Κοινωνικό Συμβόλαιο και διαφύλαξη της έννομης τάξης

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Βασίλη Βρανά

Σύμβουλου Στρατηγικού Σχεδιασμού & Επικοινωνίας. Διδάκτωρα Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην κορυφή της ατζέντας του δημόσιου διαλόγου βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες το θέμα της ασφάλειας. Γεγονότα όπως, επί παραδείγματι, η επέμβαση της Αστυνομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η εξάρθρωση της «γιάφκας» στον Χολαργό, ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησε η Αστυνομία την ημέρα της επετείου του Πολυτεχνείου, η έφοδος σε νυχτερινό μαγαζί για έλεγχο ναρκωτικών και το περιστατικό με τους ανήλικους και την κινηματογραφική ταινία «Τζόκερ», μόνο απαρατήρητα δεν πέρασαν από τον δημόσιο διάλογο.

Κοινός παρονομαστής των παραπάνω, η Αστυνομία. Ως εκ τούτου προέκυψε και η πόλωση μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης, αναφορικά με τη συχνότητα και τον τρόπο που επιχειρεί η ΕΛΑΣ. Οι μεν βλέπουν στα προαναφερθέντα περιστατικά αποκατάσταση της έννομης τάξης και οι δε βλέπουν απειλή στα κοινωνικά δικαιώματα. Το βέβαιο πάντως είναι ότι η Αστυνομία, ορθά ή όχι, λειτουργεί κατά την επιταγή του Κοινωνικού Συμβολαίου, το οποίο την επιφορτίζει με τη διαφύλαξη της έννομης τάξης. Στο πλαίσιο του Συμβολαίου αυτού, η κοινωνία εκχώρησε στην Αστυνομία, τις Ένοπλες Δυνάμεις κλπ. το δικαίωμα στη βία (στο πλαίσιο που ορίζει ο Νόμος!), παραδοχή γνωστή εδώ και αιώνες και η οποία ακούστηκε, ενδεχομένως, λίγο άγαρμπα από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης.

Μεταξύ των υποχρεώσεων και των ευθυνών λοιπόν, οι οποίες απορρέουν από τη σύναψη του Κοινωνικού Συμβολαίου, είναι και η διαφύλαξη της έννομης τάξης, η οποία συνεπάγεται αίσθημα ασφάλειας για τον πολίτη. Σε αυτό το αίσθημα, της ασφάλειας θα εστιάσω και προς την κατεύθυνση αυτή θα επικαλεστώ δύο απλοϊκά παραδείγματα. Στο πρώτο παράδειγμα έχουμε την περίπτωση ενός κατοίκου σε υποβαθμισμένη περιοχή, ο οποίος κάθε βράδυ φοβάται μην μπει κλέφτης στο σπίτι του. Στο δεύτερο παράδειγμα, έχουμε έναν πολίτη ο οποίος πιστεύει πως στα γεράματά του θα καταλήξει με πενιχρή σύνταξη. Με άλλα λόγια, εκείνος ο πολίτης ο οποίος φοβάται τον κλέφτη και εκείνος ο οποίος φοβάται τη φτώχεια, έχουν ένα κοινό: την ανασφάλεια.

Τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο παράδειγμα, το Κράτος είναι αυτό το οποίο έχει αρμοδιότητα για να (εξ-)ασφαλίσει τον πολίτη. Στην μεν πρώτη περίπτωση να φροντίσει να αστυνομεύει την περιοχή, να συλλαμβάνει τους κλέφτες κλπ. και στη δεύτερη περίπτωση να φροντίσει ούτως ώστε να μην εκτροχιαστούν τα δημοσιονομικά και εκτροχιαστεί ακολούθως η οικονομία, με αποτέλεσμα τη μείωση συντάξεων. Αμφότερα τα παραδείγματα επισημαίνουν την ανάγκη των πολιτών για ασφάλεια, όμως η μορφή ασφάλειας που επιδιώκεται είναι διαφορετική. Ο πολίτης που φοβάται τον κλέφτη αναζητά την ασφάλεια με την παραδοσιακή έννοια, ενώ ο πολίτης του δεύτερου παραδείγματος αναζητά την οντολογική ασφάλεια. Η οντολογική ασφάλεια, σχετίζεται με άλλες πτυχές του ανθρώπινου βίου, οι οποίες ενέχουν φόβους και ανησυχίες για ζητήματα όπως η περίθαλψη, η παιδεία, ο πολιτισμός, η ταυτότητα του ατόμου κ.ά.

Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η διάκριση, θα επικαλεστώ ένα άλλο, εξίσου απλοϊκό παράδειγμα. Το Μεταναστευτικό/Προσφυγικό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους: α) φόβος για το ενδεχόμενο αύξησης της εγκληματικότητας (ανασφάλεια) και β) φόβος για το ενδεχόμενο αλλοίωσης της πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας (οντολογική ανασφάλεια). Η παραδοσιακή ανασφάλεια χαρακτηρίζεται από άμεσα και μετρήσιμα δεδομένα (π.χ. μέτρηση ποσοστών εγκληματικότητας), ενώ, στον αντίποδα, η οντολογική ανασφάλεια δεν χαρακτηρίζεται ούτε από αμεσότητα ούτε από μετρήσιμα δεδομένα. Δηλαδή, ο πολίτης δεν ξέρει πότε και αν θα συμβεί αυτό που φοβάται ούτε μπορεί να το μετατρέψει εύκολα σε μετρήσιμο μέγεθος, ώστε να το αναλύσει.

Για τους αγγλομαθείς -και για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό- θα επικαλεστώ την πρόσφατη ομιλία στο Ζάγκρεμπ του νέου Προέδρου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Ντόναλντ Τουσκ, ο οποίος αναφέρθηκε στις λέξεις «safety» και «security». Από τις λίγες φορές όπου η αγγλική γλώσσα μπορεί να περιγράψει κάτι καλύτερα από την ελληνική!

Έχοντας ξεκαθαρίσει στο σημείο αυτό τη διάκριση μεταξύ ασφάλειας και οντολογικής ασφάλειας, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι τα παραδείγματα της 1ης παραγράφου μπορούν να διακριθούν ανάλογα. Έτσι, ο εντοπισμός της «γιάφκας του Χολαργού» σχετίζεται με την παραδοσιακή έννοια της ασφάλειας, ενώ αντίθετα η περίπτωση του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών σχετίζεται με την οντολογική ασφάλεια. Συμπερασματικά, το παράδειγμα της «γιάφκας» συνεπάγεται μείωση της τρομοκρατίας, άρα μείωση θυμάτων, άρα κατευνασμός του αρχετυπικού φόβου θανάτου, ενώ το παράδειγμα του Πανεπιστημίου συνεπάγεται φόβο για την ελευθερία διακίνησης ιδεών (τουλάχιστον στα μάτια της Αντιπολίτευσης), άρα κίνδυνος για τα ατομικά δικαιώματα.

Είναι προφανές, ότι η ασφάλεια, με την παραδοσιακή έννοια σχετίζεται περισσότερο με την πρωτόγονη πλευρά του ανθρώπου: ανάγκη για στέγη, τροφή, φόβος θανάτου κλπ., ενώ η οντολογική ασφάλεια έχει βαθύ νοητικό υπόβαθρο και σχετίζεται με τον πολιτισμό: ατομικά δικαιώματα, ελευθερία κλπ. Στη διάκριση αυτή βασίζονται και οι δύο όψεις του λαϊκισμού, δηλαδή του δεξιού λαϊκισμού και του αριστερού λαϊκισμού. Η Δεξιά, υπό την έννοια του συντηρητικού χώρου, επιθυμεί τη διατήρηση του statusquo, χωρίς (ας μου επιτραπεί ο όρος) «πειράματα» (π.χ. περαιτέρω διεύρυνση της Ε.Ε., δικαίωμα υιοθεσίας παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια κ.ά.), ενώ η Αριστερά, ούσα αποδεσμευμένη από την βιβλική έννοια του φόβου του Θεού, ο οποίος συνεπάγεται την πίστη στο επέκεινα για αποκατάσταση της αδικίας κλπ., εστιάζει περισσότερο σε «γήινες» – πολιτισμικές έννοιες.

Οι λαϊκιστές, έχοντας ασύνειδη γνώση των παραπάνω επικαλούνται στη ρητορική τους, κατά περίπτωση τα ανάλογα επιχειρήματα κι έτσι, στο παράδειγμα της Αστυνομίας, οι μεν θα κάνουν λόγο για κανονικότητα και οι δε για απειλή της Ελευθερίας. Ενώ στο παράδειγμα του Μεταναστευτικού/Προσφυγικού και της (ενδεχόμενης) αύξησης της εγκληματικότητας ο δεξιός λαϊκιστής θα ανεβάσει τους τόνους και θα θέσει διλήμματα του τύπου: «αν συνέβαινε στην κόρη σου τι θα έλεγες», ενώ ο Αριστερός λαϊκιστής θα ανεβάσει τους τόνους και θα ποντάρει στην εθνική μνήμη και θα θυμίσει τους πρόσφυγες από τη Σμύρνη το ΄22…

Εν πάση περιπτώσει, η διατήρηση της ασφάλειας και της οντολογικής ασφάλειας του πολίτη, είναι προαπαιτούμενα του κοινωνικού συμβολαίου και ένα Κράτος οφείλει να παρέχει και τα δύο. Ο βαθύτερος λόγος που μέσα στα χρόνια της κρίσης και τώρα στην έξαρση του Μεταναστευτικού/Προσφυγικού ανδρώθηκε ο εκατέρωθεν λαϊκισμός έγκειται στην αδυναμία του συστήματος (ευρωπαϊκού ή ελλαδικού) να αντιληφθεί την επίδραση των προαναφερθέντων σε επίπεδο (οντολογικής) ασφάλειας των πολιτών. Ενδεχομένως, σε τελευταία ανάλυση, η μειωμένη ύπαρξη ανώτατων αξιωματούχων που να προέρχονται από τις ανθρωπιστικές επιστήμες, να παίζει σημαντικό ρόλο στο φαινόμενο. Ίσως, τελικά, η δημόσια διοίκηση να μην είναι μόνο αριθμοί και νόμοι…

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.