Η χρησιμότητα της πρόωρης… «καμπάνας»!

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Ο Αντώνης Καλκαβούρας «είδε» τον Παναθηναϊκό να «αγγίζει» τη νίκη χωρίς να παίζει καλά και στο τέλος να χάνει από μία ελλιπή και ανέτοιμη Αρμάνι, γεγονός που θα πρέπει να προβληματίσει τον Αργύρη Πεδουλάκη και να βάλει τους «πράσινους» στη λογική της άμεσης επίλυσης των ζωτικών προβλημάτων τους.

Τι σου είναι καμιά φορά οι συμπτώσεις… Όλως τυχαίως, η περυσινή νίκη των Μιλανέζων στο ίδιο γήπεδο (83-86) αποτέλεσε την απαρχή της εποχής του Ρικ Πιτίνο στον «πράσινο» πάγκο και της ολικής επαναφοράς της ομάδας στα τελευταία 16 παιχνίδια της κανονικής περιόδου (ρεκόρ 10-6), παράγοντες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την κατάκτηση της 6ης θέσης και την πρόκριση στα playoffs.

Όλα αυτά, βέβαια, συνέβησαν στα τέλη του περασμένου Δεκεμβρίου (21/12), όταν πλέον η περυσινή regular season είχε φτάσει σχεδόν στα μισά της διαδρομής και το «ηλεκτροσόκ» της αλλαγής προπονητή, εκ του αποτελέσματος, αποδείχτηκε ότι συνέβη στο κατάλληλο timing.

Φέτος, βέβαια, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, καθώς η σεζόν είναι κατά τέσσερις αγωνιστικές μεγαλύτερη (από 30 στις 34) και με μόλις τρία παιχνίδια στο ενεργητικό του «τριφυλλιού», είναι υπερβολικά νωρίς για να ληφθούν τόσο ριζοσπαστικές αποφάσεις και να μην δοθεί στον άνθρωπο που επέλεξε τους παίκτες και ακόμη «χτίζει» το οικοδόμημα του Παναθηναϊκού, η απαραίτητη πίστωση χρόνου για να παρουσιάσει το αποτέλεσμα που θέλει.

Άλλωστε, η πρώτη εφετινή εντός έδρας ήττα των πρωταθλητών κρίθηκε σε πολύ μικρές λεπτομέρειες και αν το μπάσιμο του Καλάθηστην εκπνοή ήταν λίγο πιο προσεγμένο, τώρα θα γράφαμε για μία νίκη που δεν θα πρέπει να εφησυχάσει και να αποπροσανατολίσει τους γηπεδούχους, κρύβοντας κατά κάποιο τρόπο τα προφανή προβλήματα που έχουν, κάτω από το… χαλάκι.

Αυτή είναι η ίσως η μεγάλη χρησιμότητα της αποψινής βραδιάς και μίας ήττας που είναι δύσκολο να μην χαρακτηριστεί επώδυνη, υπό την έννοια ότι η Αρμάνι ήρθε στην Αθήνα χωρίς τρεις βασικούς παίκτες που ήταν ανέτοιμοι από πλευράς τραυματισμών (Γκουντάϊτις, Νέντοβιτς και Μακ) και από την αρχή της σεζόν δείχνει ότι ψάχνει να βρει τα πατήματα, την ταυτότητα και τον ρυθμό της.

Πάμε να δούμε, λοιπόν, τι έλλειψε για μία ακόμη φορά από τον Παναθηναϊκό και του στοίχισε το μίνιμουμ ζητούμενο, που δεν ήταν άλλο από μία επαγγελματική νίκη με μισό μηδέν…

Όσο κι αν 55χρονος προπονητής της ομάδας, έκανε φιλότιμες προσπάθειες για να κρύψει την εγγενή αμυντική αδυναμία των παικτών μέσα στο «ζωγραφιστό», κλείνοντας την ρακέτα και χρησιμοποιώντας σχήματα (Μήτογλου με Ουάϊλι στην ίδια πεντάδα) που έως τώρα δεν είχαμε δει για πολλά λεπτά στο παρκέ και σε έναν βαθμό τα κατάφερε, ο εξάστερος τιμωρήθηκε από τα πολλά ελεύθερα σουτ που μοιραία επέτρεψε…

Στην τακτική, άλλωστε, κάτι δίνει και κάτι παίρνεις! Αυτά τα τρίποντα (53,9% με 14/26) έδωσαν στους φιλοξενούμενους την ευκαιρία να βρουν ρυθμό και να εκτελέσουν δίχως οίκτο έξω από τα 6,75, σκοράροντας μάλιστα τρία στη σειρά, στην κρίσιμη στιγμή που οι «πράσινοι» (από την πλευρά τους είχαν 3/20 έξω από τα 6,75) είχαν τρέξει ένα σερί 11-0 και με τον Τζέϊκομπ Ουάϊλι (17π. & 7ρ.) σε ρόλο μπασκετικού εξωγήινου να έχουν πλησιάσει στη νίκη!

Μοιραία, το ματς πήγε στην «ρώσικη ρουλέτα» και εκεί που οι «πράσινοι» έχουν ισορροπήσει την μάχη των ριμπάουντ, στο κρίσιμο τελευταίο λεπτό η «ζημιά» γίνεται από τρία επιθετικά ριμπάουντ των Ιταλών στην ίδια κατοχή και συνολικά τέσσερις έξτρα επιθέσεις στα τελευταία 70 δευτερόλεπτα. Παρ’ αυτά, ο Παναθηναϊκός είχε την ευκαιρία να πάρει τη νίκη και στην τελευταία επίθεση του αγώνα και ευτύχησε να πάρει το τελευταίο σουτ από τα χέρια του καλύτερού του παίκτη και υπό εξαιρετικές προϋποθέσεις (καμία σχέση με την αντίστοιχη προσπάθεια πριν 6 μέρες στο “Astroballe”).

Το «σίδερο» του εκπληκτικού πλην όμως μοιραίου Νικ Καλάθη (23π., 5ρ. & 4ασ. με 10/16 σουτ) στέρησε από τον νταμπλούχο Ελλάδα μία υπερπολύτιμη νίκη και εν πολλοίς – μετά από τρία δείγματα στην διοργάνωση – έβγαλε στην επιφάνεια την έλλειψη επιθετικών λύσεων και την τεράστια εξάρτησή του από τον 30χρονο διεθνή point-guard σε άμυνα κι επίθεση.

Γιατί πράγματι ο Παναθηναϊκός βρήκε την καλύτερη δυνατή τελευταία επίθεση από τον πιο αποτελεσματικό παίκτη του, όταν όμως ο αρχηγός του είναι αναγκασμένος να κάνει όλες τις δουλειές μέσα στο γήπεδο και να παίζει κατά μ.ο. 34 λεπτά ανά παιχνίδι (32’ με τον Ερυθρό Αστέρα, 34’ με την Βιλερμπάν και 36’ με την Αρμάνι), τότε καταλαβαίνετε ότι χρειάζεται βοήθεια.

Επομένως, καλά τα προβλήματα στο ριμπάουντ και στην άμυνα μέσα στη ρακέτα, ωστόσο, η μέχρι στιγμής μεγαλύτερη αδυναμία των «πρασίνων» μοιάζει να είναι περισσότερο η έλλειψη πολυφωνίας στην επίθεση και λιγότερο τα εγγενή αγωνιστικά ζητήματα που έχουν πολλάκις επισημανθεί και σε έναν βαθμό – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο – αντιμετωπίζονται…

Με καλύτερο τον Φριντέτ, τον Παπαπέτρου, τον Ράϊς και πρωτίστως τον Ουέσλι Τζόνσον, ο Παναθηναϊκός τώρα θα ήταν αήττητος και θα πήγαινε στην Αγία Πετρούπολη για το 4/4. Προς γνώση και συμμόρφωση…

Υγ.1: Στις πρώτες τρεις αγωνιστικές, οι «πράσινοι» δεν παίρνουν σχεδόν τίποτε από τα τριάρια τους (Παπαπέτρου και Τζόνσον έχουν συνολικά μ.ο. 5,6π. με 0/12 τριπ.), σουτάρουν μετά βίας πάνω από το 30% στο τρίποντο (30,2% με 16/53), ενώ τα αξιοπρεπή νούμερα του Φριντέτ (μ.ο. 12,7π. με 92% βολ. & 45,5% τριπ.) δεν αποτυπώνουν την υπεραξία για την οποία αποκτήθηκε.

Υγ.2: Η πρώτη έξοδος της Βιλερμπάν και η συντριβή στο Μόναχο με 41 πόντους διαφορά προσέφερε μία πρώτης δικαίωση της πεποίθησης ότι ίσως είναι η ασθενέστερη ομάδα της διοργάνωσης. Αυτό κάνει ακόμη πιο δυσκολοχώνευτες τις ήττες των «αιωνίων αντιπάλων» στο προάστιο της Λιόν. Εκεί που δύσκολα θα χάσει ομάδα που έχει ως στόχο τα playoffs…

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.