Η απόφαση του ΣτΕ αναφορικά με το μάθημα των θρησκευτικών και η Ελληνική Ιστορία και Παράδοση

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Κωνσταντίνου Κομνηνού

Φοιτητή Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Προσφάτως, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική την υπ’ αριθμόν 143575/Δ2/7.9.2016 απόφαση του τ. Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Γαβρόγλου, με αποτέλεσμα να προκληθούν αντιδράσεις από μέρος των στελεχών της προηγούμενης Κυβέρνησης και από μερίδα της κοινής γνώμης. Ωστόσο, θεωρώ ότι πριν οποιοσδήποτε υποπέσει στον πειρασμό να κρίνει τους δικαστές οφείλει να κατανοήσει το σκεπτικό της απόφασης, τον θεσμικό ρόλο των Δικαστών αλλά και την ιστορική παράδοση του Ελληνικού Έθνους, που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση του Συντάγματος.

Καταρχήν, το ΣτΕ έκρινε ότι η υπουργική απόφαση προσκρούει στο Άρθρο 16, παρ. 2 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η παιδεία ως βασική αποστολή του κράτους αποσκοπεί «στην ανάπτυξη την εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων» και λαμβάνοντας υπόψη την αναγνώριση από τον συνταγματικό νομοθέτη ως επικρατούσας θρησκείας αυτής της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας θεωρεί ότι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης αναφέρεται πρωτίστως σε αυτήν.

Η προσβολή εδώ έγκειται στο γεγονός πως από το πρόγραμμα σπουδών φαλκιδεύεται ο σκοπός που προβλέπεται στην συνταγματική διάταξη. Και συνεχίζει πως αντίκειται και στο Άρθρο 13 παρ.1 που αναφέρεται στο απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης, καθώς και στο Άρθρο 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ βάσει της οποίας κάθε κράτος υποχρεούται να σέβεται το δικαίωμα «των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις». Και εδώ αυτό συμβαίνει γιατί με την σύγχυση, που προκαλεί το πρόγραμμα σπουδών και τον επιδιωκόμενο δι’ αυτού σκοπού του αναστοχασμού των μαθητών κλονίζεται η ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση ατόμων, που δεν έχουν αναπτύξει ακόμη κριτική αντίληψη και δεν έχουν την απαιτούμενη ωριμότητα. Και η απόφαση κλείνει με το γεγονός της σύγκρουσης προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητάς (Άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος) και προς το Άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το Άρθρο 9) της ΕΣΔΑ, διότι στερεί από τους μαθητές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η νομοθεσία όπως έχει εκτεθεί προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεως τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών), μάλιστα δε από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα.

Αφού, εξετέθη εν συντομία το σκεπτικό των δικαστών του ΣτΕ εδώ είναι ανάγκη να αναφερθεί μια ερμηνευτική αρχή που γίνεται αποδεκτή από την ελληνική νομική θεωρία, την αρχή της λειτουργικής ορθότητας. Βάσει αυτής της αρχής το κάθε όργανο οφείλει να περιορίζεται στην λειτουργία που του αναθέτει το σύνταγμα και να μην υπεισέρχεται στην σφαίρα δικαιοδοσίας άλλων οργάνων. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν δικαιούται να αλλάξει το γράμμα του Συντάγματος το οποίο θέτει και όρια στην ερμηνεία αλλά αυτό εναπόκειται αποκλειστικά στον αναθεωρητικό νομοθέτη βάσει των όσων προβλέπει το άρθρο 110 του Συντάγματος και για αυτόν τον λόγο οι διαφωνούντες πολιτικά ας στρέψουν τα βέλη τους στους πολιτικούς που ασκούν την νομοθετική εξουσία και είναι υπεύθυνοι για την αναθεώρηση του Συντάγματος και όχι στους δικαστές που είναι ερμηνευτές των κανόνων της έννομης τάξης.

Με αφορμή τα παραπάνω μας δίνεται η ευκαιρία να αναλογιστούμε την ιδιάζουσα ως προς τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο Ελληνική ιστορία και παράδοση και τον ρόλο τους στην διαμόρφωση των διατάξεων του Συντάγματος.

Ανατρέχοντας στην ιστορία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, παρατηρούμε μια συνεχή διαπάλη ανάμεσα στην κοσμική και εκκλησιαστικήαρχή που εκφράζεται από τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα αντίστοιχα, και που στα χρόνια των Παλαιολόγων άρχισε να λαμβάνει την μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στο Εθνικό και στο Χριστιανικό στοιχείο.

Η Οθωμανική κατάκτηση, ωστόσο, ανέστειλε ειδικά κατά τους πρώτους αιώνες αυτή την διαδικασία. Η αφύπνιση της Ελληνικής εθνικής συνείδησης θα λάβει μαζικό χαρακτήρα και δεν θα περιοριστεί σε μέλη της ανώτερης τάξης, όπως τον καιρό του Παλαιολόγων (βλ. Γεώργιος Πλήθων, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κ.α.), κατά τον 17ο αιώνα μη ερχόμενη όμως σε ρήξη με την Εκκλησία.

Αντιθέτως, στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Γαλλία η εθνικοφιλελεύθερη επανάσταση που καθοδηγήθηκε από την αστική τάξη το 1789 θα καθιερώσει την αρχή της laïcité, τουτέστιν την πλήρη διάκριση Εκκλησίας και Κράτους, καθώς η Εκκλησία έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην νομιμοποίηση της societas civilis (δηλαδή την αστική μεσαιωνική κοινωνία και τις ιεραρχικές σχέσεις που την χαρακτήριζαν). Με την επανάσταση του 1821 και την έστω σε πολλές περιπτώσεις έμμεση συμμετοχή της Εκκλησίας καθώς και η εκπροσώπηση και διοίκηση των Ελλήνων μέσω του Χριστιανικού μιλλέτ προς την Οθωμανική Εξουσία θα οδηγήσει στην διαμόρφωση μιας παράδοσης που έφερε κοντά το Ελληνικό Κράτος και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι καλλιεργήθηκε μια προνομιακή σχέση ανάμεσα στις δύο οντότητες και ως εκ τούτου η υιοθέτηση στην πορεία της αρχής της ανεξιθρησκείας, στα πλαίσια ενός μιμητικού προς την Δύση πνεύματος κάποιων επιφανών προσωπικοτήτων (σημαντικός ήταν εδώ και ο ρόλος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που είναι σε μεγάλο βαθμό μιμητικός) δεν έφτασε στα ακραία όρια της με την καθιέρωση και στην Ελλάδα της αρχής της laïcité , καθώς θα συναντούσε ισχυρές αντιστάσεις.

Κλείνοντας λοιπόν, θεωρώ ότι η κριτική πρέπει να γίνεται πάντα με προσοχή και στην ανάλυση είναι καλό να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας τα οποία διαμορφώνονται εν πολλοίς και από τις ιστορικές περιστάσεις.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.