Brexit: Κέρδη και ζημίες από την τελική συμφωνία

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Γιώργου Θεοδωρίδη

Υποψήφιου Διδάκτωρα Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

«Δεν θα είναι ένα εύκολο διαζύγιο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν επρόκειτο και για έναν θυελλώδη έρωτα». Με αυτή τη φράση του Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ ξεκίνησαν πριν από σχεδόν τρία χρόνια οι διαπραγματεύσεις για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ύστερα από το σχετικό βρετανικό δημοψήφισμα του 2016. Κι έτσι ήταν τελικά.

Μετά από πολλές διαφωνίες, έντονες στιγμές και ατελείωτη αβεβαιότητα, η κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον κατέληξε σε μία τελική συμφωνία με την ομάδα του διαπραγματευτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μισέλ Μπαρνιέ. Η συμφωνία πρέπει τώρα να επικυρωθεί από τη Βουλή των Κοινοτήτων, προκειμένου να ισχύσει. Καθώς γράφεται το παρόν άρθρο η απόφαση του βρετανικού κοινοβουλίου δεν έχει ακόμη ληφθεί, ενώ παράλληλα το ενδεχόμενο μίας ακόμη παράτασης στις διαπραγματεύσεις είναι ανοιχτό.

Επί του προκειμένου, η συμφωνία φαίνεται να διευθετεί πολλά ακανθώδη ζητήματα μεταξύ των δύο μερών.

Πρώτον, επί των προϊόντων, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων και των πολιτών και εργαζομένων της Βόρειας Ιρλανδίας θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η χώρα θα παραμείνει εντός του ενωσιακού τελωνειακού χώρου. Αυτό σημαίνει εφαρμογή συνοριακού ελέγχου στο σύνορο της Βόρειας Ιρλανδίας με το Ηνωμένο Βασίλειο και αντίστοιχη επιβολή δασμών. Πρόκειται για το περίφημο “backstop”, για το οποίο έγινε πάρα πολλή συζήτηση. Οι Βρετανοί πάλεψαν σκληρά προκειμένου το συγκεκριμένο σημείο να παραμείνει ένα ανοικτό «παραθυράκι» προς την ενιαία αγορά, προκειμένου να προωθούν τα προϊόντα τους σα να μετέχουν στην τελωνειακή ένωση. Όπως φάνηκε, κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη. Ωστόσο, η κατοχύρωση της θέσης της Βόρειας Ιρλανδίας εντός της ενωσιακής αγοράς εξασφάλισε την τέλευταία έναντι των Βρετανών με τον πιο σαφή τρόπο, εξασφαλίζοντάς της παράλληλα και ωφέλειες από την εμπορική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου. Εξού και το πλατύ χαμόγελο του πρωθυπουργού Λίο Βαράντκαρ στη συνέντευξη τύπου της Πέμπτης 17 Οκτωβρίου.

Δεύτερον, ένα σημείο μάλλον αμοιβαία επωφελές, ο φόρος προστιθέμενης αξίας. Συμφωνήθηκε να διατηρηθεί ως έχει σήμερα σε όλα τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην ενιαία αγορά και παράλληλα να γίνουν σεβαστοί οι όροι του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την ψηφιακή ενιαία αγορά.

Περαιτέρω διευκρινίστηκε ότι η Βόρεια Ιρλανδία θα μπορεί τέσσερα χρόνια μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας να αποφασίσει – διά του κοινοβουλίου της – εάν επιθυμεί να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι παραπάνω ρυθμίσεις ή όχι.

Στη βρετανική πλευρά υπάρχουν πολλοί που βλέπουν τη συμφωνία ως λίγο λιγότερο κακή από την προηγούμενη, που είχε συνάψει η Τερέζα Μέι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα κείμενο ελαφρώς τροποποιημένο σε σύγκριση με το αρχικό. Όμως, τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά. Η κυβέρνηση Τζόνσον, δεδομένων και των αλλεπάλληλων αλλοπρόσαλλων δικών της χειρισμών, βρήκε απέναντί της έναν σκληρό συνασπισμό 27 κρατών και κυβερνήσεων, που κράτησαν επί της ουσίας άτεγκτη στάση. Εν τέλει, η συγκεκριμένη συμφωνία έμοιαζε εξαρχής ως η μόνη εφικτή συντεταγμένη διαδικασία εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση.

Δεν πρέπει όμως να υποτιμάται το «από εδώ και πέρα». Το αν και κατά πόσον η συμφωνία αυτή μπορεί να αποτελέσει εκκίνηση μιας νέας “winwin” εταιρικής σχέσης ανάμεσα σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο εμφανές δεν είναι σήμερα.

Εν πρώτοις, ο μεγάλος κίνδυνος για το τι μέλλει γενέσθαι με τους Ευρωπαίους πολίτες που ζουν, εργάζονται ή σπουδάζουν στο Ηνωμένο Βασίλειοπαραμένει σημαντικός. Η συμφωνία καλύπτει σε γενικές γραμμές τα δικαιώματά τους, όμως δεν πρέπει να λησμονεί κανείς ότι από νομικής άποψης οι άνθρωποι αυτοί θα θεωρούνται ουσιαστικά στο εξής πολίτες «τρίτων χωρών» και τυπικά δεν θα χαίρουν κανενός ιδιαίτερου δικαιώματος. Βεβαίως, η πρόσβαση των εν λόγω πολιτών στις παροχές του βρετανικού κοινωνικού κοινωνικού κράτους αντισταθμίζεται μέχρι σήμερα από τη σημαντικότατη συνεισφορά τους στην οικονομική και και κοινωνική ζωή της χώρας. Δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι δεν θα βρεθεί – εύκολα ή δύσκολα – ένα modus vivendi στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Πιο περίπλοκα και οπωσδήποτε πιο φλέγοντα είναι τα πράγματα στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Εδώ ηττημένη βγαίνει σαφώς η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούσε χωρίς αμφιβολία (μαζί με τη Γαλλία) την πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη κράτους μέλους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμμετοχή όλων των κρατών μελών της ΕΕ στο ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της συγκεκριμένης χώρας και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθιστούσε την τελευταία έναν υπερεθνικό οργανισμό με προοπτική ανάπτυξης στρατιωτικού βραχίoνα, σε αμεσομελλοντικό χρόνο. Είναι προφανές ότι όλα τα σχετικά σχέδια εγκαταλείπονται «πανηγυρικά» τη δεδομένη στιγμή και αυτό έχει ως συνέπεια την απομοίωση της στρατηγικής διάστασης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ, ιδίως ως προς τον προληπτικό και αποτρεπτικό της χαρακτήρα. Μένε να φανεί αν θα υπάρξει σχετική πρόοδος σε διμερές – οικονεί διακρατικό όμως πια – επίπεδο.

Τέλος, στον οικονομικό τομέα η συμφωνία δεν αποκλείεται να επιφέρει, μετά από ένα διάστημα, μiα σταθεροποίηση της κατάστασης, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπό την προϋπόθεση ότι το βρετανικό κοινοβούλιο θα την επικυρώσει, οι κλυδωνισμοί που ίσως επέλθουν δεν θα είναι σίγουρα μεγαλύτεροι από όσους ήδη βίωσαν οι Βρετανοί κατά τα τελευταία χρόνια της διαρκούς ανασφάλειας. Η αποχώρηση του κράτους από την εσωτερική αγορά και από τους δεσμευτικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – έστω και ελλείψει της ιδιότητας του μέλους της Ευρωζώνης – συνιστά ολοκληρωτική επιστροφή στην εθνική οικονομική κυριαρχία, που επί της ουσίας ποτέ δεν έπαυσε να είναι ζητούμενο για τους Βρετανούς. Για την Ευρώπη, η διαδικασία της οριστικής αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από τους κοινούς δημοσιονομικούς κανόνες θα αναδείξει αυτό που επί χρόνια πλέον αποτελεί τη Νο 1 έλλειψη του εγχειρήματος: Τη μη ολοκλήρωση της οικονομικής ένωσης. Η ανάγκη προώθησης και υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, που συχνότατα εξαγγέλλονται αλλά ουδέποτε υλοποιούνται – ολοκλήρωση τραπεζικής ένωσης, ενιαίο σύστημα φορολόγησης, ελάχιστες εγγύησης ασφαλιστικού συστήματος, κοινός υπουργός οικονομικών, νέες ευελιξίες ΕΚΤ κ.ο.κ. – θα έλθει ξανά στο ευρωπαϊκό τραπέζι, θέτοντας τους ηγέτες προ των ευθνών τους, με ορατούς πια τους κινδύνους νέων συστημικών προβλημάτων.

Εν κατακλείδι, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ποιος και αν κέρδισε ή έχασε ξεκάθαρα από τη συμφωνία. Μιλάμε εξάλλου για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος διαζυγίου ενός γάμου που κανείς εκ των δύο δεν ήθελε ουσιαστικά ποτέ να συναφθεί. ΟΟυίνστονΤσόρτσιλείχεδηλώσεικάποτε: “We are with Europe, but not of it”. Ιστορικά επιβεβαιώθηκε. Μένει να φανεί το σε πόσο μεγάλο βαθμό.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.