Τρομοκρατία. Μια ακόμη γροθιά στο φιλελεύθερο δημοκρατικό οικοδόμημα της Ευρώπης;

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

της Εύας Κυριακίδου

Μεταπτυχιακής φοιτήτριας του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Η 29η Νοεμβρίου 2019 στιγμάτισε τη Βρετανία με την αιματηρή επίθεση με μαχαίρι ενός εξτρεμιστή του Ισλαμικού Κράτους στη Γέφυρα του Λονδίνου. Τραγικός απολογισμός υπήρξε ο τραυματισμός τριών ανθρώπων και ο θάνατος δύο νεαρών φοιτητών του Πανεπιστημίου του Cambridge. Το χτύπημα συνέβη σε μία στιγμή κατά την οποία η κυβέρνηση του BorisJohnson είχε υποβαθμίσει, νωρίτερα τον ίδιο μήνα, το βαθμό κινδύνου τρομοκρατικής απειλής στο βρετανικό κράτος από σοβαρό σε σημαντικό, ενώ στο εξωτερικό στο επίκεντρο δεν τέθηκαν αποστεθεροποιητικές διεθνείς προκλήσεις, αλλά η διαχείριση των πιέσεων για ταχύτερη απομονωτική αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, η μνήμη οδύνης και φόβου της τρομοκρατίας επανήλθε στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, εγείροντας εκ νέου ζητήματα περί ικανότητας των φιλελεύθερων δημοκρατιών να καταστούν εγγυητές της ασφάλειας και της σταθερότητας τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Όπως παρατηρούν οι Fidler και Hannon στο άρθρο τους «LondonAttackReflectsProblemsinTrackingConvictedTerrorists, το τρομοκρατικό χτύπημα από έναν πρόσφατα αποφυλακισθέντα και μάλιστα εκ πεποιθήσεως τρομοκράτη άνδρα υποδεικνύει τις παραμένουσες θεσμικές τρωτότητες του βρετανικού, αλλά και εν γένει του ευρωπαϊκού, συστήματος ασφαλείας απέναντι σε ασύμμετρες απειλές. Ωστόσο, η επέκταση της τρομοκρατίας, η οποία αναδεικνύει την προϊούσα ανεπάρκεια ανταπόκρισης των ευρωπαϊκών δημοκρατιών στην προάσπιση της ευημερίας των πολιτών τους, δεν αποκόπτεται του ευρύτερου σύγχρονου διεθνοπολιτικού πλαισίου, πολλώ δε προκύπτει από αυτό.

Κατά τον 21ο αιώνα, το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 έκαμψε την υψηλού βαθμού αλληλεξάρτηση των κρατών του διεθνούς συστήματος σε πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό, πολιτισμικό και διπλωματικό επίπεδο. Αυτή εκκολάφτηκε κυρίως τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες, ως απόρροια της παγκόσμιας μετάβασης στην εποχής της πληροφορίας. Συμπληρωματικά, επέδρασαν πολλαπλές, ποικίλου χαρακτήρα, διεθνείς κρίσεις, όπως η ανάδυση της Αραβικής Άνοιξης δύο χρόνια αργότερα στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και οι πολιτικές και οικονομικές αναταραχές στη Λατινική Αμερική, με προεξέχουσες εκείνες εναντίον του καταπιεστικού καθεστώτος του Νικολάς Μαδούρο στην Βενεζουέλα.

Η αρχική συμπαράταξη των ισχυρών, κλονισμένων δε, φιλελεύθερων δημοκρατιών με τους εξεγερθέντες δεν συνοδεύτηκε από μια άμεση, δυναμική και ουσιαστική διαχείριση της κρίσης, των διαρκών ανακατατάξεων και των εκτεταμένων κραυγαλέων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου (π.χ. η επαναλαμβανόμενη χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία). Στον αντίποδα, η αποφυγή μετωπικής διαχείρισης των κρίσεων επέφερε έξαρση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, γεγονός που οδήγησε τελικά σε βίαιη κλιμάκωση των εντάσεων όχι μόνο στις πληγείσες περιοχές, αλλά και στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μέσω της ενίσχυσης των προσφυγικών ροών, που επιβάρυναν περαιτέρω τους πολίτες των δημοκρατικών κρατών. Ως φυσικό επακόλουθο της συνολικής διεθνοπολιτικής κατάστασης επήλθε δημοκρατική οξείδωση με συμπτώματα την υιοθέτηση εσωστρεφούς στάσης εκ μέρους των δημοκρατιών και την ανάπτυξη κρίσης αξιών εντός τους.

Άμεσο απότοκο αυτής της αδυναμίας ανάληψης επαρκών πρωτοβουλιών για τη διαφύλαξη της διεθνούς σταθερότητας και αυτού του ιδεολογικού κλονισμού του δημοκρατικού πλέγματος ήταν οι μέχρι τότε κραταιοί υπερπόντιοι εξισορροπητές των δυτικών δημοκρατιών των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) να καταστούν υπόλογοι απέναντι στο σύνολο των δυτικών κοινωνιών, δεδομένου ότι σταδιακά κρίθηκε πως η ομοιογένεια που επέβαλλε η παγκόσμια ταυτότητα δεν ήταν δυνατό να εγγυηθεί την επιβολή οικουμενικών αρχών, όπως η διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας, αλλά, μάλλον, επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό πως καθίστατο τροχοπέδη στην ευημερία τους. Ως αποτέλεσμα, ακραίες πολιτικά παρατάξεις, προερχόμενες και από τους δύο ριζοσπαστικούς πόλους, υιοθέτησαν ένας είδος λαϊκιστικής ρητορικής με μισαλλόδοξο περιεχόμενο και εθνικιστικές προεκτάσεις.

Πάγιο ρόλο στην ανάδειξη τέτοιων ομάδων διαδραμάτισαν, βέβαια, νέες συνιστώσες εκ του αυταρχικού πολιτειακού πλαισίου ορμώμενες, με προεξέχοντα τα κράτη της Κίνας και της Ρωσίας, που ασκούν ισχυρές πιέσεις στο δημοκρατικό φάσμα, εργαλειοποιώντας την εσωτερική κρίση των φιλελεύθερων δημοκρατιών και την αδυναμία διευθέτησης κρίσεων διεθνούς βεληνεκούς εκ μέρους τους, ώστε να προωθήσουν διαφορετικά πολιτικά αφηγήματα τα οποία ευαγγελίζονται την επάνοδο στην ασφάλεια, την πρόοδο και την κανονικότητα μέσω της διάδοσης του απεριόριστου κρατικού παρεμβατισμού, του συντηρητισμού και της λογοκρισίας. Η στήριξη σε αυτές τις παρατάξεις μάλιστα δεν είναι μόνο ηθικής φύσεως, αλλά ενέχει και τη διάσταση της υλικής υποστήριξης.

Μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας και περιχαράκωσης, η οποία, ωστόσο, δε συνοδεύτηκε από υγιείς πολιτικές ενδοσκόπησης, αλλά από ιστορικές πρακτικές παλινδρόμησης των φιλελεύθερων δημοκρατικών κρατών της Ευρώπης, δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για την συστηματική επέκταση του τρομοκρατικού πυρήνα σε αυτή, όπως αποδεικνύει η συσσώρευση χτυπημάτων τα τελευταία χρόνια. Το στοιχείο αυτό κατέστη, εν πολλοίς, άμεσα εφικτό, χάρη στην ευρεία διάδοση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, τα οποία, σε μία περίοδο λήθαργου των δημοκρατικών αισθητήρων της Ευρώπης, αναδείχθηκαν σε κομβικό εργαλείο συσπείρωσης του μουσουλμανικού στοιχείου αυτής και πνευματικής διασύνδεσης των τελευταίων με τους εξτρεμιστικούς θύλακες του Ισλαμικού Κράτους. Ως απόρροια της ιδεολογικής αυτής διασύνδεσης και των καινοφανών, ασύμμετρων διαστάσεων που εγκολπώνει, σε αντιπαραβολή με τη ταυτόχρονη επίδραση των πολλαπλών παραγόντων δημοκρατικής παθογένειας, η διενέργεια τρομοκρατικών χτυπημάτων αποδιοργάνωσε τα ευρωπαϊκά δημοκρατικά κράτη, καθυστερώντας τη χάραξη ουσιαστικών πολιτικών ανάσχεσης της δυναμικής τους.

Επομένως, καθίσταται εύλογα αντιληπτό πως η ενίσχυση του τρομοκρατικού παράγοντα στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών δημοκρατιών θα ήταν καλύτερο να ιδωθεί όχι ως αυθύπαρκτη αιτία αποδυνάμωσης του δημοκρατικού οικοδομήματος, αλλά αποτέλεσμα αυτής, που λειτουργεί ως υποκείμενο αποπροσανατολισμού στον απόηχο των ευρύτερων κλυδωνισμών του διεθνούς συστήματος και των επιμέρους δρώντων του. Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο βίαιος θάνατος δύο ανθρώπων και ο τραυματισμός άλλων τριών καθίσταται απόλυτα οδυνηρός και κατακριτέος και ορθώς θέτει ζήτημα περί προστασίας των ίδιων των πολιτών σε επίπεδο καθημερινότητας. Η καθυστέρηση υιοθέτησης βιώσιμων λύσεων σε εσωτερικά και διεθνή ζητήματα είναι εκείνη που συνιστά την υποβάθμιση του δημοκρατικού φάσματος και τελικά επιτρέπει στην τρομοκρατία να εκβιάσει την παγίωσή της, ενισχύοντας, όχι τη δημοκρατική κρίση καθαυτή, αλλά τη διαιώνιση των παραγόντων συγκρότησής της, γεγονός που κατ’ αναλογία αναστέλλει την προοπτική δυναμικής ιδεολογικής και υλικής αντιμετώπισης της τρομοκρατικής παρείσφρησης.

Συλλήβδην, η αποσόβηση του τρομοκρατικού κινδύνου στην Ευρώπη εξαρτάται στο μεγαλύτερο μέρος της από τον τρόπο συλλογικής διαχείρισης των προβλημάτων που άπτονται του διεθνούς ενδιαφέροντος. Απαιτείται, λοιπόν, υγιής σκεπτικισμός προς εξεύρεση στοχευμένων κοινών λύσεων, που αποσκοπούν στην ανάκαμψη ενός ακόμη πιο κραταιού δημοκρατικού πυρήνα και στη διατήρηση της διαφάνειας και της αλληλεγγύης μεταξύ των δημοκρατικών δρώντων απέναντι σε οποιεσδήποτε επιβουλές, καθώς η εσωστρέφεια γεννά το φόβο και το δογματισμό, τα οποία αποτρέπουν από την αντίληψη της μεγάλης εικόνας των διεθνών προκλήσεων.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.