Αποφάσεις ΕΕ: Η μεγάλη και η μικρή εικόνα

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Παναγιώτη Ήφαιστου

Ομ. Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών, Παν/μιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

Οι ιδεαλισμοί και οι εσχατολογίες βλάπτουν, ιδιαίτερα όταν αφορούν μια τόσο σημαντική υπόθεση όπως η Μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη και στον κόσμο. Όταν αφορούν επίσης ένα κεκτημένο οικονομικής και νομικής συνεργασίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής κοινότητας που επιτεύχθηκε όμως μετά το 1945 αφού εκκολάφθηκε και αναπτύχθηκε απερίσπαστα μέσα σε ένα Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο που το 1990 δεν υπάρχει πλέον. Αντίθετα υπάρχει μια ρευστή και σε πλήρη εξέλιξη πλανητική Αμερικανική στρατηγική της οποίας η Δυτική Ευρώπη δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος.

Γι’ αυτό, είναι λάθος και πολιτικά μυωπικό όταν η μικρή εικόνα πυροσβεστικών αποφάσεων για την πανδημία εν μέσω μάλιστα έντονων και βαθύτατων δημόσιων αντεκδικήσεων επισκιάζει την μεγάλη εικόνα για την κατάσταση της ΕΕ τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Προστίθεται επιπλέον ότι η δικαιολογημένη ανακούφιση επειδή το οικοδόμημα δεν κατέρρευσε δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με διθυράμβους αλλά με περίσκεψη και με προβληματισμό για τα επόμενα δύσκολα βήματα. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε για τα συμφωνηθέντα στο Συμβούλιο της Ε.Ε. γιατί άλλοι πιο αρμόδιοι το κάνουν πλην κάποια πράγματα είναι πασιφανή και δεν ωφελεί η εθελοτυφλία.

Πρώτον, προηγήθηκαν πρωτοφανείς απειλές, εκβιασμοί, απουσία θέλησης για αλληλεγγύη, στενόμυαλες σκέψεις των βόρειων μελών με όρους κοντόφθαλμης ιδιοτέλειας και άρνηση να προσαρμόσουν τις θέσεις τους με αυτές των κρατών που έχουν πληγεί περισσότερο.

Δεύτερον, η αυτονόητη για λογικούς ανθρώπους δέσμευση των πόρων που ανακοινώθηκαν εκτός του ότι είναι ανεπαρκείς δεν έδωσαν ένα σαφή προσανατολισμό για τις επόμενες αποφάσεις αλλά αντίθετα θέτουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα ενόψει βαθύτατων οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων που προκαλεί η πανδημία

Τρίτον, η διαχείριση της κρίσης της πανδημίας τις επόμενες εβδομάδες, μήνες και χρόνιαδεν αφορά τόσο το ύψος των κονδυλίων και πως θα εκταμιευτούν αλλά το κατά πόσο δρομολογούν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις της Κοινότητας που έπρεπε να είχαν γίνει είτε είχαμε πανδημία είτε δεν είχαμε.

ΗΠΑ – Βρετανία, μια παλιά ιστορία και η νέα στρατηγική για την Ευρασία

Αυτή η επισήμανση που αφορά την μεγάλη εικόνα της φυσιογνωμίας εάν όχι της κοσμοθεωρίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σχετίζεται και με το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον. Γιατί θα ήταν περίεργο εάν κανείς δεν βλέπει ότι οι ΗΠΑ μαζί με την Βρετανία επανεξετάζουν τις στρατηγικές τους αποφάσεις για την Ευρασία ή και ευρύτερα και ότι αυτό αφορά ζωτικά

α) την θέση και τον ρόλο της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας,

β) τις νέες ισορροπίες του πολυπολικού κόσμου ενόψει μιας ολοφάνερης ανάδυσης της Κίνας ως μια πανίσχυρη δύναμη και

γ) την διεθνή πολιτική οικονομία σε όλο το φάσμα και κυρίως το πιο νόμισμα θα έχει την πρωτοκαθεδρία, τι θα γίνει με τους ενεργειακούς αγωγούς και τις συνεπαγόμενες εξαρτήσεις και το πώς θα εξελιχθούν κρίσιμα γεωπολιτικά πεδία στην Περίμετρο της Ευρασίας και στις Αρκτικές περιοχές.

Συντομογραφικά, τυγχάνει η μεγάλη εικόνα να μην είναι γνωστή όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη όπου κυριαρχούν τεχνοκρατικές και γραφειοκρατικές προσεγγίσεις. Όσοι την αναδεικνύουν την μεγάλη εικόνα είναι φωνή στην έρημο ή και στόχος όσων για ιδεολογικού λόγους, ιδεαλιστικές προσδοκίες ή άλλους λόγους η θέαση να είναι ένα μέτρο και όχι πολλά χιλιόμετρα όπως οι ιστορικές περιστάσεις το επιτάσσουν.

Η μεγάλη εικόνα είναι πλήρης προβλημάτων. Αφετηρία των «παγωμένων προβλημάτων» είναι τα πρώτα χρόνια της Μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Μεταξύ άλλων:

α) εκδηλώθηκαν έντονα διλήμματα ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων την περίοδο 1989-92,

β) οι ΗΠΑ λογικότατα αναπροσανατόλισε τις στρατηγικές της επιλογές πλην διαιώνισε το ΝΑΤΟ «για να σώσει τους Ευρωπαίους από τους εαυτούς τους» (JosephJoffe),

γ) λήφθηκαν σπασμωδικές αποφάσεις στο χρηματοοικονομικό πεδίο για «να δεθεί η επανενωμένη Γερμανία με νομισματικά δεσμά» και

δ) εν μέσω εκδήλωσης έντονων διλημμάτων ασφαλείας η ουτοπική ιδεολογική τάση ενθάρρυνε την Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Για να σταθούμε στο τελευταίο ζήτημα, κάθε σοβαρή συζήτηση πρέπει να λάβει υπόψη ότι εν μέσω χειροκροτημάτων –για να θυμηθούμε και τα χειροκροτήματα μετά τις πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ– δηλωνόταν διθυραμβικά πως σε μια περίπου δεκαετία θα είχαμε πολιτική ένωση. Τι είναι αυτό; Ας πούμε ρητά πως κανείς δεν γνώριζε και κανείς δεν γνωρίζει.

  • Είναι μήπως μια εθνική – ανθρωπολογική εξομοίωση και πολιτική εξίσωση ενός ενωμένου Ευρωπαϊκού κράτους προικισμένου με ευρωπαϊκή κοινωνία και ευρωπαϊκό κοινωνικοπολιτικό σύστημα δημοκρατικά προσανατολισμένο;
  • Είναι μήπως μια απόφαση υπερκρατικών-μετακρατικών υπερεθνικών αποφάσεων; Που θα λογοδοτούσε αυτή η υπερεθνική εξουσία;
  • Είναι ένα διακυβερνητικό σύστημα ή το κατά τον Ντε Γκολ διακυβερνητικό σύστημα μιας «Ευρώπης των εθνών-πατρίδων» όπου δημοκρατία (επειδή είναι μεταξύ κυρίαρχων κρατών) σημαίνει ομόφωνες αποφάσεις;
  • Είναι μήπως κάποιου είδους μετακρατοκεντρικό κοσμοσύστημα τύπου Βυζαντινής Οικουμένης για το οποίο όμως όχι μόνο λείπουν οι προϋποθέσεις αλλά και γνωστικάείναι σχεδόν παντελώς ξένο με την μοντερνιστική πολιτική σκέψη;

Ας θυμηθούμε τον Ντε Γκώλ (Photo by Keystone-France/Gamma-Keystone via Getty

Τα ερωτήματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν. Εδώ λοιπόν αξίζει να μνημονεύσουμε μερικές πολύ επίκαιρες θέσεις του προέδρου Ντε Γκώλ ενός σημαντικού μεταπολεμικού ηγέτη της Γαλλίας:

Για την πιθανότητα να εξελιχθεί το εγχείρημα σε μια ελάχιστα ή καθόλου δημοκρατική δομή οπότε υποστήριζε έντονα: «Όχι στην Ευρώπη των τεχνοκρατών και των απάτριδων:

  • «Για να οικοδομήσεις κάτι που θα κρατήσει επιβάλλεται να έχει ως θεμέλιο τις πραγματικότητες. Ε! λοιπόν, αυτές οι πραγματικότητες [στην Ευρώπη] είναι εθνικές. …

  • Η Ευρώπη δεν μπορεί να οικοδομηθεί από μερικούς αρεοπαγίτες τεχνοκράτες, απάτριδες και ανεύθυνους». «Μήπως [η διαδικασία υπερεθνικής ολοκλήρωσης] επεδίωκε –που θα ήταν κιόλας πολύ– να εναρμονίσει με πρακτικά συμφέροντα των έξι κρατών, να ενισχύσει την οικονομική τους αλληλεγγύη απέναντι στο εξωτερικό και αν ήταν δυνατό, να επιτύχει την κοινή δράση στον διεθνή τομέα; Ή μήπως προορισμός του ήταν να πραγματοποιήσει την ολοκληρωτική συγχώνευση των οικονομιών τους και της πολιτικής τους για να εξαφανισθούν, σε μια μοναδική ολότητα που θα είχε την κυβέρνησή της, το κοινοβούλιό της, τους νόμους της και που θα διοικούσε σε όλους τους τομείς τους υπηκόους της, υπηκόους Γαλλικής, Ιταλικής, Ολλανδικής, Βελγικής, ή Λουξεμβουργιανής προέλευσης, που θα γίνονταν συμπολίτες στους κόλπους της τεχνητής πατρίδας που θα είχε γεννήσει το μυαλό των τεχνοκρατών; Είναι αυτονόητο πως, επειδή δεν μου αρέσουν οι χίμαιρες, είχα ταχθεί με την πρώτη έννοια.

  • Αλλά η δεύτερη συνοδευόταν απ’ όλες τις ελπίδες και όλες τις αυταπάτες των οπαδών της υπερεθνικής σχολής». «[Mε την πείρα που αποκτήθηκε από την ίδρυση της ΕΟΚ] εξακριβώθηκε πως, για να προχωρήσουμε στην ένωση της Ευρώπης, τα κράτη ήταν τα μόνα αξιόλογα στοιχεία, και πως όταν κινδύνευε το εθνικό συμφέρον, τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τα εκβιάσει, και μόνο ο δρόμος της συνεργασίας [στο πλαίσιο ομόφωνων αποφάσεων]  ήταν σε θέση να οδηγήσει κάπου (…)

  • Σε ποια βάθη αυταπάτης έπρεπε, αλήθεια, να φτάσει κανείς για να πιστέψει πως τα Ευρωπαϊκά έθνη, που σφυρηλατήθηκαν επί αιώνες με τεράστιες προσπάθειες και οδύνες, καθένα με την ιστορία του, την γεωγραφική του θέση, την γλώσσα του, τις παραδόσεις του, τους θεσμούς του, θα μπορούσαν με την θέλησή τους να πάψουν να είναι οι εαυτοί τους, και θα δέχονταν να σχηματίσουν ένα και μόνο κράτος. Σε ποιες συνοπτικές σκέψεις ανταποκρινόταν η σύγκριση που έκαναν συχνά αφελείς άνθρωποι, ανάμεσα σ’ εκείνο που έπρεπε να κάνει η Ευρώπη και σε όσα έκαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες».

Τι έλεγε για την ΟΝΕ

Ακόμη πιο σημαντικό, για το «γερμανικό ζήτημα» που το 1992 με την ΟΝΕ άνοιξε δεν έκλεισε, δήλωνε.

«…Στην καρδιά του προβλήματος [των προσπαθειών οικοδόμησης μιας σταθερής και ειρηνικής μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων] και στο κέντρο της ηπείρου βρισκόταν η Γερμανία. (…) Στο εξής έπρεπε να ληφθούν όλες οι προφυλάξεις, για να μην ξαναγυρίσουν ενισχυμένοι οι γερμανικοί δαίμονες.

  • Με κανένα τρόπο να παραχωρηθεί το δικαίωμα της κατοχής και κατασκευής ατομικών όπλων.
  • Να αποτελέσει η Γερμανία αναπόσπαστο μέρος της οργανωμένης συνεργασίας των κρατών στο σύνολο της ηπείρου.
  • Η Γαλλία να υφάνει με την Γερμανία ένα δίκτυο προνομιακών δεσμών
  • Τυχόν συγχώνευση της Γαλλίας-Γερμανίας και η δημιουργία μιας σειράς από οικονομικές οντότητες θα γεννήσει αδιαφανείς παρασυναγωγές που θα εξουσιάζονται από τεχνοκράτες. Είναι ένα αστείο σχέδιο, εκτός και εάν καταλήξει σε γερμανική ηγεμονία».
  • «Στην καρδιά του προβλήματος και στο κέντρο της ηπείρου βρισκόταν πάντα η Γερμανία. Η μοίρα της θέλει να μην μπορεί να οικοδομεί τίποτα χωρίς αυτήν και τίποτα δεν σπάραξε τον παλιό κόσμο όσο οι κακές της πράξεις. Από το άλλο μέρος, όμως, πώς να φαντασθεί κανείς μια μόνιμη και αληθινή ειρήνη πάνω σε βάσεις που ο μεγάλος αυτός λαός να μην μπορεί  να δεχτεί».

    Ολοκληρώνουμε ένα ανεξάντλητο ζήτημα για το οποίο η πανδημία απλά επιτάχυνε την επαναφορά των ερωτημάτων με τις εξής επισημάνσεις.

    • Δεν χρειάζεται η παραμικρή προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η απόφαση για την ΟΝΕ το 1999-2 ήταν πολύ λανθασμένη (ίσως υπό τις περιστάσεις τότε και αναπόφευκτη) γιατί ένωση των εθνών της Ευρώπης τουλάχιστον σε μια δεκαετία δεν θα μπορούσε να γίνει. Ακόμη και μακροπρόθεσμα, βέβαια, είναι ανέφικτο γιατί είναι ένα πράγμα ένα εθνοκρατοκεντρικό σύστημα ομόφωνων αποφάσεων όπως επέβαλε ο Ντε Γκώλ το 1966 («συμβιβασμός του Λουξεμβούργου» για συναινετικές αποφάσεις ανεξάρτητα του τι προβλέπουν οι Συνθήκες) και άλλο ένα υπερκρατικό δεσποτικό σύστημα που κυριαρχείται από τεχνοκράτες και διεθνικούς δρώντες. Ενώ μετά το 1996 οισυναινετικές αποφάσεις έγιναν βασικά η θεμελιωτική και νομιμοποιητική «κοσμοθεωρία» της κοινότητας μετά το 1992 σταδιακά όπως ακριβώς προέβλεψε ο Ντε Γκολ κυριάρχησαν οι τεχνοκράτες, οι γραφειοκράτες και οι διεθνικοί δρώντες των οποίων εξ αντικειμένου το μεγαλύτερο θύμα είναι η Ελλάδα των μνημονίων. Δεν θα ήμασταν τόσο ξεκάθαροι εάν αρμόδιοι όπως ο Ρεν, ο Ντούϊζεμπλουμ και άλλοι ομολόγησαν δημόσια ότι φόρτωσαν το Ελληνικό κράτος για να διασωθούν τράπεζες των κρατών της Βόρειας Ευρώπης,
    • Η ΟΝΕ εν τούτοις θα μπορούσε όπως και όλο το οικοδόμημα να μεταρρυθμιστεί εκ βάθρων μετά το 1992. Επισημαίνουμε απλά ότι ακόμη και ο Ντελόρ όπως και πλήθος άλλων ήδη προς το τέλος της δεκαετίας επισήμαναν ότι απέτυχε. Δεν υπήρξαν εν τούτοις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες μέχρι και σήμερα. Μεταρρυθμιστικές βέβαια όχι με την έννοια που φωνές τάσσονται υπέρ μιας πολιτικά ανέντακτης νομισματικής ένωσης αλλά πρωτοβουλίες που αφορούν τόσο την δημοκρατική λειτουργία του εξ αντικειμένου κρατοκεντρικού συστήματος της Κοινότητας όσο και την στρατηγική δομή και τον στρατηγικό προσανατολισμό της Κοινότητας και των κρατών της. Ως προς αυτό πρέπει να είμαστε υπεύθυνοι και ρητοί: Το Κοινοτικό κεκτημένο έστω και αν αναπτύχθηκε όπως είπαμε μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο είναι πολύ σημαντικό για την σταθερότητα και ειρήνη στην Ευρώπη.
    • Διαφύλαξή του και μια πιο δημοκρατικά δομημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων συν μέριμνα για τους στρατηγικούς προσανατολισμούς είναι τα ανοικτά ζητήματα που κανείς δεν αγγίζει μέχρι στιγμής.

    Ολοκληρώνουμε όμως λέγοντας ότι παρά τα προβλήματα διέξοδοι υπάρχουν και θα ήταν άξιο περιέργειας εάν δεν δούμε πρωτοβουλίες τους επόμενους μήνες. Εάν μη τι άλλο η Γερμανία έχει συμφέρον για κάτι τέτοιο, το βλέπουν και πολλοί Γερμανοί και το λένε και τα υπόλοιπα κράτη. Έχουν κάθε συμφέρον να το θέτουν στο Βερολίνο δυνατά και στην ανάγκη σκληρά. Ακόμη, όπως έχουμε ήδη γράψει ξανά εδώ, υπάρχει παράδοση μικρότερα κράτη της ΕΕ να προχωρούν σε μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον, κάθε δυνατότητα να είναι μπροστάρης. Ιδιαίτερα επειδή είναι και η πλέον ζημιωμένη των παθολογιών της Κοινότητας μετά το 1990.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.