έκτασης με τη λογική ότι δεν απαιτούνται μέτρα καραντίνας από την στιγμή που ο ιός μεταδίδεται μέσα στην κοινότητα, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένα χιλιάδες άτομα σε αυτή ή σε άλλες ασθένειες που μετέπειτα θα αποκτήσουν ανοσία με απότοκο την προστασία του υπόλοιπου πληθυσμού. Ωστόσο, καταγράφοντας τα μειονεκτήματα και την τρομοκράτηση των Βρετανών, αποφάσισε έστω και με χαρακτηριστική αργοπορία να προχωρήσει σε μέτρα αντίστοιχα των άλλων χωρών για την αντιμετώπιση της νέας κατάστασης.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, μία παράμετρος που χρειάζεται της πλήρους προσοχής μας καθιστά ο αυξανόμενος ρατσισμός και η προκατάληψη όχι μόνο απέναντι σε ανθρώπους αλλά και ανάμεσα στις ίδιες τις χώρες. Η ξενοφοβία έχει φτάσει πια σε δυσθεώρητα επίπεδα, οι ασθενείς του κορονοϊού περιθωριοποιούνται ακόμη και από ανθρώπους με τους οποίους μέχρι χθες συνδέονταν ενώ πέφτουν θύματα αλλεπάλληλων προσβολών, ψυχολογικής, λεκτικής και σωματικής βίας. Ο ορθολογισμός, η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη χάνουν, κατά τα φαινόμενα, την αξία και το νόημά τους, κάτι που παρατηρείται και σε επίπεδο κρατών όταν η Κίνα στοχοποιείται από τον δυτικό κόσμο αλλά και από το ανατολικό μπλοκ ισχύος και δέχεται τις έξωθεν κατηγορίες για τον ανθυγιεινό τρόπο ζωής που οδήγησε στην εξάπλωση του ιού.

Τα… χρόνια του κορονοϊού, συνεπώς, είναι εδώ και εάν κάτι μπορεί να προβλεφθεί, αυτό αποτελούν οι αλλαγές εκ θεμελίων που θα επιφέρει. Βρισκόμαστε στην αρχή μίας πανδημίας όπου οι ανακατατάξεις θα είναι αναπόφευκτες με τις οικονομίες των χωρών να βρίσκονται υπό συνεχή πίεση επηρεάζοντας την ανάπτυξη, τις κυβερνήσεις να τίθενται προ των ευθυνών τους για την αποτελεσματικότητα που επιδεικνύουν είτε λαμβάνοντας το πράσινο φως να συνεχίσουν είτε καταρρέοντας και τις γεωπολιτικές σχέσεις να διαφοροποιούνται. Τα πάντα πια μπαίνουν σε μία περίοδο παύσης και η πολιτική, από το Πεκίνο στις ΗΠΑ, από την Ιταλία στο Λονδίνο και εν γένει σε όλη τη διεθνή κοινότητα, οφείλει να διαδραματίσει τον ρόλο του κυματοθραύστη, δίνοντας τέλος στα ανούσια παιχνίδια ευθυνοφοβίας και άρνησης της πραγματικότητας. Ειδικότερα, σε μία συγκυρία όπου το στοίχημα δεν είναι απλά ατομικό αλλά κυρίως συλλογικό και όλοι, στον βαθμό που μας αναλογεί, μπορούμε να βοηθήσουμε στην επόμενη μέρα, όποτε αυτή κι αν έρθει.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.