Αστάθεια στον μετασοβιετικό χώρο: ο πόλεμος στην Υπερδνειστερία (1992)

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +
του Γιάννη Χουλιάρα
Η Υπερδνειστερία, επισήμως Υπερδνειστεριακή Μολδαβική Δημοκρατία, αποτελεί ένα de facto ανεξάρτητο, μη αναγνωρισμένο κράτος στην ανατολική Ευρώπη. Είναι μια στενή λωρίδα γης στην ανατολική όχθη του ποταμού Δνείστερου, τοποθεσία από την οποία προέρχεται και το όνομά της, και στα ανατολικά της βρίσκεται η Ουκρανία, ενώ στην δυτική όχθη του ποταμού βρίσκεται η Μολδαβία, από την οποία έχει αποσχιστεί. Ελέγχει επίσης μια μικρή περιοχή στη δυτική όχθη του Δνείστερου. Πρωτεύουσά της είναι το Τιρασπόλ. Το 2018, ο πληθυσμός της έφτανε περίπου τους 503,000 κατοίκους, με τους Ρώσους και Ουκρανούς να αποτελούν περίπου το 59% του συνόλου, και τους Μολδαβούς το 32%.

Από τη ρωσική κατάκτηση έως τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου

Η ιστορία της Υπερδνειστερίας είναι ταυτισμένη τόσο με το ρωσικό όσο και με το μολδαβικό στοιχείο. Η περιοχή κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς τον 16ο αιώνα και παρέμεινε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι τον 18ο. Το 1792, με τη Συνθήκη του Ιασίου που τερμάτισε τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1787-1791, ο οποίος έληξε με νίκη της Ρωσίας, η Ρωσία επέκτεινε τα εδάφη της κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας μέχρι την ανατολική όχθη του Δνείστερου, ο οποίος κατέστη το σύνορο μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Η Υπερδνειστερία τέθηκε έτσι υπό ρωσικό έλεγχο. Το 1806 ξέσπασε νέος ρωσο-τουρκικός πόλεμος, που έληξε με τη νίκη της Ρωσίας και την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου το 1812. H συνθήκη επέτρεψε στη Ρωσία να επεκταθεί δυτικά του Δνείστερου και να προσαρτήσει την Βεσσαραβία, η οποία αποτελεί περίπου τη σημερινή Μολδαβία, περιοχή όπου κυριαρχούσε το ρουμανόφωνο στοιχείο.

Το σύγχρονο ρουμανικό κράτος ιδρύθηκε το 1862 και έγινε πλήρως ανεξάρτητο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1878. Η Ρουμανία εισήλθε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Το 1918, εκμεταλλευόμενη το χάος που προκλήθηκε από τη Ρωσική Επανάσταση, η Ρουμανία προσάρτησε την Βεσσαραβία, καθώς την θεωρούσε ως ιστορικό ρουμανικό έδαφος. Η Υπερδνειστερία, ωστόσο, παρέμεινε εντός της πλέον σοσιαλιστικής Ρωσίας,μετέπειτα  Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ). Η προσάρτηση της Βεσσαραβίας οδήγησε σε τεταμένες σχέσεις μεταξύ Ρουμανίας και ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με την ΕΣΣΔ να αποβλέπει στην επανάκτηση της περιοχής. Για το λόγο αυτό, η ΕΣΣΔ ίδρυσε το 1924 την Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία (ΑΣΣΔ) της Μολδαβίας, εντός της ΣΣΔ της Ουκρανίας. Η ΑΣΣΔ της Μολδαβίας αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τη σημερινή Υπερδνειστερία και πρωτεύουσα είχε το Τιρασπόλ. Προοριζόταν να λειτουργήσει ως το σοβιετικό «ορμητήριο» για την επανάκτηση της Βεσσαραβίας. Το 1926, ο πληθυσμός της μολδαβικής ΑΣΣΔ αποτελούνταν περίπου κατά 56% από Ρώσους και Ουκρανούς και κατά 30% από Μολδαβούς.

Το 1940, η ΕΣΣΔ κατόρθωσε τελικά να προσαρτήσει τη Βεσσαραβία, υπό τους όρους του γερμανο-σοβιετικού συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Στα εδάφη της Βεσσαραβίας οι Σοβιετικοί ίδρυσαν τη νέα ΣΣΔ της Μολδαβίας. Η ΑΣΣΔ της Μολδαβίας έπαψε να υπάρχει: η περιοχή της Υπερδνειστερίας εντάχθηκε στην ΣΣΔ της Μολδαβίας και τα υπόλοιπα εδάφη στην ΣΣΔ της Ουκρανίας. Λίγο αργότερα, η Ρουμανία εντάχθηκε στις δυνάμεις του Άξονα και συμμετείχε στην γερμανική εισβολή στην ΕΣΣΔ το 1941. Ως αντάλλαγμα, η Ρουμανία ανακατέλαβε την Βεσσαραβία και μια εκτεταμένη περιοχή στην νότια Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της Υπερδνειστερίας. Όμως μετά το τέλος του πολέμου και την ήττα του Άξονα, η περιοχή επανήλθε υπό σοβιετικό έλεγχο και αποκαταστάθηκαν τα σύνορα του 1940.

Ρώσος χωρικός τοποθετεί το πορτρέτο του Λένιν  σε ένα παλιό θρησκευτικό ημερολόγιο, το οποίο είναι τοποθετημένο στον τοίχο του σπιτιού του στο Kitzkani, 20χλμ από το Tiraspol, στην Υπερδνειστερία.

 

Από το τέλος του πολέμου μέχρι και την πτώση της ΕΣΣΔ τέθηκαν τα θεμέλια της μελλοντικής σύγκρουσης. Η Υπερδνειστερία εξελίχθηκε στην πιο βιομηχανοποιημένη και οικονομικά ανεπτυγμένη περιοχή της ΣΣΔ της Μολδαβίας. Μεγάλο μέρος της βιομηχανίας αποτελούσε κομμάτι της σοβιετικής αμυντικής βιομηχανίας. Η οικονομία της Υπερδνειστερίας είχε επομένως πολύ στενότερους δεσμούς με το «κέντρο» της ΕΣΣΔ, δηλαδή τη Ρωσία, και την Ένωση γενικότερα, παρά με την τοπική μολδαβική οικονομία. Επίσης, λόγω αυτών των στενών οικονομικών σχέσεων και της πληθυσμιακής υπεροχής των Ρώσων και των Ουκρανών (περίπου το 53,8% του συνολικού πληθυσμού, ενώ οι Μολδαβοί αποτελούσαν περίπου το 39,9%), η ρωσική γλώσσα κυριαρχούσε στην Υπερδνειστερία, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Μολδαβία. Στην περιοχή βρισκόταν επιπλέον η κύρια βάση του 14ου Σοβιετικού Στρατού, μίας εκ των σημαντικότερων στρατιωτικών μονάδων της ΕΣΣΔ στα Βαλκάνια. Η  Υπερδνειστερία ανέπτυξε επομένως μια ρωσική ταυτότητα και οι κάτοικοί της, ιδίως η ελίτ, ταυτίζονταν πολύ περισσότερο με τη Ρωσία και την ΕΣΣΔ ευρύτερα παρά με τη Μολδαβία, στην οποία ήταν ενταγμένοι.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η εθνικιστική αντιπαράθεση

Η εφαρμογή της πολιτικής της φιλελευθεροποίησης από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ κατά τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου επέφερε εθνικιστικές εξάρσεις σε διάφορες περιοχές της ΕΣΣΔ, οι οποίες εκφράστηκαν πλέον χωρίς περιορισμούς. Η ίδια διαδικασία έλαβε χώρα και στη ΣΣΔ της Μολδαβίας. Σε αντίθεση με άλλες σοβιετικές περιφέρειες ωστόσο, το εθνικιστικό κίνημα της Μολδαβίας, το Μολδαβικό Λαϊκό Μέτωπο (ΜΛΚ), υποστήριζε όχι απλώς την εθνική ανεξαρτησία, αλλά την ιδέα της ένωσης της Μολδαβίας με τη Ρουμανία, την επιστροφή δηλαδή στα σύνορα της περιόδου 1918-1940. Η ένταξη στη Ρουμανία είχε ευρύτατη απήχηση τόσο στην ίδια τη Μολδαβία όσο και στη Ρουμανία. Αν και στη πραγματικότητα το ενδεχόμενο αυτό ήταν εξαρχής μάλλον απίθανο, λόγω της πολιτικής αστάθειας που προέκυψε στη Ρουμανία μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Νικολάε Τσαουσέσκου το 1989, η δημοφιλία του αιτήματος της ένωσης και η προοπτική μιας Μεγάλης Ρουμανίας ανησύχησαν τους μη μολδαβικούς πληθυσμούς της Μολδαβίας και δημιούργησαν ένα τεταμένο κλίμα.

Τον Αύγουστο του 1989, μέσα στο γενικότερο εθνικιστικό κλίμα, το Ανώτατο Σοβιέτ της Μολδαβίας ενέκρινε μια σειρά νόμων οι οποίοι κατέστησαν τη μολδαβική/ρουμανική γλώσσα, με το λατινικό αλφάβητο, επίσημη γλώσσα του κράτους. Οι ρωσόφωνοι κάτοικοι της Υπερδνειστερίας αντέδρασαν έντονα. Τον ίδιο μήνα διοργανώθηκαν μεγάλες απεργίες, με κύριο αίτημα την κατάργηση των νόμων αυτών, που οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούσαν πως επέβαλαν διακρίσεις σε βάρος τους. Άρχισε επίσης να γίνεται δημοφιλής η άποψη πως η Υπερδνειστερία οφείλει να διεκδικήσει κάποιας μορφής αυτονομία. Λόγω της κυριαρχίας της ρωσικής γλώσσας, οι κάτοικοι της Υπερδνειστερίας αυτοπροσδιορίζονταν πολιτισμικά περισσότερο ως Ρώσοι παρά ως Μολδαβοί. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η οικονομία της Υπερδνειστερίας, λόγω του υψηλού βαθμού εκβιομηχάνισης, ήταν εξαρτημένη από τους δεσμούς της με τη Ρωσία και την ευρύτερη σοβιετική οικονομία και δεν ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένη με την τοπική μολδαβική οικονομία.Επομένως, η αποκοπή από την ΕΣΣΔ και τη Ρωσία θα έβλαπτε οικονομικά την Υπερδνειστερία. Επίσης, οι ρωσόφωνοι κάτοικοί της φοβούνταν πως θα γίνονταν στόχος διακρίσεων εντός ενός ανεξάρτητου μολδαβικού κράτους, ή ακόμα χειρότερα, μιας Μεγάλης Ρουμανίας.

Παρ΄ όλα αυτά, οι τοπικοί ηγέτες από την Υπερδνειστερία εξακολουθούσαν να είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν στις πολιτικές διαδικασίες εντός της Μολδαβίας. Για να προωθήσουν τα αιτήματά τους, οι κάτοικοι δημιούργησαν τον Αύγουστο του 1989 το «Ενωμένο Συμβούλιο Εργατικών Συλλόγων» (ΕΣΕΣ). Στις εκλογές για το Ανώτατο Σοβιέτ της Μολδαβίας τον Φεβρουάριο του 1990, το ΕΣΕΣ κέρδισε τις περισσότερες έδρες που αντιστοιχούσαν στην Υπερδνειστερία, ενώ τη πρώτη θέση κατέλαβε το εθνικιστικό ΜΛΚ. Σύντομα όμως, οι αντιπρόσωποι του ΕΣΕΣ κατήγγειλαν πράξεις βίας εναντίον τους από Μολδαβούς εθνικιστές και αποσύρθηκαν από το μολδαβικό Ανώτατο Σοβιέτ. Τον Ιούνιο, το Ανώτατο Σοβιέτ, ελεγχόμενο από το ΜΛΚ, ανακήρυξε τη Μολδαβία κυρίαρχο κράτος εντός της ΕΣΣΔ. Σε απάντηση, μια συνέλευση στο Τιρασπόλ ανακήρυξε την Υπερδνειστερία σοβιετική δημοκρατία ξεχωριστή από τη Μολδαβία, ως «Μολδαβική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Δνείστερου». Οι ηγέτες της Υπερδνειστερίας θεώρησαν την ανακήρυξη αυτή ως επαναφορά της ΑΣΣΔ της Μολδαβίας της περιόδου 1924-1940.

Η ανακήρυξη της αυτονομίας της Υπερδνειστερίας όξυνε περαιτέρω το ήδη τεταμένο κλίμα εντός της Μολδαβίας. Στα τέλη του Νοεμβρίου του 1990, βίαιες συμπλοκές άρχισαν να λαμβάνουν χώρα μεταξύ οπαδών του ΜΛΚ και παραστρατιωτικών ομάδων από την Υπερδνειστερία, οι οποίες εξοπλίστηκαν από τον 14ο Σοβιετικό Στρατό που βρισκόταν στην περιοχή. Αν και επισήμως ο σοβιετικός στρατός τηρούσε ουδέτερη στάση, πολλοί αξιωματικοί έκλιναν προς τη πλευρά των αποσχιστών, λόγω της φιλοσοβιετικής και φιλορωσικής τους στάσης και του γεγονότος πως αρκετοί εξ αυτών των αξιωματικών ήταν ντόπιοι. Οι συμπλοκές αυτές ενίσχυσαν για τους κατοίκους της Υπερδνειστερίας την αντίληψη πως ήταν επείγουσα για την ασφάλειά τους η απόκτηση ανεξαρτησίας. Ο Γκορμπατσόφ επιχείρησε να παρέμβει και να κατευνάσει τις αντιμαχόμενες πλευρές, ωστόσο δεν μπορούσε πλέον να ασκήσει αποτελεσματική πίεση λόγω της κρίσιμης κατάστασης της ΕΣΣΔ.

Τον Αύγουστο του 1991, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Γκορμπατσώφ, η Μολδαβία κήρυξε την ανεξαρτησία της από την ΕΣΣΔ. Η Υπερδνειστερία απάντησε τον ίδιο μήνα με την ανακήρυξη της απόσχισής της από τη Μολδαβία ως μέρος της ΕΣΣΔ, υπό τον ονομασία «Υπερδνειστεριακή Μολδαβική Δημοκρατία». Αποσχιστικές παραστρατιωτικές ομάδες κατέλαβαν στρατηγικά σημεία στην Υπερδνειστερία, με την ανεπίσημη υποστήριξη των Σοβιετικών στρατιωτών, και τον Σεπτέμβριο του 1991 ιδρύθηκαν επισήμως στρατιωτικοί σχηματισμοί για την προστασία της αυτονομίας της περιοχής, μεγέθους περίπου 12,000 ανδρών.Ενισχύονταν επίσης από εθελοντές. Οι κάτοικοι επιβεβαίωσαν την απόσχιση της Υπερδνειστερίας στο δημοψήφισμα που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο. Μία εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα, στην Υπερδνειστερία διοργανώθηκαν προεδρικές εκλογές, ως απάντηση στις αντίστοιχες εκλογές που λάμβαναν χώρα στη Μολδαβία. Πρόεδρος εξελέγη ο Igor Smirnov, ο οποίος είχε συλληφθεί τον Αύγουστο από τις σοβιετικές αρχές για ανάμειξη στο πραξικόπημα, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος. Η ΕΣΣΔ διαλύθηκε τον ίδιο μήνα, με την Υπερδνειστερία να γίνεται πλέον πλήρως ανεξάρτητο κράτος.

Και στις δύο πλευρές είχε πλέον επικρατήσει πολεμικό κλίμα. Στα τέλη του 1991 και στις αρχές του 1992 οι μολδαβικές αρχές επιχείρησαν να αποκτήσουν εκ νέου τον έλεγχο στην Υπερδνειστερία, ανακτώντας κρίσιμα κρατικά όργανα όπως την αστυνομία και τα δικαστήρια. Σε απάντηση, οι αρχές της Υπερδνειστερίας προέβησαν σε εκκαθαρίσεις των σωμάτων ασφαλείας από ύποπτα φιλο-μολδαβικά στοιχεία. Η επιθετική διάθεση που επέδειξαν αμφότερες πλευρές αύξανε διαρκώς την ένταση, και τον Μάρτιο του 1992 οι συμπλοκές κλιμακώθηκαν σε εμπόλεμη σύγκρουση.

Ο πόλεμος και η εξωτερική παρέμβαση

 

Ο πόλεμος ξέσπασε τον Μάρτιο του 1992. Η μολδαβική κυβέρνηση επιδίωκε την συντριβή των αποσχιστών και την επαναφορά της Υπερδνειστερίας υπό το έλεγχό της. Οι μάχες διεξήχθησαν κυρίως κοντά στις όχθες του Δνείστερου, καθώς ο μολδαβικός στρατός επιχειρούσε να καταλάβει τα σημεία διάβασης από τη δυτική προς την ανατολική όχθη προκειμένου να μεταβεί στην Υπερδνειστερία.

Η εξωτερική παρέμβαση έλαβε χώρα ήδη από το ξεκίνημα του πολέμου. ΗΡουμανία παρείχε στη Μολδαβία όπλα, πυρομαχικά και οχήματα, καθώς και στρατιωτικούς συμβούλους. Ρουμάνοι εθελοντές πολέμησαν επίσης στο πλευρό των μολδαβικών δυνάμεων. Το αίτημα για προσάρτηση της Μολδαβίας είχε ευρύτατη απήχηση εντός της Ρουμανίας, και αυτό πιθανώς, σε συνάρτηση με τον φόβο για μετάδοση της αστάθειας εντός της Ρουμανίας, ώθησε την κυβέρνηση να υποστηρίξει τη μολδαβική πλευρά. Ωστόσο, λόγω της πολιτικής ρευστότητας και της αντιπαράθεσης εντός της ρουμανικής κυβέρνησης, η Ρουμανία δεν επενέβη άμεσα στον πόλεμο. Καθώς προείχαν η σταθεροποίηση και η ομαλότητα, η εδαφική διεύρυνση τέθηκε σε δεύτερη μοίρα.

Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, υιοθέτησε μια πιο ενεργητική πολιτική. Λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, η ρωσική κυβέρνηση είχε εγκρίνει την μεταφορά εξοπλισμού και προσωπικού από τον 14ο Σοβιετικό Στρατό στους αποσχιστές. Τον Απρίλιο, όταν ο πόλεμος είχε πλέον ξεκινήσει, ο πρόεδρος Boris Yeltsin με διάταγμα έθεσε τον 14ο Σοβιετικό Στρατό και επίσημα υπό ρωσικό έλεγχο, καθιστώντας τον πλέον τον 14ο Ρωσικό Στρατό. Αν και ο Yeltsin ήταν αρχικά μάλλον αδιάφορος για τις εξελίξεις στην περιοχή, το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας και το Ανώτατο Σοβιέτ της Ρωσίας υποστήριξαν ένθερμα την επέμβαση και την παροχή βοήθειας στους αποσχιστές.

Όπως και στην περίπτωση της Αμπχαζίας, στόχος της Ρωσίας ήταν να διατηρήσει την επιρροή της στη Μολδαβία και να την αποτρέψει από την πιθανή ένωση με τη Ρουμανία, καθώς η τελευταία είχε ήδη αρχίσει να προσεγγίζει τις δυτικές δυνάμεις. Μια φιλοδυτική Μεγάλη Ρουμανία κρινόταν απειλητική για τα ρωσικά συμφέροντα, καθώς θα μείωνε περαιτέρω την επιρροή της Ρωσίας στην πρώην σοβιετική περιφέρεια. Άλλωστε η μολδαβική κυβέρνηση απαιτούσε, μετά την ανεξαρτησία, την απομάκρυνση του ρωσικού στρατού από το έδαφός της. Υποστηρίζοντας, επομένως, τους φιλορώσους αποσχιστές της Υπερδνειστερίας, η Ρωσία θα μπορούσε να διατηρήσει τη στρατιωτική της παρουσία και κατά συνέπεια την επιρροή της στη Μολδαβία.

Στα τέλη Ιουνίου, μετά την κατάληψη νευραλγικών στρατηγικών σημείων, οι μολδαβικές δυνάμεις φαίνονταν να έχουν αποκτήσει το πάνω χέρι. Η επικείμενη ήττα των αποσχιστών, ωστόσο, ώθησε τη Μόσχα να παρέμβει άμεσα στη σύγκρουση. Από τις 23 Ιουνίου, έχοντας λάβει εντολή από τη ρωσική κυβέρνηση, ο 14ος Ρωσικός Στρατός ανέλαβε δράση. Οι ρωσικές δυνάμεις διάβηκαν τον Δνείστερο, και με σφοδρούς βομβαρδισμούς συνέτριψαν τον μολδαβικό στρατό κατά τις επόμενες μέρες και τον υποχρέωσαν να απομακρυνθεί από την Υπερδνειστερία.

Ο Alexander Lebed σε επιμνημόσυνη δέηση για τα θύματα του πολέμου Albert Simanovsky/ITAR-TASS

 

Ο επικεφαλής των ρωσικών δυνάμεων, στρατηγός Alexander Lebed, ανακοίνωσε πως επίσημη διαταγή του ήταν να αναγκάσει και τις δύο πλευρές να διακόψουν τις εχθροπραξίες και να καταλήξουν σε συμβιβασμό. Όμως, παρόλο που σύμφωνα με τον Lebed οι ρωσικές δυνάμεις θα τηρούσαν «ουδέτερη στάση», επιτέθηκαν μόνο εναντίον των Μολδαβών και λειτούργησαν ουσιαστικά ως εγγυητές της απόσχισης και της ανεξαρτησίας της Υπερδνειστερίας, στις δυνάμεις της οποίας είχαν άλλωστε προσφέρει στήριξη και πριν την έναρξη του πολέμου.

Στις 21 Ιουλίου, η ηττημένη Μολδαβία υπέγραψε συνθήκη ανακωχής με τη Ρωσία.Δημιουργήθηκε μια ζώνη ασφαλείας κατά μήκος του Δνείστερου, στην οποία εγκαταστάθηκαν στρατιωτικές δυνάμεις επιτήρησης και διατήρησης της ειρήνης από τη Ρωσία, τη Μολδαβία και την Υπερδνειστερία. Η πλειοψηφία των στρατιωτών προερχόταν από τη Ρωσία και τους αποσχιστές, δίνοντας επομένως στη Ρωσία τον έλεγχο της περιοχής και διαχωρίζοντας τη Μολδαβία από την Υπερδνειστερία. Το Ανώτατο Σοβιέτ της Ρωσίας ενέκρινε τη ρωσική στρατιωτική παρουσία, με ψήφισμα στο οποίο κατηγορούσε τη Μολδαβία για «γενοκτονία» σε βάρος της Υπερδνειστερίας. Η ήττα των μολδαβικών δυνάμεων ενθάρρυνε την ηγεσία της Υπερδνειστερίας να υιοθετήσει μια σειρά μέτρων τα οποία επιβεβαίωσαν την de facto ανεξαρτησία της περιοχής. Εγκρίθηκαν νόμοι σχετικά με την κρατική υπηκοότητα, τη δημόσια διοίκηση και τα σώματα ασφαλείας και συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση οι αντι-μολδαβικές εκκαθαρίσεις.

Συνέπειες

Οι υπολογισμοί για τους νεκρούς του πολέμου κυμαίνονται από μερικές εκατοντάδες έως περίπου 1,000 ανθρώπινες απώλειες. 80,000-100,000 άνθρωποι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο διαμονής τους. Η Υπερδνειστερία κατέστη de facto ανεξάρτητο κράτος, αν και δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα άλλο και βρίσκεται υπό ισχυρή ρωσική επιρροή.Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον πόλεμο, η κυβέρνηση της Υπερδνειστερίας εφάρμοσε μια πολιτική εκρωσισμού και εκκαθάρισης των μολδαβικών στοιχείων. Η Ρωσία με την παρέμβασή της απέτρεψε μια πιθανή ένωση Ρουμανίας και Μολδαβίας και διατήρησε την στρατιωτική παρουσία και την επιρροή της στη Μολδαβία, αποτρέποντάς την μέχρι σήμερα από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και άλλους δυτικούς θεσμούς. Το 1995, το ρωσικό κοινοβούλιο ενέκρινε νόμο ο οποίος απαγορεύει την απομάκρυνση του 14ου Ρωσικού Στρατού από την Υπερδνειστερία. Ο ρωσικός στρατός παραμένει μέχρι σήμερα στην Υπερδνειστερία, λειτουργώντας ως μοχλός πίεσης της Ρωσίας επί της Μολδαβίας, και το ζήτημα της Υπερδνειστερίας διατηρείται  ανοιχτό, καθώς οι δύο πλευρές αδυνατούν να έρθουν σε συμβιβασμό.

Βιβλιογραφία

  1. Adam, V. (2017). Romanian involvement in the Transnistrian War: Geopolitical Ambition or Fear of Instability?. [ebook]Leiden: University of Leiden. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  2. Encyclopedia Britannica. (1998). Bessarabia. [online]Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  3. Köller, A. (2018). The conflict in Transnistria: historical roots and perspectives for resolution. [ebook]St. Petersburg: Nationalism in Soviet Union and Post-Soviet Russia. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  4. Kolstø, P. and Malgin, A. (1998). The Transnistrian Republic: A Case of Politicized Regionalism. Nationalities Papers: The Journal of Nationalism and Ethnicity, [online]26(1). Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  5. Lof, R. (2016). Russia’s Diaspora Politics and the Transnistrian Conflict: A Conflict Problematizing Tool that Seeks to Preserve Russian Security and Economic Interests in Transnistria and Moldova. [ebook]University of Amsterdam. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  6. Presidential Library. (1972). Russia and Turkey Sign the Treaty of Jassy. [online]Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  7. Rogstad, A. (2016). The next Crimea? getting Russia’s Transnistria policy right. [ebook]London: LSE. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  8. Sprague, A. (2015). Russian Meddling In Its Near Abroad. The Use of Frozen Conflicts as a Foreign Policy Tool. [ebook]Institut Barcelona Estudis Internacionals. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  9. Srebrnik, H. (2017). The frozen conflict between Moldova and Transnistria. [online]The Guardian. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
  10. Vahl, M. and Emerson, M. (2004). Moldova and the Transnistrian Conflict. [ebook]European Centre for Minority Issues. Available here: [Accessed 1 Sep. 2019].
Κοινοποίηση


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.