Η εισβολή του Ιμπραήμ, οι «ανεξήγητες «καταστροφές και ο ρόλος των «Μεγάλων Δυνάμεων»

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Του Αλέξανδρου Καλλέργη

Καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο των 200 ετών από την έναρξη και τελικά τη νίκη της Ελληνικής Επανάστασης, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν όλα όσα μαθαίνουμε δεκαετίες τώρα ως επίσημη Ελληνική Ιστορία, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο Ιμπραήμ όντως κατέπνιξε την επανάσταση και μας έσωσαν τελικά οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς; Πρόσφατα ήρθαν στο φως πολύτιμες και άγνωστες πληροφορίες για τον Ιμπραήμ που ανατρέπουν πολλά απ’ όσα πιστεύαμε μέχρι σήμερα γι’ αυτόν και τη δράση του στην Ελλάδα.

Ο Ιμπραήμ πασάς γεννήθηκε το 1789 στην Καβάλα ή στο χωριό Νικηφόρος (παλαιότερα Νουσρατλί), της Δράμας. Ήταν γιος του αλβανικής καταγωγής Βαλή της Αιγύπτου Μοχάμετ Άλη και μιας Χριστιανής, γνωστής ως χήρας Τουρματζή. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ήταν γιος της χήρας, από τον γάμο της με κάποιον Τουρματζή και ο Μοχάμετ Άλη τον υιοθέτησε. Πήρε μόρφωση από Ευρωπαίους παιδαγωγούς. Μετά τον διορισμό του πατέρα του ως αντιβασιλέα της Αιγύπτου (1805), ο Ιμπραήμ άρχισε να δείχνει τις στρατιωτικές του ικανότητες σε με σειρά από εκστρατείες στην περιοχή της Βόρειας Αφρικής.

Είναι σαφές ότι όταν ο Ιμπραήμ έλαβε την εντολή να καταπνίξει την επανάσταση στην Ελλάδα, το έκανε με τους πλέον ευνοϊκούς όρους. Ο ίδιος είχε έναν στρατό εκπαιδευμένο στα δυτικά πρότυπα από έμπειρους αξιωματικούς (Γάλους και Ιταλούς) που είχαν υπηρετήσει στους Ναπολεόντειους πολέμους. Την ίδια στιγμή οι Έλληνες σπαράσσονταν από τον εμφύλιο πόλεμο. Η προετοιμασία της εισβολής κράτησε αρκετούς μήνες. Στο επιτελείο του Ιμπραήμ ανήκαν Ευρωπαίοι αξιωματικοί όπως αναφέραμε, με επικεφαλής τον Γάλλο εξωμότη de Seve που έγινε γνωστός ως Σο(υ)λεϊμάν μπέης. Ο Ιμπραήμ άρχισε να συγκεντρώνει και να εκπαιδεύει στρατό, να μαζεύει χρήματα, πολεμικό υλικό και τρόφιμα και να ναυλώνει ευρωπαϊκά φορτηγά για να μεταφέρει τον στρατό του στην Ελλάδα. Είχε φροντίσει ακόμα και να δωροδοκήσει Ευρωπαίους τυχοδιώκτες που εμφανιζόμενοι ως φιλέλληνες, γύριζαν σε διάφορα μέρη της χώρας μας συγκεντρώνοντας πληροφορίες που τις μετέφεραν στη συνέχεια στον Ιμπραήμ. Πίστευε δε ότι ως την άνοιξη του 1824 θα είχε ολοκληρώσει τις ετοιμασίες του και θα έφτανε στην Ελλάδα.

Στα αρχικά σχέδιά του ήταν να κάνει απόβαση στην Πάτρα και το Νεόκαστρο και να καταστρέψει την Ύδρα και τις Σπέτσες. Εκεί κάπου άρχισαν οι «ανεξήγητες» ατυχίες του. Δύο σοβαρές επιδημίες, μια καταστρεπτική πυρκαγιά στην ακρόπολη της πρωτεύουσάς του και επαναστάσεις στη Συρία και την Άνω Αίγυπτο καθυστέρησαν τις ετοιμασίες του. Οι Έλληνες μάθαιναν από διάφορες πηγές για τις ετοιμασίες του πασά της Αιγύπτου εναντίον τους.

Ήταν όμως τόσο πολύ απορροφημένοι τις εμφύλιες διαμάχες που δεν έκαναν απολύτως τίποτε. Ο στόλος, το μεγαλύτερο όπλο της χώρας μας, είχε διαταγή από το νέο Εκτελεστικό να στραφεί εναντίον του παλαιού! Έτσι χωρίς καμία αντίσταση ο αιγυπτιακός στόλος με αλβανικό αποβατικό σώμα, κατέλαβε την Κρήτη. Ένα προπύργιο της Επανάστασης έπεσε και ο εχθρός απέκτησε μια σημαντική βάση για τη συνέχιση των επιχειρήσεών του. Η κυβέρνηση που επικράτησε στον εμφύλιο, έδωσε αμνηστία στους ηττημένους αντιπάλους της στις 2 Ιουνίου 1824. Ωστόσο το χαμένο έδαφος ήταν πολύ δύσκολο να ανακτηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι Τούρκοι από τα Δαρδανέλια και οι Αιγύπτιοι από την Κρήτη άρχισαν τα χτυπήματα. Πρώτος ο αιγυπτιακός στόλος κινήθηκε προς την Κάσο και την κατέστρεψε στα τέλη Μαΐου 1824. Ακολούθησαν τα Ψαρά που κατέστρεψε ο τουρκικός στόλος με επικεφαλής τον ναύαρχο Χοσρέφ στις 21 Ιουνίου/3 Ιουλίου 1824. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής τον Δημήτριο Σαχτούρη στην πρώτη περίπτωση και τον Ανδρέα Μιαούλη στη δεύτερη, έφτασε με καθυστέρηση. Παράλληλα, ο Μοχάμετ Άλη προετοίμαζε το εκστρατευτικό σώμα για την επιχείρηση στην Πελοπόννησο. Στα τέλη Ιουνίου, το εκστρατευτικό σώμα ήταν έτοιμο. Απαρτιζόταν από 4 συντάγματα. Οι μάχιμοι άνδρες ήταν 19.605. Υπήρχαν ακόμα 2.000 ιπποκόμοι και 4.000 υπηρέτες. Συνολικά, ο Μοχάμετ Άλη έστειλε στην Ελλάδα 26.000 άνδρες με αρχηγό τον Ιμπραήμ που περιστοιχιζόταν από διάφορους Ανατολίτες αξιωματούχους. Η ανώτατη διοίκηση δεν είχε λάβει εκπαίδευση αξιωματικού του τακτικού στρατού. Προσκολλήθηκαν όμως στο εκστρατευτικό σώμα σαν εκπαιδευτές και έντεκα Ευρωπαίοι αξιωματικοί: 9 του Πεζικού, ένας του Μηχανικού και ένας των Σκαπανέων. Κορυφαίος όλων, ο Ιταλός Giovanni Romei, Ιταλός Συνταγματάρχης του Μηχανικού, παλαιός αξιωματικός στον στρατό του Ναπολέοντα. Πολλά ευρωπαϊκά πλοία ήταν έτοιμα από καιρό για να μεταφέρουν το αιγυπτιακό εκστρατευτικό σώμα και τα εφόδιά του. Για να εξαπατήσουν τον ελληνικό στόλο όσα μετέφεραν τρόφιμα, εφοδιάστηκαν με ψεύτικα ναυλωτικά, ότι δήθεν το φορτίο τους προοριζόταν για τη Μάλτα, τα νησιά του Ιονίου και λιμάνια της Αδριατικής.

Στις αρχές Ιουλίου 1824, 272 πολεμικά και μεταγωγικά πλοία του αιγυπτιακού, οθωμανικού και τυνησιακού στόλου απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια για τις ελληνικές θάλασσες. Εκεί όμως έπεσαν μια «ανεξήγητη» θαλάσσια αναταραχή και μεγάλο μέρος του στόλου καταστράφηκε Έτσι ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής τον Μιαούλη κέρδισε χρόνο και βρισκόταν στη θέση του. Στη ναυμαχία του Γέροντα ο ελληνικός στόλος συνέτριψε τους επιτιθέμενους εχθρούς (29/8/1824) και πυρπόλησε την τυνησιακή ναυαρχίδα.

Ο Ιμπραήμ πείσμωσε και στοχοποίησε τη Σάμο. Και πάλι όμως ο Μιαούλης βρέθηκε μπροστά του και τον σταμάτησε μπροστά στο νησί (21 Σεπτεμβρίου 1824). Και όχι μόνο αυτό. Καταδίωξε τους δύο στόλους ανάμεσα στις Κυκλάδες κοντά στην Ικαρία, έξω απ’ τη Χίο και τη Λέσβο και ματαίωσε μια απόπειρά τους να ξαναγυρίσουν στην Αλικαρνασσό. Οι πλοίαρχοι των ναυλωμένων ευρωπαϊκών σκαφών ζητούσαν να πληρωθούν και να φύγουν. Θανατηφόρες ασθένειες έπληξαν τον στρατό του στην Αλικαρνασσό. Με το πείσμα και με σκληρές τιμωρίες επέβαλε την πειθαρχία.

Στις 25 Οκτωβρίου, μέσα σε νέα σφοδρή κακοκαιρία, έδωσε εντολή στον στόλο του να ξεκινήσει για την Πελοπόννησο. Μόλις κόπασε η «ανεξήγητη» κακοκαιρία εμφανίστηκε πάλι ο ελληνικός στόλος με τον Μιαούλη επικεφαλής, που άρχισε να καταδιώκει τον εχθρικό. Ο Ιμπραήμ απελπισμένος, έδωσε σήμα να σωθεί όπως μπορεί το κάθε πλοίο. Ο στόλος του σκόρπισε. Ο Ιμπραήμ έφτασε στη Σούδα. Άλλα πλοία γύρισαν στη Ρόδο και το Μαρμάρι ενώ κάποια έφτασαν στην Αλεξάνδρεια! Οι απώλειες του Ιμπραήμ ήταν τεράστιες. Και στην Κρήτη όμως, ο αιγυπτιακός στρατός είχε πολλά προβλήματα. Έβρεχε συνεχώς και έκανε πολύ κρύο. Φορώντας ελαφριά ρούχα, πολλοί άνδρες του Ιμπραήμ, αρρώστησαν. Οι επιδημίες θέριζαν. Οι σκοτωμένοι, πνιγμένοι, αιχμάλωτοι και τα θύματα των ασθενειών που θέρισαν τους Αιγύπτιους στην Αλικαρνασσό, στη Ρόδο και τη Σούδα ήταν 7.000!

Χρησιμοποιούσε πνευματικά μέσα με τους ιμάμηδες που συνόδευαν τον στρατό και σωματικές τιμωρίες. Σε μεγάλη χρήση, ήταν η ποινή του ραβδισμού, την οποία δέχονταν ακόμα και Ταγματάρχες και Λοχαγοί! Και στο ιππικό είχε όμως μεγάλες απώλειες ο Ιμπραήμ. Τουλάχιστον 1.200 ιππείς και 1.500 άλογα σε σύνολο 2.000 χάθηκαν. Δύο Λόχοι Σκαπανέων έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων και άλλοι δύο ήταν στα πλοία που επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια. Από τους σωματοφύλακες του Ιμπραήμ, μόνο 80 επέζησαν. Οι υπόλοιποι πνίγηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες. 20 πλοία πιάστηκαν από τους Έλληνες και άλλα τόσα βυθίστηκαν. Ο Ιμπραήμ υποχρεώθηκε να πληρώσει επιπλέον χρήματα για να παρατείνει τη ναύλωση των ευρωπαϊκών πλοίων. Παρ’ όλα αυτά, τον Φεβρουάριο του 1825, με 7 μήνες καθυστέρηση, ήταν έτοιμος να αποβιβασθεί στην Πελοπόννησο. Ακόμα και η αποβίβαση των δυνάμεών του στον Μοριά ήταν τραγελαφική. Στις 12 και 13 Φεβρουαρίου 1825, έφτασε το πρώτο «κύμα». Ωστόσο, 50 άνδρες πνίγηκαν κατά την αποβίβαση στη Μεθώνη! Στις 17 Μαρτίου, έφτασε το δεύτερο «κύμα». Επικράτησε μεγάλη σύγχυση και σημειώθηκαν δυστυχήματα και απώλεια υλικού που έπεσε στη θάλασσα.

Είναι σαφές ότι ο «ανεξήγητες» καταστροφές αλλά και η ανδρεία και οι ανώτερες στρατηγικές των Ελλήνων που εγκατέλειψαν τον εμφύλιο πόλεμο προ του κοινού εχθρού, οδήγησαν στην ήττα του Ιμπραήμ και οι ξένες δυνάμεις επενέβησαν όταν όλα είχαν κριθεί, ώστε να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους, προτάσσοντας τα δικά τους γεωστρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή. Σ.Σ. Δεν πρόκειται για τις μόνες σωτήριες «ανεξήγητες» κακοκαιρίες που έσωσαν τον ελληνισμό.

Οι περισσότεροι ίσως γνωρίζουν την καταστροφή του Περσικού στόλου του Ξέρξη στο Αρτεμίσιο (την περίοδο της μάχης των Θερμοπυλών) αλλά πιθανότατα αγνοούν την Γαλατική- Κελτική εισβολή του 279 π.Χ. και την καταστροφική καταιγίδα που διέλυσε το πιο άγριο πολεμικό σώμα της εποχής, κοντά στους Δελφούς. Με αυτά όμως θα ασχοληθούμε σε επόμενο σημείωμά μας.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.