Ένας παππούς θέλει να φέρει τα πάνω κάτω

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Σπύρου Κασάπη

Διδακτορικού φοιτητή στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και εθελοντή στην προεκλογική εκστρατεία του Bernie Sanders

Το καλοκαίρι του 1962 δεκάδες φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο καταλαμβάνουν το κτήριο της διοίκησης και κατασκηνώνουν έξω από το γραφείο του προέδρου απαιτώντας δίκαιη μεταχείριση για την πρόσβαση των αφροαμερικάνων φοιτητών στις φοιτητικές εστίες. Ανάμεσα στους φοιτητές είναι και ένας Εβραίος ακτιβιστής από την Νέα Υόρκη, μέλος φοιτητικών οργανώσεων που στηρίζουν το κίνημα πολιτικών ελευθεριών στις ΉΠΑ. Το ίδιο καλοκαίρι, και μετά την συμμετοχή του στην πορεία της Ουάσινγκτον«Για την Εργασία και την Ελευθερία» (γνωστή για τον λόγο που εκφώνησε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), ο νεαρός ονόματι Μπέρνι Σάντερς φωτογραφίζεται να συλλαμβάνεται για αντίσταση κατά της αρχής σε διαδήλωση για τα δικαιώματα των μαύρων στην εκπαίδευση.Εξήντα χρόνια μετά η ίδια φωτογραφία γίνεται σύμβολο μιας νέας «πολιτικής επανάστασης», τυπώνεται σε μπλουζάκια φοιτητών και αφίσες πανεπιστημίων καθώς κάνει τον γύρο του διαδικτύου.

Την πολιτική καριέρα του Μπέρνι Σάντερς χαρακτηρίζουν οι αμέτρητες ήττες αλλά και οι διαρκείς αγώνες. Μια ειρωνικά όμορφη ιστορία τον θέλει να κάνει το πρώτο του βήμα στα κοινά ως υποψήφιος για την προεδρία του μαθητικού συμβουλίου σε ένα λύκειο του Μπρούκλιν, όπου χάνει τις εκλογές τερματίζοντας τελευταίος. Μετά το τέλος των σπουδών του γυρνάει στην Νέα Υόρκη όπου θα δουλέψει ως δάσκαλος, κοινωνικός λειτουργός και ξυλουργός. Ύστερα θα μετακομίσει μόνιμα στην πολιτεία του Βερμόντ όπου μετά από χρόνια ακτιβισμού και μέσω της συμμετοχής του σε φιλελεύθερες, σοσιαλιστικές και αντιμιλιταριστικές οργανώσεις θα κατέβει ως υποψήφιος γερουσιαστής για να λάβει μόνο το 4% των ψήφων της πολιτείας.

Η πρώτη του εκλογική νίκη θα έρθει το 1981 όταν εκλέγεται δήμαρχος του Μπέρλινγκτον, μιας μικρής φοιτητούπολης του Βερμόντ.

Η οκταετής θητεία του ως δήμαρχος θα τον κάνει γνωστό στην κοινή γνώμη της Αμερικής όχι τόσο λόγω των κοινωνικών προγραμμάτων που εισήγαγε, τα οποία αναβάθμισαν την ποιότητα ζωής της πόλης σε τέτοιο βαθμό ώστε να βραβευθεί ως ο καλύτερος δήμαρχος της Αμερικής, αλλά περισσότερο για το θράσος του να αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστής κατά την διάρκεια της ταραχώδους ψυχροπολεμικής περιόδου. Με το τέλος της θητείας του θα θέσει υποψηφιότητα για το Κογκρέσο την οποία αρχικά θα χάσει αλλά θα κερδίσει δύο χρόνια αργότερα κάνοντάς τον το πρώτο ανεξάρτητο βουλευτή αλλά και σοσιαλιστή μετά από σαράντα χρόνια που εκλέγεται στην Βουλή των Αντιπροσώπων. Πιστεύοντας ότι και τα δύο κόμματα (Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι) δουλεύουν για την άρχουσα τάξη θα αρνηθεί να συνεργαστεί με τους Δημοκρατικούς μέχρι το 2007, όπου τελικά θα εκλεγεί γερουσιαστής με την στήριξή τους.

Το σοσιαλιστικό κίνημα στην Αμερική και η υποψηφιότητα του 2016

Το σοσιαλιστικό κίνημα στις ΗΠΑ έχει υπάρξει παραδοσιακά πολύ αδύναμο. Ενώ το πρώτο σοσιαλιστικό κόμμα έκανε την εμφάνισή του στις αρχές του 20ου αιώνα, και έχει υπάρξει ενεργό σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες του αμερικάνικου λαού, είχε πάντα αμυδρή επιρροή στα πολιτικά δρώμενα των ΗΠΑ. Οι λόγοι της πολιτικής περιθωριοποίησης των υποστηρικτών του κινήματος είναι πολλοί. Ανάμεσά τους ο Μακαρθισμός της δεκαετίας του 50’, η βαθιά καπιταλιστική φύση της Αμερικάνικης κουλτούρας και οικονομίας και φυσικά η ταύτιση της λέξης σοσιαλισμός με τις θηριωδίες των Κομμουνιστικών Κυβερνήσεων της Κίνας και της Ρωσίας. Η ίδια λέξη-ταμπού μέχρι πρότινος φόβιζε το κοινό αίσθημα και ακουγόταν ελάχιστα στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τις εφημερίδες και τις αίθουσες των αμερικάνικων πανεπιστημίων. Πλέον κάτι φαίνεται να αλλάζει.

Σε πρόσφατη συζήτηση που έγινε στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης , ο Μαρξιστής καθηγητής οικονομικών Ρίτσαρντ Γουόλφ θα περιγράψει με γλαφυρό τρόπο την αλλαγή που συντελείτε στο Αμερικανικό πολιτικό γίγνεσθαι. Σε ερώτησή του για το αν πιστεύει ότι το σοσιαλιστικό κίνημα στην Αμερική ζωντανεύει θα απαντήσει (σε ελεύθερη απόδοση): «Το πρώτο δείγμα [κανονικοποίησης του σοσιαλισμού] είναι ότι κάνουμε αυτή την συζήτηση σήμερα. […] Η παρουσία μου στα Αμερικάνικα media πριν το 2013 ήταν τόσο αμυδρή που δεν θα με ήξερε κανείς σας. Έχω μιλήσει δημόσια για τον σοσιαλισμό -καλεσμένος σε Αμερικάνικα πάνελ- περισσότερες φορές τα τελευταία 4 χρόνια απ’ ότι τα προηγούμενα 50».

Τον Απρίλιο του 2015 ο Μπέρνι Σάντερς -με την ταμπέλα «σοσιαλιστής»- θα θέσει υποψηφιότητα για το χρίσμα του κόμματος των Δημοκρατικών με στόχο τις Αμερικάνικες προεδρικές εκλογές του 2016. Θα χάσει τις εσωκομματικές εκλογές, αλλά με απροσδόκητα μικρή διαφορά (55% – 43%) απέναντι στην Χίλαρι που ως υπουργός εξωτερικών και πρώην πρώτη κυρία κατέβαινε ως το αδιαμφισβήτητο φαβορί. Η ήττα αυτή σε συνδυασμό με την σοκαριστική νίκη του Ντόναλντ Τράμπ έναντι της Χίλαρι Κλίντον θα μετατοπίσει την κοινή γνώμη μαζί με το φάσμα της πολιτικά αποδεκτής ρητορικής προς τα δεξιά, καθώς και θα βάλει στο στόχαστρο την ηγεσία του Δημοκρατικού κόμματος το οποίο υπονόμευσε με εμφανή τρόπο την υποψηφιότητα του Μπέρνι. Ο ίδιος θα στηρίξει την υποψηφιότητα Κλίντον ενώ θα παροτρύνει τους υποστηρικτές του να συνεχίσουν μαζί του την «πολιτική επανάσταση». Η ορμή της εκστρατείας του θα ανακοπεί απότομα, αλλά και όπως φαίνεται, μόνο προσωρινά.

Τι άλλαξε; Ζύμωση του λαϊκού κινήματος

Η εκλογή του Ντοναλντ Τραμπ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό -εκτός των άλλων- στο παράδοξο του αντισυστημισμού (παράδοξο γιατί ο ίδιος είναι η βάση του διεφθαρμένου συστήματος με πλήθος οικονομικών σκανδάλων και τεράστιες δωρεές σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές καμπάνιες): Ο Αμερικάνος πρόεδρος εκμεταλλεύτηκε αριστοτεχνικά την αγανάκτηση του μέσου Αμερικάνου ενάντια στο «διεφθαρμένο» πολιτικό σύστημα και ταmainstream media, υποσχόμενος ότι θα ανατρέψει το status quo. Και πέτυχε.

Γιατί όμως είναι αγανακτισμένα τα μεσαία και κατώτερα στρώματα της πιο πλούσιας χώρας του πλανήτη και τι τους ωθεί προς ριζοσπαστικές ατζέντες; Η απάντηση βρίσκεται στο “Αμερικανικό όνειρο”, το οποίο έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, και ο μέσος Αμερικάνος το έχει πλέον καταλάβει. Βασισμένο στην αξιοκρατία και την πίστη ότι αν δουλέψεις σκληρά θα ανταμειφθείς πλουσιοπάροχα, το δόγμα της ταξικής και οικονομικής κινητικότητας που κυριάρχησε τον 20ο αιώνα, έχει πλέον καταρρεύσει. Στην σκληρά καπιταλιστική Αμερικανική κοινωνία του 21ου αιώνα, αν γεννηθείς φτωχός, κατά πάσα πιθανότητα θα πεθάνεις φτωχός, ενώ αν γεννηθείς πλούσιος, θα παραμείνεις σε όλη σου την ζωή πλούσιος.

Το παραπάνω ακούγεται πολύ απόλυτο, αξίζει όμως να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά σε μερικά στατιστικά στοιχεία. Σε δημοσιευμένο άρθρο των Financial Times  το 2014, η Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ (και όχι κάποιος σκληροπυρηνικός σοσιαλιστής!) δηλώνει τον προβληματισμό της για την συνεχή αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων παγκοσμίως. Από το ίδιο άρθρο μαθαίνουμε, με βάση τα νούμερα του περιοδικού Forbes, ότι οι 85 πιο πλούσιοι άνθρωποι του κόσμου (0.00000011%) κατέχουν όσο πλούτο όσο το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού (3.85 δις άνθρωποι). Τα πράγματα φαίνονται ακόμα καλύτερα για την Αμερικάνικη οικονομική ελίτ καθώς οι τραπεζικοί λογαριασμοί των Τζεφ Μπέζος, Γουόρεν Μπάφετ και Μπιλ Γκέιτς έχουν μεγαλύτερη αξία από αυτούς του μισού πληθυσμού των ΗΠΑ αθροιστικά. Παράλληλα, ο μισθός του μέσου CEO έχει αυξηθεί κατά 1008% τα τελευταία 40 χρόνια, ενώ ο μισθός του μέσου εργαζόμενου μόνο 12% . Η αξία των πανεπιστημιακών διδάκτρων, της υγείας, της σίτισης και της εστίασης έχουν αυξηθεί εκατονταπλάσιες φορές περισσότερο από τους μισθούς των εργαζομένων.

Αναμφισβήτητα, τα παραπάνω σημαίνουν ότι η ζωή των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ότι αντιλαμβανόμαστε στην Ευρώπη ως δικαιώματα (δωρεάν εκπαίδευση, υγεία, κ.α.) που έχουν κατακτηθεί ύστερα από μακροχρόνιους κοινωνικούς αγώνες, αντιμετωπίζονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ως αγαθά συγκεκριμένης -και συνεχώς αυξανόμενης- αγοραστικής αξίας. Έτσι είναι φυσικό πως η αγανάκτηση των οικονομικά ασθενέστερων Αμερικάνων πλέον εκφράζεται ως διαμαρτυρία στην κάλπη, αναζητώντας παράλληλα στήριξη σε ριζοσπαστικές υποψηφιότητες όπως αυτή του Μπέρνι Σάντερς. Οι λαϊκές ατζέντες που στηρίζουν την φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, την διαγραφή των υπέρογκων φοιτητικών δανείων, την δημιουργία κοινωνικού κράτους πρόνοιας και την προώθηση μοντέλων βιώσιμης ανάπτυξης για την σωτηρία του πλανήτη, είναι πιο επίκαιρες από ποτέ.

Δήλωση υποψηφιότητας: το χρονικό

Μετά από τρία χρόνια ακραίας νεοφιλελεύθερης Τραμπικής πολιτικής, στις 19 Φεβρουαρίου του 2019 ο κόσμος θα υποδεχθεί με ενθουσιασμό την δήλωση υποψηφιότητας του Μπέρνι. Μέχρι τον Ιούνιο η προεκλογική καμπάνια του θα μαζέψει 27 εκατομμύρια δολάρια μόνο από συνεισφορές, τα περισσότερα από κάθε άλλο υποψήφιο για το χρίσμα των δημοκρατικών. Είναι αξιοσημείωτο πως ο Μπέρνι Σάντερς έχει δεσμευτεί ότι δεν θα λάβει δωρεές από εκατομμυριούχους ή ιδιωτικές επιχειρήσεις-κολοσσούς όπως όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών.

Στις αρχές Οκτωβρίου του 2019, και ενώ βρίσκεται στο Λας Βέγκας για μια σειρά ομιλιών, ο Μπέρνι Σάντερς (τότε ετών 78) θα πάθει έμφραγμα και θα επιβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς. Καθώς όλα δείχνουν ότι η πολιτική του σταδιοδρομία έχει τελειώσει, στις 19 του ίδιου μήνα 26 χιλιάδες υποστηρικτές του θα δώσουν το παρόν στην πλέον εμβληματική ομιλία του στο Κουίνς της Νέας Υόρκης σε μια επιβλητική επιστροφή μετά τα προβλήματα υγείας του, με κεντρικό σύνθημα «I am Back». 

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες -ιστορικό ρεκόρ για την Αμερικανική πολιτική ιστορία- η εκστρατεία του Σάντερς θα ξεπεράσει τους ένα εκατομμύριο δωρητές, οι οποίοι είναι κατά βάση απλοί Αμερικάνοι, στην πλειοψηφία τους δάσκαλοι, φοιτητές και χαμηλόμισθοι υπάλληλοι πολυεθνικών όμως η Starbucks, Walmart και Amazon. Την ίδια στιγμή, στις περισσότερες δημοσκοπήσεις βγαίνει πρώτος, ακόμα και σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες όπως το Τέξας. Τα δημοκοπικά αποτελέσματα πλέον αποδεικνύονται έμπιστα μετά τις πρώτες δύο εκλογικές αναμετρήσεις σε Iowa και New Hampshire στις οποίες ήρθε πρώτος σε ψήφους.

Γιατί Μπέρνι;

Είναι προφανές πως η ερώτηση την οποία καλούνται να απαντήσουν οι δημοκράτες ψηφοφόροι στις εσωκομματικές εκλογές είναι το ποιος είναι ο καταλληλότερος υποψήφιος για να νικήσει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές. Οι περισσότεροι υποψήφιοι (Biden,Warren, Klobuchar, Bloomberg κ.α.), προερχόμενοι κατά κύριο λόγο από τον χώρο του κέντρου, βασίζονται στην επιτυχημένη πολιτική τους καριέρα για να προσελκύσουν ψηφοφόρους, πλατφόρμα πάνω στην οποία έτρεξε και η Χίλαρι, και απέτυχε παταγωδώς. Από την άλλη, ο Σάντερς στηρίζεται όχι μόνο στην επιστροφή των ψηφοφόρων του Ομπάμα που αρνήθηκαν να ψηφίσουν μια κατεξοχήν συστημική φιγούρα των Δημοκρατικών, αλλά και στην κινητοποίηση του μεγάλου ποσοστού του εκλογικού σώματος που απείχε το 2016 γιατί δεν βρήκε κάποιον υποψήφιο που να την εκφράζει. Σε αυτές τις ομάδες ψηφοφόρων οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ο Σάντερς υπερισχύει, δίνοντας του το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μότο «Bernie Beats Trump». 

Μπορεί πολλοί από τους υποψήφιους Δημοκρατικούς να έχουν παρόμοια προγράμματα με τον Σάντερς (βλέπε Warren) αλλά η ειδοποιός διαφορά είναι ότι όλοι τους νιώθουν ακόμα την ανάγκη να διαβεβαιώσουν τον κόσμο ότι είναι υπέρ του συστήματος ως έχει – ότι είναι καπιταλιστές. Όποιος γνωρίζει τον Τραμπ, εύκολα καταλαβαίνει ότι δεν μπορείς να παίξεις στην έδρα του, στο γήπεδο του καπιταλισμού. Παρά τον πόλεμο από τα media, τους Ρεπουμπλικάνους αλλά και τους ίδιους τους Δημοκρατικούς, ο Μπέρνι Σάντερς είναι μια ξεκάθαρη, διαφορετική και δυναμική επιλογή έναντι του Τραμπ. Είναι η αλλαγή που μπορεί και θα νικήσει τον Ντόναλντ Τραμπ.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.