Το “Όχι” ανήκει στα ψάρια του (κι ένα υστερόγραφο για τις κοπέλες της Ν. Φιλαδέλφειας)

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Πάνου Δράκου

Πολιτικού Επιστήμονα – Συγγραφέα

Οι Έλληνες πολιτικοί έχουν μονίμως ως επάγγελμα την ‘Σωτηρίαν της πατρίδος‘. Δι’ ο και αποφεύγουν επιμελώς να την σώσουν. Μετά την σωτηρίαν, δεν θα έχουν επάγγελμα”.

Γεώργιος Σουρής 

Μια απάντηση στο άρθρο “Μήπως το ‘Όχι’ ανήκει στην Αριστερά;” του Τ. Θεοδωρόπουλου

Ο φιλόσοφος Ρ. Ρόρτυ έχει γράψει ότι όλα τα έθνη είναι υποχρεωμένα να λένε κάποτε μικρά ψέματα στον εαυτό τους, αν θέλουν να διατηρήσουν την συνοχή τους και το αίσθημα “εθνικής” υπερηφάνειας να μην αντικατασταθεί από ενοχικά συμπλέγματα ή μια δυσάρεστη αίσθηση συλλογικής αποξένωσης από την εθνική ταυτότητα.iΑυτή τη θέση φαίνεται πως υιοθετεί και ο Τ. Θεοδωρόπουλος με την παραληρηματική επίθεση που έκανε για πολλοστή φορά στην υποτιθέμενη πολιτισμική “ηγεμονία” της Αριστεράς με αφορμή την φετεινή επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Τούτη η επίθεση δεν είναι παρά φτηνή ιδεολογική πολεμική. Όχι επειδή εκφράζει τεκμηριωμένη διαφωνία με τις ιστορικές πεποιθήσεις μιας “αριστερής” ιστοριογραφίας, αλλά διότι βαφτίζει “αριστερή”, και βέβαια δια τούτου “ανατρεπτική” κι “εθνομηδενιστική”, κάθε άποψη που δεν συμφωνεί με μια μυθιστορηματική εθνικιστική αφήγηση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Μάλλον κάπως έτσι θα εννοεί την “ρωμαλέα” εθνική παιδεία που επιθυμεί κατά ρητή δήλωση της η νέα υπουργός παιδείας Νίκη Κεραμέως.

Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τους ανιστόρητους ισχυρισμούς του Θεοδωρόπουλου, που στην προσπάθεια του να διασώσει την εθνικόφρονα μπουρδολογία από την διαφωτιστική επίδραση μιας ταξικής κριτικής, δεν διστάζει να αναγάγει την επίδειξη υπερβολικού κριτικού πνεύματος απέναντι στην επίσημη ιδεοληψία του Κράτους σε γενικευμένη παθογένεια της νεοελληνικής κοινωνίας.

Κατά πρώτο, ο γκουρού της Καθημερινής αναφέρεται στην τάση που διακρίνει τηναριστερή ιστοριογραφία να αποσιωπά ή να ελαχιστοποιεί τη σημασία του ρόλου του δικτάτορα Μεταξά στην απόφαση που πάρθηκε να πολεμήσουν οι έλληνες εναντίον των φασιστών. Η τάση αυτή πράγματι υπάρχει κι εδώ είναι ίσως το μοναδικό σημείο όπου οι ενστάσεις του Θεοδωρόπουλου έχουν ένα έρεισμα στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί στο σημείο αυτό είναι η Αριστερά που υποκύπτει στις ιδεοληψίες της υποτάσσοντας την ιστορική έρευνα στις πολιτικάντικες σκοπιμότητες της στιγμής. Το “όχι” πράγματι το στήριξε και το έφερε σε πέρας ο μαχόμενος λαός με τον ηρωισμό και τις θυσίες που υπέστη κατά τη διάρκεια του σκληρού αυτού πολέμου κι αυτός είναι ένας ιστοριογραφικός ορίζοντας, ένας γενικός κανόνας για την έρευνα και τη συγγραφή της ιστορίας που ουδέποτε θα πρέπει να λησμονείται. Αρκετά έχει υποφέρει η ιστοριογραφία σαν κλάδος της πολιτισμικής παραγωγής από μια ελιτίστικη ανάγνωση του παρελθόντος, η οποία δεν έβλεπε στην ιστορική εξέλιξη παρά μόνο τις πράξεις και τα κατορθώματα “μεγάλων ανδρών” και αντιμετώπιζε τον απλό λαό, τον μέσο άνθρωπο σαν κρέας για τα κανόνια του ενός ή του άλλου “ηγέτη” ή κατακτητή. Παρ′ όλα αυτά, για να κάνει πράξη την ηρωική αντίσταση του ο ελληνικός λαός έπρεπε πρώτα να προηγηθεί η άρνηση του Μεταξά να ενδώσει στην απροκάλυπτη επιθετικότητα και τα αποικιοκρατικού τύπου, διπλωματικά τελεσίγραφα των φασιστών.ii Δεν μπορεί σε όλα ο Μεταξάς να ήταν ένας αδίστακτος δικτάτορας που κρατούσε σφιχτά στα χέρια του τα ηνία της χώρας και μόνο σε αυτό η απόφαση για αντίσταση να αποδίδεται με κάποιον μαγικό τρόπο μονάχα στις ανώνυμες λαϊκές μάζες που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του. Αυτό σε τίποτε δεν εξιδανικεύει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ούτε αθωώνει τον Μεταξά από τις βαρύτατες ιστορικές ευθύνες που φέρει για την επιβολή της προσωπικής δικτατορίας του στη χώρα.

Από εδώ και στο εξής ωστόσο κατερχόμαστε μαζί με τον Θεοδωρόπουλο στην άβυσσο του ταξικού φανατισμού και του αντιεπιστημονικού ψεύδους. Γράφει ο Θεοδωρόπουλος ότι σύμφωνα με τους αριστερούς, “Ο εχθρός δεν ήταν η Ιταλία, αλλά ο φασισμός. Στην Πίνδο δεν πολέμησαν Έλληνες εναντίον Ιταλών, αλλά αντιφασίστες εναντίον φασιστών”. Μα αν η άνοδος του φασισμού ως πολιτικό κίνημα και ως δομή εξουσίας δεν αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την έναρξη του πολέμου, όχι μόνο στο επίπεδο της τοπικής ελληνοϊταλικής σύρραξης αλλά και γενικότερα αναφορικά με τον δεύτερο παγκόσμιο, τότε αναρωτιόμαστε πώς μπορεί κανείς να βγάλει νόημα από τα ιστορικά γεγονότα, να τα ερμηνεύσει ούτως ώστε να διδαχτεί κάτι από αυτά. Μήπως θα πρέπει αλήθεια να συμπεράνουμε ότι στον πόλεμο του σαράντα συνεπλάκησαν δύο αφηρημένες, υπεριστορικές οντότητες, η “Ελλάδα” και η “Ιταλία”, χωρίς αναφορά στα ιστορικά καθορισμένα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν τις δύο κοινωνίες σε μετωπική σύγκρουση; Τότε όμως η Ιταλία θα έπρεπε να παραμένει ένας υπαρξιακός εχθρός που ακόμη και σήμερα καραδοκεί για να μας καταβροχθίσει. Και φυσικά ποτέ κανένας προοδευτικός άνθρωπος δεν ισχυρίστηκε ότι στα βουνά της Ηπείρου ήρθαν αντιμέτωπες οι επελαύνουσες φασιστικές ορδές με τους “αντιφασίστες” έλληνες. Ανεξαρτήτως αν η οδυνηρή εμπειρία αυτού του απρόκλητου πολέμου σίγουρα οδήγησε μια μεγάλη μερίδα των στρατιωτών που επιβίωσαν από τις μάχες του αλβανικού μετώπου να αντιπαθήσουν τον φασισμό και τον εθνικισμό και αργότερα να προσχωρήσουν πρόθυμα στις τάξεις της κομμουνιστικής αντίστασης.

 

Ακόμα πιο κωμικοτραγική είναι η ιερή αγανάκτηση που καταλαμβάνει τον Θεοδωρόπουλο μόλις αναφέρεται στην περιγραφή του πολέμου από την αριστερά ως“αντιμπεριαλιστικό”. Οποιαδήποτε έννοια παραπέμπει σε μια ταξική ανάλυση της ιστορίας φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τον τρισμέγιστο στοχαστή της μπουρζουάδικης σωφροσύνης. Έλα όμως που το μόνο που κάνει ο χαρακτηρισμός του πολέμου ως “αντιμπεριαλιστικού” είναι να υποδηλώνει τους γεωστρατηγικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης που επικρατούσαν πριν και κατά τη διάρκεια της εκτύλιξης της πολεμικής σύγκρουσης. Από την μία, η αναβίωση του ρωμαϊκού imperium ήταν η ιστορική αποστολή που είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο ιταλικός φασισμός. Η επίθεση ενάντια στην Ελλάδα εντασσόταν στην γενικότερη πολιτική μεγαλομανούς επεκτατισμού στην οποία είχε επιδοθεί ο Μουσολίνι, έχοντας προηγούμενα επιτεθεί στους ανυποψίαστους κατοίκους της Αιθιοπίας και αργότερα στους φιλήσυχους Αλβανούς, τους οποίους η ιταλική επίθεση κατέλαβε εξαπίνης. Από την άλλη, για όσο καιρό η Ελλάδα είχε σαν κύριο στόχο της πολεμικής προσπάθειας της την υπεράσπιση των συνόρων της και την αναχαίτιση της φασιστικής εισβολής μπορούμε πράγματι να πούμε ότι διεξήγαγε έναν αμυντικό πόλεμο που είχε σαν στόχο να αντισταθεί στον ιταλικό ιμπεριαλισμό. Το ζήτημα βεβαίως αλλάζει όταν το ελληνικό γενικό επιτελείο πήρε την απόφαση να συνεχίσει τη διεξαγωγή του πολέμου μέσα στο έδαφος της Αλβανίας, καταδιώκοντας τους Ιταλούς που υποχωρούσαν και στην πορεία “απελευθερώνοντας” εδάφη τα οποία περιλάμβαναν ελληνικούς μειονοτικούς πληθυσμούς.

Αλλά ούτε το ΕΑΜ γλιτώνει από τα δηλητηριώδη βέλη του νεοφιλελεύθερου ιστορικού αναθεωρητισμού που εκπροσωπεί, όχι και πολύ άξια, ο Θεοδωρόπουλος. Είναι μια ιστορία βγαλμένη μέσα από την μυθολογία της αριστεράς, μας λέει ο αρθρογράφος, ότι το ΕΑΜ σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της αντίστασης ενάντια στον κατακτητή, εφόσον την ίδια στιγμή προετοίμαζε την επιβολή του κομμουνισμού στη χώρα, λες και ο ένας ισχυρισμός με κάποιον τρόπο είναι ασύμβατος, ή αναιρεί τον άλλον. Και φυσικά όσους αντιστασιακούς δεν είχαν κάτω από τον έλεγχο τους οι κομμουνιστές πολύ απλά “τους έβγαζαν από την μέση”. Ωστόσο, ακόμα κι ένας μαθητής του δημοτικού γνωρίζει ότι το ΕΑΜ ήταν η μαζικότερη και ισχυρότερη αντιστασιακή οργάνωση και η μοναδική που διεξήγαγε μια μακροχρόνια και συστηματική εκστρατεία φθοράς ενάντια στις δυνάμεις κατοχής που είχαν εγκαταστήσει στη χώρα οι ναζιστές και οι φασίστες. Είναι επίσης ευρέως γνωστό ότι ο Ζέρβας βγήκε στο βουνό ανταποκρινόμενος στα απονενοημένα διαβήματα των συμμάχων απ′ το εξωτερικό, οι οποίοι παρακολουθούσαν με ανησυχία την άνοδο του ΕΑΜ κι επιθυμούσαν διακαώς τη δημιουργία μιας μάχιμης αντάρτικης δύναμης με δεξιά πολιτική ιδεολογία, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο και να συγκρατήσει την αύξηση της δημοτικότητας του ΕΑΜ τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στις πόλεις. Η ταξική πάλη δεν έπαψε να υπάρχει κατά τη διάρκεια της κατοχής. Μόνο ένας χυδαίος φιλελεύθερος σαν τον Θεοδωρόπουλο θα υπέθετε ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ισχύει, αντί να αντιληφθεί ότι η ίδια η στρατιωτική κατοχή από τη ναζιστική Γερμανία αποτέλεσε μια συνέχιση κι εντατικοποίηση της ταξικής πάλης με άλλα μέσα. Για του λόγου το αληθές, να πούμε πως ο ιστορικός Δ. Κέδρος παρατηρεί με κάποια δόση ειρωνείας ότι το ιδρυτικό καταστατικό του ΕΔΕΣ, του οποίου η ιδεολογία εκπορευόταν από το βενζελικό “κέντρο”, έμοιαζε να είναι ριζοσπαστικότερο κι από εκείνο του ΕΛΑΣ ως προς τις ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες υποσχόταν ότι θα εφαρμόσει μετά την απελευθέρωση και τη λήξη του πολέμου. Ενδεικτικά παραθέτουμε εδώ το άρθρο 7 του καταστατικού που αναφέρει την πρόθεση του ΕΔΕΣ να εγκαταστήσει μια λαϊκή “Σοσιαλιστική Δημοκρατία” στην Ελλάδα και να θεσπίσει μέτρα τέτοια“τα οποία θα δώσουν εις τον Ελληνικόν Λαόν κοινωνικήν δικαιοσύνην θα εξαλείψουν δ’ εντελώς την μαύρην αδικίαν και εγκληματικήν ανισότητα, η οποία από της εποχής της απελευθερώσεως της Ελλάδος και ιδία κατά τα τελευταία πέντε έτη της τυραννικής δικτακτορίας, εμάστισε το σύνολον των Ελλήνων και εξεμεταλλεύθη αναλγήτως τους μόχθους του επ’ ωφελεία μιας ελαχιστοτάτης μειονότητος και η οποία διά παντός μέσου εξεμαύλιζεν εκάστοτε τα ηγετικά στοιχεία της χώρας και εκάθιζεν ούτω εις την ράχιν του Ελληνικού Λαού. Εις την Δημοκρατικήν Σοσιαλιστικήν Ελλάδα της αύριον δεν πρέπει να υπάρξουν πεινώντες και δεν θα υπάρξουν”.

Όπως και να ’χει, ήταν το “εθνομηδενιστικό” ΕΑΜ με τους χιλιάδες κοινωνικούς απόβλητους που συσπείρωνε στις τάξεις του που, το 1943, έσωσε τον πληθυσμό της χώρας από την βίαιη πολιτική επιστράτευση στην πολεμική βιομηχανία του Ράιχ, οργανώνοντας μια γενική απεργία που παρέλυσε τη χώρα για τρεις ολόκληρες μέρες, ταυτόχρονα με δυναμικές και βίαιες μαζικές διαδηλώσεις, οι οποίες τελικά φόβισαν τους γερμανούς επικυρίαρχους και τους υποχρέωσαν να ανακαλέσουν την απόφαση τους.iv Την ίδια στιγμή, η αφρόκρεμα της “εθνικοφρόνου” και “πατριωτικής” ελληνικής αστικής τάξης παρείχε αφειδώς στελέχη για τις δοσίλογες κατοχικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές, αρχικά για να διευκολύνουν με όποιον τρόπο μπορούσαν την πολεμική προσπάθεια της Γερμανίας κι αργότερα, για την από κοινού οργάνωση της άμυνας των μπουρζουάδων απέναντι στον επερχόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο (συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Οργάνωσης Χ, κλπ.).

 

Απ′ το αντικομμουνιστικό παραλήρημα του Θεοδωρόπουλου δεν θα μπορούσε βέβαια να λείψει και η απαραίτητη αναφορά στην ΕΣΣΔ, η οποία όπως διατείνεται ο μέγιστος αστός διανοητής μας, μάλλον δεν διαδραμάτισε τον καθοριστικότερο ρόλο στην ολοκληρωτική ήττα και τη στρατιωτική συντριβή του Χίτλερ και του αποκρουστικού καθεστώτος του. Στο σύμπαν των φιλελεύθερων φαντασιώσεων του αρθρογράφου της Καθημερινής, ο δεύτερος παγκόσμιος κερδήθηκε από τις ΗΠΑ και την Βρετανία. Η ΕΣΣΔ ήταν μόνο ένα αμελητέο μέρος της λύσης, αν δεν ήταν τελικά και η ίδια μέρος του προβλήματος (σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ). Σίγουρα ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν πρέπει να φαντάζει και ιδιαίτερα περίεργος σε κάποιον που έχει γαλουχηθεί αποκλειστικά με τις αμφιβόλου εγκυρότητας ιστορικές διδαχές των επίσημων σχολικών εγχειριδίων, ή σε αυτούς που αντλούν τις γνώσεις τους για την ιστορία από την ευφάνταστη προπαγάνδα των υπερπαραγωγών του Χόλυγουντ. Παρ′ όλα αυτά, το γεγονός παραμένει ότι η ΕΣΣΔ ήταν εκείνη που πλήρωσε με διαφορά τον βαρύτερο φόρο αίματος και υποβλήθηκε σε μια μικρής κλίμακας γενοκτονία, χάνοντας σχεδόν τον μισό ανδρικό πληθυσμό της κατά τη διάρκεια του πολέμου. Συνολικά, οι ανθρώπινες απώλειες ανήλθαν σε 27 εκατομμύρια ψυχές, περίπου το 14% του προπολεμικού πληθυσμού της χώρας. Η τεράστια δε αιματοχυσία που υπέστη ο ανδρικός πληθυσμός, άλλαξε τις δημογραφικές ισορροπίες στην ΕΣΣΔ ανάμεσα στα δύο φύλα τουλάχιστον για μια γενιά.

 

Από την άλλη, οι απώλειες των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου σε μάχιμους άνδρες με το ζόρι ανερχόταν σε 800.000 στρατιώτες, χωρίς βέβαια να έχουμε καμία διάθεση να εμπλακούμε σε αήθεις συμψηφισμούς, ή να υποτιμήσουμε τη σημασία της απώλειας της ζωής αυτών των θαρραλέων ανδρών. Εκείνο ωστόσο που είναι ακόμα πιο σημαντικό, και δυστυχώς πολύ λιγότερο γνωστό, είναι ότι στο Ανατολικό μέτωπο η Γερμανία έριξε, και τελικά έχασε, τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των δυνάμεων της σε πεζικό, μεραρχίες τεθωρακισμένων, αεροπορία, επίλεκτες μονάδες. Εκεί πολέμησαν επίσης και οι αμφιλεγόμενες “διεθνείς ταξιαρχίες” των SS, οι οποίες συγκροτήθηκαν αποκλειστικά με σκοπό να συνδράμουν στην ιδεολογική και στρατιωτική σταυροφορία εναντίον του υπαρξιακού εχθρού, του μπολσεβικισμού.vi

Αρκεί να πούμε ότι στο αποκορύφωμα των εχθροπραξιών, οι ναζί δεν διέθεταν πάνω από 1.900.000 άνδρες για τις πολεμικές επιχειρήσεις στο δυτικό μέτωπο. Αντίθετα, στον πόλεμο για την εξόντωση της ΕΣΣΔ οι γερμανοί στρατηγοί δέσμευσαν την μεγαλύτερη στρατιά που έχει δει ποτέ ο κόσμος. Στο αποκορύφωμα της έφτασε τους 3.933.000 στρατιώτες (1943), ενώ μόνο το 1945, χρονιά που η ναζιστική Γερμανία βρισκόταν ήδη σε εσπευσμένη στρατηγική αναδίπλωση σε όλα τα μέτωπα, έπεσε ο αριθμός των στρατευμάτων που μάχονταν στην Ανατολή σε λίγο κάτω από δύο εκατομμύρια (1.960.000).vii Από τα παραπάνω είναι νομίζω περισσότερο από προφανές ότι ο πρωτεύων ρόλος της ΕΣΣΔ στην ήττα του φασισμού δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής προτίμησης, αλλά αδιαφιλονίκητο ιστορικό δεδομένο που προκύπτει μέσα από μια αντικειμενική ανάλυση των εμπειρικών στρατιωτικών στοιχείων του πολέμου. Κι αυτό δεν είναι σημαντικό επειδή τάχα υποστηρίζει την λεγόμενη “ιδεολογική ηγεμονία” της αριστεράς, αλλά επειδή αποδεικνύει ότι χωρίς την ΕΣΣΔ μάλλον όλοι μας τώρα θα μιλούσαμε Γερμανικά.

Η ιδεολογία καλό είναι κάποτε να υποστηρίζεται και από την εγκυρότητα της ισχύος των εμπειρικών δεδομένων. Όποιος απαξιώνει τα ευρήματα της ακαδημαϊκής ιστοριογραφικής έρευνας από φόβο μήπως υποχρεωθεί να αναθεωρήσει τα θέσφατα της επίσημης ιδεολογίας του Κράτους που κάπου δεν ταιριάζουν με τις πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής, μόνο ως πληρωμένος προπαγανδιστής πρέπει να αντιμετωπίζεται και να αποδοκιμάζεται δημόσια σαν διανοούμενος σε εντεταλμένη υπηρεσία. Σε αυτούς τους φανατικούς του “κέντρου”, τους ιδεολογικούς κομισάριους της εξουσίας, το μόνο που έχουμε να απαντήσουμε είναι ότι το “Όχι ανήκει στα ψάρια του”, κατά παράφραση της γνωστής αναρχικής ρήσης του παρελθόντος.

Υ.Γ.Όσοι θεωρούν ότι η ενέργεια της καλλιτεχνικής ομάδας στη Ν. Φιλαδέλφεια φανερώνει αμοραλισμό ή έλλειψη σε ”αξίες ” καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν, αφού η κριτική πάντοτε στο όνομα αξιών μιλάει, διαφορετικών και δυνατότερων από το πνεύμα της αγέλης. Μα δεν μπορούσαν απλώς να μην κάνουν παρέλαση;, αναρωτήθηκαν κάποιοι. Αν όμως οι κοπέλες αποφάσιζαν να ενεργήσουν σαν άτομα και απλώς να μείνουν στο σπίτι, θα άφηναν ελεύθερο το πεδίο σε αυτό το οποίο ήθελαν να αντιπαλέψουν με την έμπρακτη κριτική τους. Τη συλλογική καλλιτεχνική πράξη αντίστασης τους δεν θα την είχε δει κανείς.Αλήθεια τι είναι πιο ντροπιαστικό; Να αποδίδει κάποιος τιμές σαν καλοκουρδισμένο αυτόματο στα υποκείμενα που διέλυσαν τη χώρα, αλλά εξακολουθούν να απαρτίζουν την πολιτική ελίτ του τόπου μόνο και μόνο επειδή ”έτσι πρέπει”, ή να αποδοκιμάζεις με αυτόν τον ευρηματικό κι ευφάνταστο τρόπο τη διοργάνωση αυτού του κακόγουστου πανηγυριού; Άλλοι είπαν ότι οι κοπέλες δεν σεβάστηκαν την “μνήμη των νεκρών”, ή ότι πήγαν απρόσκλητες σε μια εκδήλωση που δεν τις αφορούσε και είχε ένα πλαίσιο ξένο προς αυτό που έκαναν. Ωστόσο, την έλλειψη σεβασμού σε αυτούς που χάθηκαν την δείχνουν αυτοί που καταχράστηκαν την ελευθερία για την οποία πολέμησαν οι φαντάροι το ’40, που ξεφτίλισαν τους θεσμούς και τους μετέτρεψαν σε προσωπικό φέουδο για μια επικερδή επαγγελματική καριέρα. Ο σκοπός της ενέργειας των κοριτσιών ήταν αυτός ακριβώς, να μην αφήσει το πεδίο ελεύθερο. Επανοικειοποίηση του πλαισίου δηλαδή, που κανονικά το ορίζουν μονομερώς κι από-τα-πάνω οι Μπογδάνοι και οι Παυλόπουλοι ως επίσημοι και “αξιοσέβαστοι” αξιωματούχοι του Κράτους . Αυτούς δεν σεβάστηκε κι αποδοκίμασε έμπρακτα η ενέργεια της ομάδας στη Ν. Φιλαδέλφεια, όχι την μνήμη των νεκρών. Το Κράτος απαλλοτριώνει το έπος του σαράντα, μουσειοποιεί το πνεύμα της θυσίας τόσων ανδρών, μετατρέπει την ιστορία σε νεκρό γράμμα προς όφελος του για να υπηρετεί τις σκοπιμότητες του . Αντίθετα, τα κορίτσια προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα της θυσίας τους, τη φλόγα της αντίστασης εκείνων που έχασαν τη ζωή τους για την ελευθερία. Η ιστορία δεν είναι πράγμα και πανηγύρι. Είναι έμπνευση για το σήμερα, είτε σαν παράδειγμα προς μίμηση, ή προς αποφυγή.

i“Η εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ότι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα […] όπως μια πολλή μικρή δόση αυτοσεβασμού παρεμποδίζει το άτομο να υψώσει το ηθικό του ανάστημα, έτσι και μια κουτσουρεμένη εθνική υπερηφάνεια καθιστά αδύνατη την ενεργητική και αποτελεσματική συζήτηση για την εθνική πολιτική. Τα αισθήματα που τρέφει κανείς για τη χώρα του – η βαθιά ντροπή ή η φλογερή υπερηφάνεια, που προκαλούνται από διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της και από τις ποικίλες εθνικές πολιτικές του παρόντος – είναι απαραίτητα αν θέλουμε η δημόσια συζήτηση να είναι εμπνευσμένη και παραγωγική. Αυτή η συζήτηση όμως πιθανόν να μην διεξαχθεί παρά μόνον όταν η υπερηφάνεια υπερισχύσει της ντροπής”. R. Rorty, Η Αριστερή Σκέψη στην Αμερική του 20ου Αιώνα (Πόλις), σελ. 9-10.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.