Η μάλλον άγνωστη, αναπτυξιακή πλευρά του κοινωνικού τουρισμού*

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Κωνσταντίνου Ι. Κακουδάκη

Λέκτορα στη Διαχείριση Τουρισμού και Φιλοξενίας – University of Central Lancashire, Cyprus Campus

Ο κοινωνικός τουρισμός, ή «τουρισμός των φτωχών», όπως οι περισσότεροι από μας τον αντιλαμβανόμαστε, είναι μια μορφή τουρισμού που παραμένει στο περιθώριο και τυγχάνει μιας πολύ σύντομης δημοσιότητας, συνήθως στα μέσα του καλοκαιριού, όταν και ξεκινά η διάθεση των σχετικών δελτίων κοινωνικού τουρισμού από τους αρμόδιους φορείς (π.χ. ΟΑΕΔ). Η αντιδημοφιλία του οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι εν αντιθέσει με άλλες μορφές τουρισμού, δεν εμφανίζεται να έχει ιδιαίτερες προοπτικές, αφού από την φύση του δεν εστιάζει στην κερδοφορία και στην τουριστική ανάπτυξη, τουλάχιστον όπως η κοινή γνώμη, το κράτος και οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται αυτούς τους όρους. Πρόκειται για μία ήπια μορφή τουρισμού που έχει ως πρωταρχικό στόχο να δώσει σε κοινωνικά και οικονομικά ευπαθείς ομάδες τη δυνατότητα να κάνουν διακοπές. Είναι λοιπόν μια μορφή κοινωνικής πρόνοιας, η οποία τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Βέλγιο, Γαλλία, Ισπανία), στηρίζεται κυρίως στην κρατική πρωτοβουλία, ενώ σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζεται σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς. Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, σχετικά με τις πηγές χρηματοδότησής και του φορείς υλοποίησης των προγραμμάτων κοινωνικού τουρισμού, τα εν γένει χαρακτηριστικά του και ο ίδιος ο ορισμός «κοινωνικός» συμβάλλουν στην περιθωριοποίησή του, ειδικά σε εποχές όπου ιδέες και προτάσεις οι οποίες αποκλίνουν από τη θεωρία της «ελεύθερης αγοράς», ακούγονται από ρομαντικές έως άχρηστες.

Αυτό, όμως, που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι ο κοινωνικός τουρισμός δεν έχει μόνο θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, αλλά, επίσης, και οικονομικό και περιβαλλοντικό. Πρόσφατες έρευνες πάνω στα κοινωνικοοικονομικά οφέλη προγραμμάτων κοινωνικού τουρισμού στην Ισπανία και την Πορτογαλία, για παράδειγμα, έδειξαν ότι ο κοινωνικός τουρισμός συνεισφέρει στην αντιμετώπιση της τουριστικής εποχικότητας και στη δημιουργία νέων, αλλά και στη διατήρηση υφισταμένων, θέσεων εργασίας. Επιπρόσθετα, και εν αντιθέσει με άλλες μορφές τουρισμού, το αποτύπωμα του κοινωνικού τουρισμού στο περιβάλλον είναι το ελάχιστο δυνατό, καθώς όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για μια ήπια μορφή τουρισμού, η οποία βασίζεται κυρίως στον εσωτερικό τουρισμό, τη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς (π.χ. υπεραστικά λεωφορεία και πλοία) και μικρομεσαίων τουριστικών καταλυμάτων (π.χ. μικρά ξενοδοχεία και κάμπινγκ). Επομένως, τα κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη του κοινωνικού τουρισμού τον καθιστούν ως ένα σημαντικό μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης, δεδομένου ότι αφορούν και τους τρεις πυλώνες αυτής. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κοινωνικός τουρισμός θεωρείται ένα ζωτικής σημασίας κομμάτι της τουριστικής πολιτικής της, το οποίο έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει στη βιώσιμη ανάπτυξη τουριστικών προορισμών που πλήττονται από την εποχικότητα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του ελληνικού τουρισμού, ο κοινωνικός τουρισμός έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στους περιορισμούς (limitations) ή τις παθογένειες του υπάρχοντος τουριστικού μοντέλου του μαζικού τουρισμού, όπως είναι:

α) η οξυμένη τουριστική εποχικότητα,
β) η υπερσυγκέντρωση τουριστικών ροών σε συγκεκριμένους προορισμούς και σε συγκεκριμένους μήνες του χρόνου που προκαλεί το φαινόμενο του υπερτουρισμού (overtourism),
γ) ο κύριος έλεγχος και διαχείριση του τουρισμού από μεγάλες ξένες εταιρείες (π.χ. big tour-operators),
δ) ο αποκλεισμός από τη δυνατότητα για διακοπές ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων (αυτών δηλαδή που τις χρειάζονται περισσότερο), και
ε) οι σημαντικές αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον.

Αυτό, δεν σημαίνει ότι ο κοινωνικός τουρισμός αναιρεί άλλες μορφές τουρισμού ή δρα ανεξάρτητα από αυτές. Απεναντίας, ο κοινωνικός τουρισμός δρα συμπληρωματικά, ενσωματώνεται πλήρως στην τουριστική πολιτική μιας χώρας (ή ενός συγκεκριμένου προορισμού) και βοηθά στην άμβλυνση της εποχικότητας και στη σταθεροποίηση του τουριστικού συστήματος. Ουσιαστικά ο κοινωνικός τουρισμός παίζει τον ρόλο ενός αυτόματου σταθεροποιητή, δημιουργώντας ζήτηση πέραν της υπάρχουσας, η οποία βασίζεται στην «ελεύθερη αγορά,» συμβάλλοντας έτσι στην τόνωση της τοπικής οικονομίας και στην διατήρησή της σε κατάσταση σχετικής ισορροπίας. Επομένως, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης. Ο βαθμός της χρησιμότητας του, βέβαια, έχει να κάνει με το πώς εφαρμόζεται.

Στην περίπτωση του ελληνικού τουρισμού, λόγω της οξυμένης εποχικότητας του, οι τουριστικές ροές που δημιουργούνται από την επιπλέον ζήτηση για προγράμματα κοινωνικού τουρισμού, πρέπει να συγκεντρωθούν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να μετατοπισθούν, δηλαδή, σε συγκεκριμένους μήνες του χρόνου, λίγο πριν ή λίγο μετά την τουριστική σαιζόν, προκειμένου να συμβάλλουν στην επιμήκυνση της. Με μια σύντομη και μετριοπαθή εκτίμηση, χρησιμοποιώντας στοιχεία του 2015 και 2016 από τον ΟΑΕΔ και την ΕΛΣΤΑΤ, αντίστοιχα, αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την πληρότητα των καταλυμάτων περίπου κατά 30% τον μήνα Μάρτιο και κατά 15% τον Απρίλιο. Επίσης, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο κοινωνικός τουρισμός στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως στην κρατική πρωτοβουλία, συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά τα παραπάνω ποσοστά και τον γενικότερο ρόλο του.

Μια τέτοια συνεισφορά στην τουριστική, αλλά και γενικότερη, ανάπτυξη της χώρας, μπορεί να μην φαίνεται ιδιαιτέρως εντυπωσιακή από πλευράς κερδοφορίας, αν συγκριθεί με τα αντίστοιχα κέρδη που απορρέουν από τον μαζικό τουρισμό. Όμως, ο ρόλος του κοινωνικού τουρισμού είναι συμπληρωματικός και σταθεροποιητικός. Εστιάζει αποκλειστικά στην ήπια, βιώσιμη ανάπτυξη και δεν υπόσχεται ούτε γρήγορες λύσεις, ούτε θεαματικά αποτελέσματα. Άλλωστε, όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα, αναπτυξιακές λύσεις που υπόσχονται κάτι τέτοιο συνήθως οδηγούν και σε θεαματικές πτώσεις!

* Το παρόν άρθρο βασίζεται στο άρθρο Social tourism as a modest, yet sustainable, development strategy: Policy recommendations for Greece, με συνσυγγραφέα τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Nottingham, Scott McCabe. Πρωτοδημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2018 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Policy Research in Tourism, Leisure and Events και επαναδημοσιεύεται τον Αύγουστο του 2019, ως κεφάλαιο στο βιβλίο Social Tourism at the Crossroads, από τον εκδοτικό οίκο Routledge.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.