Η σωτήρια λέμβος της καινοτομίας για την ανάπτυξη της χώρας

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

του Ανδρέα Αττάλογλου

Οικονομολόγου, με εξειδίκευση σε θέματα καινοτομίας, Στέλεχους ΕΣΠΑ – Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα

Μια σειρά από μελέτες και δείκτες δείχνουν την πραγματική σχέση της Ελλάδας με την καινοτομία. Είναι μια σχεδόν σχέση ανάγκης σαν να ανέχεται η Ελλάδα την έννοια της καινοτομίας και όχι να την επιδιώκει ενεργά. Από τη μία στα πλαίσια της Ευρώπης ήμαστε, όπως ειρωνικά λένε, πρώτοι από το τέλος. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο Eco-Innovation Index της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήμαστε στην 19η θέση σε σύνολο 28 χωρών.

Σύμφωνα δε με το European Innovation Scoreboard 2019ανήκουμε όχι και στο τελευταίο γκρουπ των χωρών σε όρους καινοτομίας (ανήκουν μόνο 2 χώρες) αλλά στο προτελευταίο γκρουπ, το ονομαζόμενο και ως moderate innovators όπου ανήκουν κυρίως χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και του νότου της Ευρώπης (21οι στους 28).

Από την άλλη στο Global Innovation Index 2018 βρισκόμαστε στη 44η θέση σε σύνολο 126 χωρών, όχι κι άσχημα. Ποιο είναι το συμπέρασμα; Μα ποιο άλλο από το ότι στην Ελλάδα έχουμε τα υλικά για να φτιάξουμε ένα υπέροχο γεύμα, έχουμε και μια σειρά από συνταγές αλλά δυστυχώς οι μάγειρες αδυνατούν να πειθαρχήσουν τον εαυτό τους και να ακολουθήσουν μια συνταγή. Ποιες είναι οι πρώτες χώρες στους παγκόσμιους δείκτες; Οι γνωστοί ύποπτοι και ανάμεσα τους μια πλειάδα χωρών με παρόμοια (αν όχι χειρότερα) ανθρωπολογικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά με αυτά της χώρας μας όπως η Φινλανδία, το Ισραήλ, η Δανία, η Ιρλανδία, η Σιγκαπούρη, κα.

Για ποιο λόγο όμως είναι σημαντικό να επενδύσουμε σαν χώρα στην καινοτομία; Μήπως με αυτόν τον τρόπο δεσμεύσουμε χρήσιμους πόρους που θα μπορούσαμε να διαθέσουμε σε πιο συμβατικές δομές παραγωγής χωρίς να εμπλακούμε σε θεωρητικά σχήματα με αβέβαιες αποδόσεις στο μακρινό μέλλον; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι εύκολη. Αντί απάντησης μπορεί να δοθεί το ακόλουθο παράδειγμα. Είναι ενδεικτική η περίπτωση της Σουηδίας ενός κράτους που επένδυσε αποδεδειγμένα στην καινοτομία και ας δούμε τις αποδόσεις της επένδυσης αυτής τόσο ως προς το χρονικό ορίζοντα απόδοσης όσο και σε ποσό αύξησης του ΑΕΠ τους. Η Σουηδία κατά τη δεκαετία του 1970 αποτελούσε το μαύρο πρόβατο της οικονομικής πολιτικής καθώς εκλαμβανόταν ως ένα κράτος στα όρια της οικονομικής αποτυχίας. Οι θεωρητικοί της οικονομίας και της δημόσιας πολιτικής μιλούσαν για την «Θεσμική αρτηριοσκλήρωση» της χώρας (μάλιστα κάνανε και το λογοπαίγνιο «Σουηδοσκλήρωση – “Suedosclerosis”) αλλά και για την αργοπορία στην προώθηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Τη δεκαετία του 1970, εν μέσω μιας ταραχώδους παγκόσμιας οικονομικής περιόδου, η Σουηδία προέβη στην υιοθέτηση μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής που εστίασε στη βελτίωση των συνολικών δομών της χώρας με έμφαση στην απελευθέρωση της καινοτομίας. Κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων αυτών το ΑΕΠ της χώρας υπήρξε σχετικά στάσιμο. Ωστόσο στη δεκαετία του 1980, οπότε και επήλθε η ωρίμανση των ενεργούμενων μεταρρυθμίσεων , άρχισαν να διαφαίνονται οι θετικές επιδράσεις στη λειτουργία της οικονομίας που προκάλεσαν πραγματικά την ανάπτυξης της χώρας με εκρηκτικούς ρυθμούς. Η Σουηδία το 1980 διπλασίασε μέσα σε μια δεκαετία το ΑΕΠ της από 140 δις δολάρια σε 280 δις δολάρια ενώ πλέον το 2017 το ΑΕΠ της χώρας κινείται στα 538 δις δολάρια.

Αντίστοιχα η χώρα μας, εν μέσω μιας εντονότατης οικονομικής κρίσης, προχώρησε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες δεν έχουν ωριμάσει ακόμα, αλλά αναμένεται να αποδώσουν σημαντικά. Δυστυχώς οι μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό σύστημα δεν απόκτησαν τη δυναμική και την υποστήριξη που χρειαζόταν μιας και σε ένα μεγάλο βαθμός ταυτίσθηκαν σε με τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις (βλέπε φόρους) ενώ θεωρήθηκαν ως έξωθεν επιβαλλόμενες.

Είναι ενδεικτικό ότι σε μελέτη του 2014, των καθηγητών Τσίρμπα και Σωτηρόπουλου, πραγματοποιήθηκε έρευνα σε 74 μέλη του Κοινοβουλίου όπου και αποτυπώθηκε το ακόλουθο συμπέρασμα.

Από τη μία θεωρούσαν τη συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως μία ευεργετική εξέλιξη για τη χώρα και από την άλλη εκλαμβάνανε το ρόλο των ευρωπαϊκών θεσμών ως ανταγωνιστικό παράγοντα ως προς την προσπάθεια της χώρας να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Η διχογνωμία αυτή επηρέασε σημαντικά την ορθή εφαρμογή ενός συνόλου γενικών μεταρρυθμίσεων που με τη σειρά τους θα δημιουργούσαν τη δυναμική της ακόλουθης εφαρμογής πιο εξειδικευμένων μικρομεταρρυθμίσεων από αυτές που μπορεί να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη (για παράδειγμα τη μαζική διάθεση ανοικτών δεδομένων).

Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά της υπάρχουσας κατάστασης στη χώρα μας; Στα υπέρ είναι ότι έχουμε ώριμες υποδομές για την ανάπτυξη της καινοτομίας και δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε καινούργιες (μια επένδυση που θα απαιτούσε χρόνο και πόρους). Διαθέτουμε ανεπτυγμένες υποδομές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ακαδημαϊκές σχολές σε όλα σχεδόν τα επιστημονικά πεδία, έχουμε ερευνητικά κέντρα και σχετικές δημόσιες και ιδιωτικές δομές, συμμετέχουμε ενεργά σε διεθνείς επιστημονικούς και ερευνητικούς οργανισμούς, έχουμε μια μεγάλη ομάδα του πληθυσμού που έχει λάβει και λαμβάνει μόρφωση όχι μόνο προπτυχιακού αλλά και μεταπτυχιακού επιπέδου, μια σημαντική κουλτούρα και εμπειρία στην ανάπτυξη και διαχείριση μικρομεσαίων επιχειρήσεων ενώ σαν χώρα διαθέτουμε προνομιακή πρόσβαση σε σημαντικές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις για την καινοτομία και σε μια τεράστια ενιαία αγορά. Δίχως άλλο ο ελληνικός δημόσιος τομέας πόρρω απέχει σε δυνατότητες (ιδιαίτερα ως προς τους ανθρώπινους πόρους) σε σχέση με το παρελθόν. Στα αρνητικά της υπάρχουσας κατάστασης θα πρέπει να αναφέρουμε την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να συντονίσει τις πολιτικές σε θέματα ανάπτυξης καινοτομίας, την αδυναμία των κυβερνητικών μηχανισμών να καλλιεργήσουν ένα ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον, την απροθυμία πολλών ελληνικών επιχειρήσεων να δεσμεύσουν πόρους για έρευνα και ανάπτυξη, την ελλιπή κουλτούρα στη διαχείριση θεμάτων καινοτομίας όσο και την έλλειψη εργαζομένων με εξειδικευμένες δεξιότητες [1].

Παρ’ όλα αυτά, πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια μοναδική ευκαιρία για να βιώσει μια έκρηξη ανάπτυξης βασιζόμενη στην καινοτομία. Ποιες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν; Κυρίως παρεμβάσεις στο θέμα του συντονισμού. Όπως διατυπώθηκε παραπάνω, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο η χώρα μας διαθέτει της αναγκαίες υποδομές και πόρους και απαιτείται ο συντονισμός και η ορθή διαχείριση τους. Επίσης απαιτείται η διάχυση μιας κουλτούρας φιλικής προς την καινοτομία. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ας δούμε μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα οριζόντιο και ανοικτό σύστημα καινοτομίας σε όλο το δημόσιο τομέα και τι θα μπορούσε να κάνει αυτό.

Σε κάθε Υπουργείο θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα γραφείο καινοτομίας στελεχωμένο από καταρτισμένο προσωπικό και στελέχη από τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα με προϊστάμενο έναν υπεύθυνο καινοτομίας (CINO – Chief Innovation Officer). Τα γραφεία αυτά θα αποτελέσουν μια οριζόντια δομή που θα συντονίζεται κεντρικά από την επιτελική κυβέρνηση. Οι CINO θα αναλάβουν τη χαρτογράφηση όλων των ιδιωτικών και δημόσιων φορέων που επηρεάζονται από τις πολιτικές κάθε κάθετης δομής. Θα δέχονται και θα επεξεργάζονται ιδέες και προτάσεις ενώ θα είναι το σημείο επαφής του επιχειρηματικού τομέα με κάθε υπουργείο. Σκοπός τους θα είναι να δημιουργήσουν και να επιβλέψουν δίκτυα συνεργασίας ανάμεσα σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς όσο και να επεξεργασθούν προτάσεις για την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτοί οι φορείς θα πράξουν κάτι πολύ σημαντικό. Μια καινοτομία για να εφαρμοσθεί συναντά σημαντικά διοικητικά, νομικά και διαχειριστικά εμπόδια (για παράδειγμα δείτε τι συμβαίνει με το taxibeat ή τα Lime Scooter). Σκοπός των CINO θα είναι να προετοιμάζουν το περιβάλλον ώστε η εφαρμογή των επιχειρηματικών καινοτομιών να εξαρτάται μόνο από την αναγκαιότητα ωρίμανσης των επιχειρηματικών πλάνων και των σχετικών τεχνολογιών και όχι από την ανταπόκριση του κράτους σε μια νέα τεχνολογία.
Τι συμβαίνει σήμερα; Ένας επιχειρηματίας μπορεί να θέλει να καινοτομήσει αλλά ουσιαστικά δεν γνωρίζει (και ούτε θέλει) σε ποια υπηρεσία θα πρέπει να απευθυνθεί ή τι άδειες να λάβει (αν υπάρχουν θεσμοθετημένες) ή τι προδιαγραφές πρέπει να έχει η επένδυση του κλπ. Αυτά τα ερωτήματα του θα πρέπει να μπορεί να τα απευθύνει σε συγκεκριμένους φορείς που έχουν την τεχνογνωσία και την κουλτούρα να τον βοηθήσουν. Αυτοί οι φορείς δεν πρέπει να είναι όμως αποκομμένοι από τις κεντρικές υπηρεσίες ούτε συγκεντρωμένοι σε μια κεντρική δομή. Θα πρέπει να είναι ζωντανό κύτταρο της δημόσιας διοίκησης και να έχουν ανοικτό διάλογο όχι μόνο με τον πρωθυπουργό ή έναν κεντρικό υπουργό αλλά με κάθε υπουργό και διευθυντή και ακόμα και τμηματάρχη. Θα πρέπει να αξιοποιούν προσωπικό του ίδιου του φορέα για να αναλύσουν σενάρια και περιπτώσεις όσο και να συνάπτουν συμφωνίες με εξωτερικούς συνεργάτες που θα κομίζουν εξειδικευμένη γνώση και νέες ιδέες.

Οι δομές αυτές θα είναι ένας ανοικτός δίαυλος επικοινωνίας που θα προσπαθήσει να διαρρήξει τη νομικίστικη προσέγγιση της δημόσιας διοίκησης στον τρόπο λειτουργίας της και να την προσανατολίσει προς την υιοθέτηση ενός πιο ανοικτού μοντέλου επικοινωνίας και λειτουργίας. Σκοπός δεν θα είναι μόνο να ανταποκρίνονται σε αιτήματα αλλά και ενεργά να προετοιμάζουν τη δημόσια διοίκηση, αλλά και γιατί όχι και τον ιδιωτικό τομέα, για νέες εξελίξεις. Οι πρακτικές τους μπορεί να υιοθετούν τις παραδοσιακές μορφές της διοικητικής παρέμβασης μέσω εγκυκλίων, γνωμοδοτήσεων και προπαρασκευαστικών νομοθετικών ενεργειών αλλά και νέες μορφές δράσης που περιλαμβάνουν τη δικτύωση, τη δημιουργία διαδραστικών συνεδρίων, τη συλλογή ιδεών και προτάσεων, τη συμβουλευτική προς άλλες δημόσιες υπηρεσίες (για παράδειγμα για την υιοθέτηση των συμβάσεων καινοτομίας) αλλά και τη δημιουργία ειδικών ομάδων (tiger teams τις ονομάζουν στον Καναδά) στελεχωμένων από διακεκριμένα στελέχη που θα αναλαμβάνουν την προώθηση νέων ιδεών, προτάσεων και λύσεων.

Θεωρώ ότι η υιοθέτηση ενός τέτοιου σχήματος για την προώθηση της καινοτομίας στη χώρα έχει προοπτικές να αποδώσει εντυπωσιακά αποτελέσματα και να αλλάξει τους όρους του παιγνιδιού για την χώρα.

[1] The Deloitte Innovation Survey. The case of Greece. 2019

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.