Πόσο απέχει ο θάνατος;

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Ροβήρου Μανθούλη

Σκηνοθέτη

Και έναν παρασάγγη να απέχει είναι πολύ κοντά. Στα αρχαία χρόνια δεν υπήρχαν μέθοδοι για να μετρούν μεγάλες αποστάσεις. Το στάδιον ήταν περίπου 190 μέτρα όσο και το μήκος ενός αθλητικού σταδίου. Αλλά πόσο ήταν το μήκος ανάμεσα στην Αθήνα και στη Θήβα;  Το μέτρημα μπορούσε να γίνει μόνο με τα στρατιωτικά βήματα! Πηγαίνοντας να καταλάβουν τη Θήβα μετρούσαν πόσες φορές έκαναν  τα βήματα του σταδίου.  Αυτή ήταν και η μέθοδος των Περσών. Αλλά οι αποστάσεις στην αυτοκρατορική  Περσία ήταν πολύ μεγαλύτερες. Και οι Πέρσες την μετρούσαν με Παρασάγγες. Το αναφέρει πρώτος ο Ηρόδοτος, ο οποίος ένας θεός ξέρει πόσους παρασάγγες έκανε στα ταξίδια του στην Μέση Ανατολή.  Η περσική βέβαια λέξη είναι φαρσάγγ. Αλλά όπως ξέρουμε οι αρχαίοι Έλληνες δεν κουράζονταν να αποστηθίζουν βάρβαρες λέξεις. Τους έδιναν αυτό που  άκουγαν. Όπως τον Ναμπου-κουντουρρί-ουζούρ (το λέω καλά;) τον έκαναν Ναβουχοδονόσορ! (Και, μεταξύ μας, καλά έκαναν).

Ο παρασάγγης ήταν μερικά χιλιόμετρα. Περίπου 6. Για την ακρίβεια 30 στάδια. Οι Έλληνες πολύ σπάνια θα έχουν την ευκαιρία να προβούν σε μια τέτοια περιπέτεια, μέχρι τουλάχιστον την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αλλά θα  χρησιμοποιούν υπερβατικά τον  παρασάγγη, όταν θέλουν μιλήσουν για μα τεράστια απόσταση. Όταν ο Αριστοτέλης λέει πως η τραγωδία πρέπει να έχει ένα σοφό μήκος. Ούτε πολύ μικρό, όπως ένα κουνούπι, ούτε ένας παρασάγγης που θα καβαλάει το βουνό και θα χάσουμε τη συνέχεια.

Η Μέση Ανατολή ήταν συχνά σε πόλεμο και σε αιματηρές εκστρατείες. Οι Παρασάγγες που έκαναν οι στρατιώτες περπατώντας ήταν άγνωστο που και αν κατέληγαν ζωντανοί. Όσοι οδοιπόροι  ήταν ποιητές σίγουρα  μετρούσαν και ξαναμετρούσαν   τα στρατιωτικά βήματα που έκαναν  για δουν πόσο κοντά  ήταν  το τέλος. Των βημάτων και το δικό τους.

Όταν εισήχθην στο Πατάρι του Λουμίδη της οδού Σταδίου που ήταν το στέκι του Ιερατείου των ποιητών(1), ο (πασίγνωστος κάποτε) φίλος μου Μιχάλης Κατσαρός χρησιμοποιούσε μια ποιητικότερη  λέξη για τις αποστάσεις. Τα (ρωσικά) βέρτσια (ένα περίπου χιλιόμετρο). 

Τά βέρτσια θα τα βρω και αργότερα όταν μου γράφει ο Μιχάλης το 1970 στο Παρίσι όπου ήμουν εξόριστος: Σε νόμιζα παλιόπαιδο στην Ελβετία και σε μανθάνω στο Paris. ’Εχω κέφι ως κατά τα έτη εκείνα της τρελλής παρέας μας όπου ποιηταί και λόγιοι σταδιοδρομούσαν και απείχαν μόλις βέρτσια τεσσαράκοντα της υψηλής τέχνης. Απέ…  στου Λουμίδη Καφέ,  με Καρούσο, Ανδρεόπουλο και θεατρίνους. Ο Σαχτούρης στην Κυψέλη. Και όσοι δεν ξενιτεύτηκαν ως γενόμενοι εμιγκρέ ως ο Χριστοδούλου! Το «Απέ…», αναφορά στον τελευταίο στίχο του ποιήματός μου Πόσο απέχει ο Θάνατος ( Ο Θάνατος απέ ) από τη συλλογή μου «Σκαλοπάτια» (1949).

Δεν πρέπει να είχε και πολύ κέφι ο Μιχάλης. Θα ένιωθε κάτι σαν το «απέ…». Και μια μπηχτή για τον Χριστοδούλου. Που δεν είναι ακριβώς «πολιτικός εξόριστος» αλλά απλός εμιγκρέ! Ότι ο Χριστοδούλου ήρθε κοντά μου ενώ ο Μιχάλης ξέμεινε στο Πατάρι του Λουμίδη με τον Καρούσο… Ο  Μιχάλης ήταν αδίστακτος. Με το ποίημα του Κατά Σαδουκαίων, θα διαμαρτυρηθεί για την αριστερή λογοκρισία που περιέκοψε το ποίημα του «Η Διαθήκη μου»  (”Αντισταθείτε σ′ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ…).

Φαίνεται πως οι ποιητές αισθάνονται συχνά «μελλοθάνατοι». Ο ένας γράφει την «Διαθήκη» του, ο άλλος «πόσο απέχει ο θάνατος», ο Χριστοδούλου το «Άλτ, θάνατος! (…Ο ρόζος του πεύκου μπορεί να είναι  μάτι…)» και η Πολυδούρη:

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν την ζωή μου

που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλάη πονετικό, 

σ’ άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου, 

το άγιο χώμα που θα μου είνε κρεβατάκι νεκρικό. 

(Κρατάμε την ορθογραφία της).

Οι ποιητές ανησυχούν για τη μοίρα τους όταν βλέπουν τα στρατιωτικά βήματα  να πλησιάζουν. Έχουν τόσους ακόμα στίχους να γράψουν… 

Ας μην ανησυχούν, ζήτησα από τη Βουλή να  προστεθεί στο Σύνταγμα ένα άρθρο που να λέει ”Καταργείται ο Θάνατος». Ποτέ δεν ξέρεις… Κάποτε εισακούστηκα. Στην Γαλλική Βουλή είχα στείλει προτάσεις ενεργού πολίτη για βελτιώσεις νόμων οι οποίες έγιναν δεκτές! Στην Ελλάδα για να μας γνωρίσουν και να μας αναγνωρίσουν χρειάζονται χρόνια. Περισσότερα από όσα διαθέτουμε.

Το 1948, εποχή σκότους στην Ελλάδα, από το Εμφύλιο καi από πλήρη απομόνωση,  έβγαιναν ποιητικές συλλογές με ονόματα «διάσημων» (αλλά ανύπαρκτων) ξένων ποιητών. Αμέσως τους ανακάλυπτε η κριτική και έσπευδαν να εμφανιστούν οι ντόπιοι ποιητές να εισπράξουν τις δάφνες. Πασίγνωστη είναι η ανακάλυψη του  «μεγάλου» Μεξικανού ποιητή Παθανάρες» και η Ομηρική περιπέτεια με τον  «διάσημο Άραβα ποιητή Χουσεήν Μπεν Μπενάρες» (και οι δύο αποκυήματα της γόνιμης φαντασίας του μεγαλοφαρσέρ δημοσιογράφου Γιάννη Β. Ιωαννίδη). Ο Μπεν Μπενάρες (γράφει ο Ιωαννίδης) στη μάχη έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ  (που εμαίνετο εκείνες τις μέρες) σκότωσε έναν Εβραίο ποιητή (επίσης ανύπαρκτο) στο απέναντι χαράκωμα. Και μάλιστα τον έψαξε και βρήκε σε μια τσέπη την συλλογή του! Του Μπεν Μπενάρες. Την συλλογή του φονιά! Με μια προφητική έκκληση: Χουσεήν Μπεν Μπενάρες, Άραβα ποιητή, αν ποτέ με σημαδέψεις  χτύπησέ με κατευθείαν  στην καρδιά για να μην μάθεις ποτέ πως είμαι ποιητής.

Θα γράψουμε κι’ εμείς ένα εξωτικό ποίημα με τον Μιχάλη. Το «παιδί που κλαίει στο ποτάμι»« του Ούγγρου ποιητή Μίρο Μάνκα (κατασκευάζοντάς τον  με τις πρώτες συλλαβές των δικών μας ονομάτων). Ένα στίχο εγώ, ένα ο Μιχάλης. Αδύνατο να θυμηθώ ποιος έχει γράψει ποιον στίχο. Ίσως είναι το πρώτο συλλογικό  ποίημα που έχει γραφτεί.

Ο Μιχάλης είναι ο μόνος που μού έγραφε ποτέ-πότε στην παρισινή εξορία. Θα καταθέτει τη μοναξιά του και στις επόμενες 4 επιστολές που μού έστειλε. Μιλάει στην αρχή για «την ξέγνοιαστη νεανική μας ζωή, την εποχή των ιδεών για την ποίηση», ύστερα: Έμεινα μόνος. Πρώτα χαιρετούσα στο δρόμο τους ανθρώπους, φίλους. γνωστούς, ο ίδιος έτρεχα σε μια αγωνιώδη αναζήτηση της πληροφορίας για τη νέα ποίηση. Μα όλα τώρα που μπήκαν σε μια τάξη, όλοι έχετε φύγει. Εσύ, ο Μίμης και οι πιο μακρινοί. Τι έγινε, τι συνέβη;». Σπαραχτικό. Πιο κάτω, α πει κάτι πιο πικρό: «Bella vita, μια κάμερα και η ποίηση είναι νεκρή».  Ο κινηματογράφος μας πήρε από την ποίηση! (Υπονοεί τις κινηματογραφικές μου δραστηριότητες στο εξωτερικό). Τρυφερός ο Μιχάλης, θα το διορθώσει αμέσως. Λέγοντας ότι έχει κάνει κι΄αυτός ταινία (τα ποιήματα που γράφει) και ότι θέλει αίθουσα να την προβάλει (εκδότη να τα βγάλει!). Στο επόμενο, μου γράφει από ένα γαλακτοπωλείο της Ομόνοιας σε μια άσπρη πετσέτα :  Ρόμπυ, η λιακάδα μού επιτρέπει να γράφω πολλά κοινά λόγια, όχι όμως ιδέες που να σφραγίζουν την εποχή μου. Νοσταλγώ τις ατέλειωτες συζητήσεις  που κάναμε μαζί,  για το αν ο T.S.Eliot  είναι ο αντιγραφόμενος από Σεφέρη  κι΄αν ο ποιητής είναι για το λαό ή για την τέχνη ή αν η τέχνη είναι η άγνωστη μάνα μας που διαρκώς ζητάει να τη βρούμε. Μιλάει για συζητήσεις που κάναμε το…1948 !  Και είναι το τελευταίο γράμμα που έχει ακόμα κάποια λογική πρόθεση.

Ο Μιχάλης ήταν διαπεραστικός αλλά ευσεβής σαν ποιητής και σαν άνθρωπος. Και πολύ πιο υπερευαίσθητος απ’ ότι φαινόταν. Καθώς μεγάλωνε η παρέα, στο Πατάρι ένιωθε να τον εγκαταλείπουν οι φίλοι του  όταν έγραφε:

Εν Μέθη… /Θέλω να μπω ανάμεσα σας/ Ροβήρο Ροβήρο αθώε Ροβήρο

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.