Εξεταστική Επιτροπή; Όχι ευχαριστώ!

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Παύλου Τσίμα

Φανταστείτε την σκηνή: Η Βουλή συνεδριάζει για να αποφασίσει αν θα παραπέμψει έναν πρώην πρωθυπουργό και τρεις πρώην υπουργούς στο ειδικό δικαστήριο, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας. Η στιγμή είναι δραματική, αλλά κανείς δεν διαδηλώνει έξω από το κτίριο. Οι ομιλητές εναλλάσσονται στο βήμα, αλλά κανείς δεν ανεβάζει τον τόνο της φωνής, κανείς από τους βουλευτές δεν χειροκροτεί ή αποδοκιμάζει. Η συζήτηση διαρκεί μία ώρα. Κι έπειτα αρχίζει η ψηφοφορία. Οι τρεις υπουργοί απαλλάσσονται, ο πρώην πρωθυπουργός παραπέμπεται με τρεις ψήφους διαφορά. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την λήξη της συνεδρίασης και όλοι αποχωρούν ησύχως.

Ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας; Κι όμως συνέβη ακριβώς έτσι. Παρακολούθησα την συνεδρίαση αυτή, μέσα στην αίθουσα της Βουλής, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010. Δεν ήταν βέβαια η ελληνική Βουλή. Ήταν η Βουλή της Ισλανδίας, η Αλτίνγκι.

Θα μπορούσε να αποδώσει κανείς την ασυνήθιστη ηρεμία μιας τόσο φορτισμένης στιγμής, στον χαρακτήρα των Ισλανδών, στην Σκανδιναβική ψυχρότητα μιας χώρας που ζει στα όρια του αρκτικού κύκλου. Αλλά όχι. Η εξήγηση δεν βρίσκεται στο Ισλανδικό DNA, βρίσκεται στην διαδικασία που είχε προηγηθεί.

Τα πράγματα έγιναν κάπως έτσι: Η Ισλανδία ήταν η πρώτη χώρα που χρεοκόπησε, λίγες μέρες μετά την πτώση της Leeman brothers, τον Σεπτέμβριο του 2008. Οι τρεις συστημικές τράπεζες κατέρρευσαν μέσα σε μια νύχτα. Το εθνικό νόμισμα υποτιμήθηκε 50%, οι άνθρωποι είδαν αποταμιεύσεις, εισοδήματα και αξίες να γίνονται καπνός. Εξοργισμένοι βγήκαν στους δρόμους, χτυπώντας κατσαρόλες- οι πρώτες διαδηλώσεις στην ιστορία της χώρας. Εν μέσω διαδηλώσεων το ΔΝΤ κατέπλευσε στο Ρέυκιαβικ. Υπό την πίεση της λαϊκής οργής, η Βουλή αποφάσισε να συγκροτήσει εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει τις αιτίες της χρεοκοπίας. Αλλά δεν ήταν μια συνηθισμένη εξεταστική επιτροπή της Βουλής, με βουλευτές να παριστάνουν τους ανεξάρτητους κριτές και με την κομματική σκοπιμότητα να ακυρώνει εξ αρχής την αναζήτηση της αλήθειας. Ήταν μια ανεξάρτητη επιτροπή, με επικεφαλής τρία πρόσωπα υπεράνω υποψίας- έναν ανώτατο δικαστή, τον Συνήγορο του Πολίτη και μια οικονομολόγο, καθηγήτρια στο Yale, που επαναπατρίστηκε για να δουλέψει στην επιτροπή. Η επιτροπή προσέλαβε ειδικευμένο προσωπικό, 30 άτομα ήταν η συνολική της δύναμη, είχε πλήρη ανακριτικά δικαιώματα, μπορούσε να άρει το τραπεζικό απόρρητο οποιουδήποτε και να προσάγει βιαίως όποιον μάρτυρα αρνείτο να καταθέσει.

Οι εργασίες ήταν κεκλεισμένων των θυρών, καμία απολύτως διαρροή δεν έφθασε στα ΜΜΕ, κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν είχε πρόσβαση στην έρευνα. Και ξαφνικά, μια Δευτέρα πρωί, τον Απρίλιο του 2010, η χώρα κράτησε την ανάσα της. Η επιτροπή ανακοίνωσε ξαφνικά ότι το πόρισμα είναι έτοιμο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η κυβέρνηση και οι υπουργοί το διάβασαν ταυτόχρονα με τον τελευταίο πολίτη της χώρας. Ήταν ένα βαρύ κείμενο 2600 σελίδων. Οι καλύτεροι ηθοποιοί της χώρας το απήγγελαν, στο εθνικό θέατρο, σε μια κατάμεστη αίθουσα επί τέσσερις ημέρες. Το πόρισμα τεκμηρίωνε τις αιτίες της κρίσης- την φούσκα των τραπεζών που 20πλασίασαν τον όγκο τους μέσα σε επτά χρόνια, τον ασυλλόγιστο δανεισμό, τα off shore κόλπα, τα αιμομικτικά σχήματα όπου οι βασικοί μέτοχοι των τραπεζών δανείζονταν από τις τράπεζές τους για να αγοράζουν μετοχές τους ή για να επενδύουν σε φούσκες πάνω σε φούσκες. Και προπάντων την εγκληματική αμέλεια των πολιτικών αρχών και την νέκρωση των ελεγκτικών μηχανισμών. Το πόρισμα έφερε ένα είδος κάθαρσης στο ισλανδικό δράμα. Και διέλυσε όλους τους μύθους, πως η χρεοκοπία ήταν έργο ξένων δυνάμεων, σκοτεινών κύκλων, βρετανικών συμφερόντων, όπως ένα μεγάλο μέρος της ισλανδικής κοινωνίας πίστευε ως τότε. Η κρίση ήταν γηγενής. Και είχε ενόχους.

Είχα την τύχη να μιλήσω με μέλη εκείνης της εξεταστικής επιτροπής, με τους υπουργούς που κατηγορήθηκαν και με βουλευτές που πήραν μέρος στην ψηφοφορία. Ανατρέχω στην Ισλανδική εμπειρία, κάθε φορά που ανοίγει- όπως πάλι, τώρα- μια συζήτηση για εξεταστικές επιτροπές στην δική μας Βουλή, στην απαλλαγμένη από τους πάγους του βορρά, ηλιόλουστη χώρα μας.
Στην κοινοβουλευτική ιστορία της μεταπολίτευσης έχουν γίνει κοντά 50 προτάσεις για εξεταστικές επιτροπές της Βουλής. Περίπου το ένα τρίτο έχουν γίνει δεκτές.

Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε μία που να έφερε αποτέλεσμα, που να κατέληξε έστω σε πόρισμα κοινά αποδεκτό, που να άφησε πίσω της κάτι περισσότερο από μια τρύπα στο νερό. Μοιραίο, σε ένα πολιτικό σύστημα όπου οι βουλευτές είναι πρώτα του κόμματος και μετά του έθνους, όπου η κομματική σκοπιμότητα δικαιολογεί, ως περίπου αυτονόητη, την κακοποίηση της αλήθειας. Και σ ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, όπου ακόμη και σε μια ειδική διαδικασία όπως οι εξεταστικές επιτροπές, τους βουλευτές που θα μετέχουν τους διαλέγει ο αρχηγός του κόμματος, με μόνο κριτήριο την προθυμία τους να ακολουθήσουν την «γραμμή». Μπορεί να αλλάξει αυτό; Μακάρι. Αλλά δεν το βλέπω. Και για αυτό, υποστηρίζω πως, αν δεν μπορούμε να κάνουμε σωστά, με εγγυήσεις ανεξαρτησίας, όπως οι Ισλανδοί, μια κοινοβουλευτική διαδικασία διερεύνησης, πολύ περισσότερο ποινικής διερεύνησης, καλύτερα να μην την κάνουμε καθόλου. Ας αφήσουμε τους δικαστές να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Έχει ένα τίμημα αυτό: Οι Ισλανδοί έχουν μια λίγο-πολύ κοινή απάντηση στο ερώτημα γιατί και πως η χώρα τους οδηγήθηκε από την ευημερία στην άβυσσο της κρίσης. Εμείς όχι.

Για την ιστορία: Ο πρωθυπουργός, που κυβερνούσε στα χρόνια της φούσκας που έσκασε στα χέρια του, δικάστηκε από το ειδικό δικαστήριο τον Μάρτιο του 2012. Βρέθηκε ένοχος για ένα αδίκημα, αλλά το δικαστήριο δεν του επέβαλε ποινή. Προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά της απόφασης, αλλά έχασε την δίκη. Μετά το τέλος της κρίσης, το κόμμα του οποίου ήταν αρχηγός κέρδισε ξανά τις εκλογές. Εκείνος ορίστηκε πρεσβευτής της Ισλανδίας στην Ουάσιγκτον. Βλέπετε, κανείς δεν είναι τέλειος…

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.