ΓΣΕΕ: Μισθοί κάτω των 500 ευρώ για 571.000 εργαζόμενους

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Tο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ παρουσίασε την Ετήσια  Έκθεση 2019 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, η οποία παρουσιάζει ένα πλήθος από θεωρητικά επιχειρήματα και εμπειρικά ευρήματα για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Ενδεικτικά αναφερόμαστε στα εξής συμπεράσματα:

Το 2018 ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας συνέχισε τη σταθερή θετική του πορεία. Ωστόσο, παρατηρείται μια συνεχόμενη δυναμική απόκλισης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και τα κράτη-μέλη της νότιας περιφέρειάς της.

Η χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών είναι ιδιαίτερα εύθραυστη λόγω αρνητικών νέων αποταμιεύσεων και χαμηλού επιπέδου εισοδημάτων σε σχέση με τις δανειακές τους υποχρεώσεις.

Δεδομένης της εξάρτησης της δυναμικής της οικονομίας από την εγχώρια κατανάλωση, η χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών περιορίζει τις προσδοκίες αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας.

Το χρηματικό κόστος από την απώλεια μίας θέσης εργασίας για ένα έτος ανήλθε κατά το 2018 σε 8.126 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 50% του μέσου καθαρού εισοδήματος από εργασία.

Το υψηλό κόστος απώλειας εργασίας αποτυπώνει τις αδυναμίες της κοινωνικής πολιτικής και την περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ της εργασίας στην Ελλάδα.

Το 2018 στον ιδιωτικό τομέα 571 χιλιάδες άτομα αμείβονταν με μισθό κάτω των 500 ευρώ, ενώ 251 χιλιάδες άτομα αμείβονταν με μισθό κάτω των 250 ευρώ.

Μια βασική πλευρά των πολιτικών που εφαρμόστηκαν κατά τα χρόνια των ΠΟΠ ήταν η συνεχής και βίαιη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό ως εμβληματική πολιτική για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και της
εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας παρουσιάστηκε η μείωση του κατώτατου μισθού το 2012 από 751,39 ευρώ μικτά σε 586,06 ευρώ μικτά ή κατά 22% και η θεσμοθέτηση υποκατώτατου μισθού για τους νέους κάτω των
25 ετών μειωμένου κατά 32% αντίστοιχα. Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού σε 650 ευρώ μικτά ή κατά 10,9% και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση 27% για τους νέους κάτω των 25, αντισταθμίζει κατά το ήμισυ την αρχική μισθολογική μείωση των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Οπως σημειώνεται, η αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς ένα υψηλότερο επίπεδο του κατώτατου μισθού συμβάλλει στη σταθεροποίηση της
κατανάλωσης σε ένα υψηλότερο επίπεδο, και συνεπώς έχει θετικές μακροοικονομικές και αναπτυξιακές επιδράσεις.

Εξετάζοντας τις αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατά το 2018 (Ιούνιος) με βάση τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, παρατηρούμε ότι επί συνόλου 2.396.602 εργαζομένων οι μέσες τακτικές αποδοχές ανέρχονται σε 898,59 ευρώ. Ειδικότερα το 29% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (696.825 άτομα) είχε σχέση μερικής απασχόλησης με μέσο μισθό 375,53 ευρώ, ενώ το 71% (1.702.675 άτομα) είχε σχέση πλήρους απασχόλησης με μέσο μισθό 1.111,09 ευρώ.

Αντίστοιχα, το μέσο ημερομίσθιο τακτικών αποδοχών ανήλθε σε 42,89 ευρώ για το σύνολο των εργαζομένων, σε 23,18 ευρώ για τους εργαζομένους μερικής απασχόλησης και σε 48,61% για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης. Με άλλα λόγια, ένας εργαζόμενος μερικής απασχόλησης αμείβεται με λιγότερο από το μισό ανά ώρα εργασίας σε σχέση με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης.

Συγκρίνοντας τα στοιχεία των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ανάμεσα στα έτη 2018 και 2010, γίνεται εμφανές το μέγεθος της προσαρμογής των αμοιβών. Πιο συγκεκριμένα, κατά το 2010 οι μέσες μηνιαίες τακτικές
αποδοχές ανέρχονταν σε 1.247 ευρώ, υποδεικνύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο ότι οι μειώσεις στους μισθούς ξεπερνούν το 28%.

Πέρα από τη σύγκριση των επιπέδων του μέσου μισθού, ειδική σημασία έχει η εξέταση της κατανομής των μηνιαίων αποδοχών . Πιο συγκεκριμένα, κατά το 2018 το 50% των εργαζομένων (1.127.233 άτομα) λαμβάνει μισθό κάτω των 793 ευρώ, ενώ αντίστοιχα κατά το 2010 ο διάμεσος  μισθός ανερχόταν σε 1.140,02, γεγονός που επιβεβαιώνει μια μείωση της τάξης ρτου 30% περίπου στα εισοδήματα των εργαζομένων κατά την περίοδο 2010- 2018.

Φτώχεια – Σε ένδεια μεγάλο κομματιού της ελληνικής κοινωνίας – Το 50,4% των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει έκτακτες ανάγκες

Η απορρύθμιση της εγχώριας αγοράς εργασίας και ταυτόχρονα οι πολιτικές  λιτότητας και υπερφορολόγησης των νοικοκυριών είχαν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της φτώχειας και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης των πολιτών.

Ένα φαινόμενο το οποίο αποκτά γενικευμένα χαρακτηριστικά κατά την εξέλιξη της κρίσης, πλήττοντας περισσότερο τις κοινωνικά και εργασιακά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Τα προηγούμενα έτη, οι Εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ επικέντρωναν την ανάλυσή τους ως προς τη φτώχεια και την εισοδηματική ανισότητα στη φάση όξυνσης της κρίσης, ώστε να αναδειχθούν οι κοινωνικές επιπτώσεις των ΠΟΠ. Η παρούσα Έκθεση επικεντρώνεται ιδιαιτέρως στην εξέλιξη του φαινομένου της φτώχειας μετά το 2014-2015 οπότε η υφεσιακή δυναμική εξασθενεί και εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης της οικονομίας. Επιπλέον, στην παρούσα Έκθεση, πέρα από την παρουσίαση των συμβατικών δεικτών φτώχειας και ανισότητας, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο κατά πόσο η υποχώρηση του ποσοστού φτώχειας που παρατηρείται αφορά συνολικά τους εργαζομένους της χώρας ή εάν υπάρχουν ενδείξεις περιθωριοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Ειδικότερα, ερευνάται το εάν οι πολιτικές απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και η αποδυνάμωση της κοινωνικής πολιτικής έχουν πλήξει περισσότερο τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι εργαζόμενοι που δουλεύουν περιστασιακά ή με ευέλικτες μορφές απασχόλησης, οι εργαζόμενες γυναίκες και οι μετανάστες.

Από το 2014 και μετά οι δείκτες φτώχειας και οικονομικής ανισότητας σημειώνουν βελτίωση. Ενδεικτικά αναφέρεται ο δείκτης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού εμφανίζει σταθερή υποχώρηση επί τρία συναπτά από 36% το 2014 σε 34,8% το 2017.

Οι εμπειρικές εκτιμήσεις επιβεβαιώνουν την πάγια θέση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ ότι οι ασκούμενες πολιτικές των ΠΟΠ δεν ενεργοποίησαν διαρθρωτικούς και τεχνολογικούς μετασχηματισμούς που να συμβάλουν στην ουσιαστική αναβάθμιση του εγχώριου παραγωγικού υποδείγματος. Αντιθέτως, η συμπίεση του μισθολογικού κόστους και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας ευνόησε την ανάπτυξη δραστηριοτήτων χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου.

 Οικονομική στενότητα και υλική αποστέρηση των ελληνικών νοικοκυριών

Η επιβολή πολιτικών λιτότητας σε συνδυασμό με την αύξηση της άμεσης και της έμμεσης φορολόγησης συνέβαλαν στην επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των ελληνικών νοικοκυριών. Αυτό είναι εμφανές στο Διάγραμμα 3.4, όπου συγκρίνεται το ποσοστό των κατοίκων της χώρας που αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ικανοποίηση βασικών αναγκών πριν το ξέσπασμα της κρίσης και την περίοδο 2016-2018, ενώ στο ίδιο διάγραμμα εμφανίζονται τα αντίστοιχα ποσοστά για την ΕΕ.

54 Από την άλλη πλευρά, η αύξηση της απασχόλησης η οποία σημειώνεται τα τελευταία χρόνια σε συνδυασμό με την επιδοματική πολιτική των κυβερνήσεων προς τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά συνέβαλαν στον
μερικό περιορισμό της πρωτοφανούς απώλειας ευημερίας που σημειώθηκε στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Ειδικότερα, το 2018 παρατηρούμε μείωση κατά 4,9% (από 47,9% σε 43%) του ποσοστού των νοικοκυριών που εμφανίζουν καθυστέρηση στην έγκαιρη αποπληρωμή λογαριασμών ΔΕΚΟ, τόκων, δανείων και δόσεων συγκριτικά με το 2016. Αντίστοιχα, μείωση κατά 3,2% (από 53,6% σε 50,4%) παρουσιάζει και το ποσοστό των νοικοκυριών που αδυνατούν να καλύψουν έκτακτες ανάγκες. Όσον αφορά ορισμένες καταναλωτικές δαπάνες, όπως η δυνατότητα γεύματος με κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο κάθε 2η ημέρα και κατοχής αυτοκινήτου, το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών βελτιώνεται κατά 2,8% (από 14,4% σε 11,6%) και 1% (από 10,0% σε 9,0%), αντίστοιχα. Η καλύτερη επίδοση ωστόσο εμφανίζεται στην κάλυψη επαρκούς θέρμανσης, η οποία αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην καταβολή του αντίστοιχου επιδόματος.

Το ποσοστό των νοικοκυριών που αδυνατεί να έχει επαρκή θέρμανση μειώνεται το 2018 κατά 6,4% σε σχέση
με το 2016 (από 29,1% σε 22,7%). Μείωση κατά 2,6% εμφανίζει το ποσοστό των νοικοκυριών που αδυνατεί να πάει διακοπές για μία εβδομάδα (από 53,6% σε 51%), ενώ τέλος κατά 2,4% μειώνονται τα νοικοκυριά που αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις πάσης φύσεως υποχρεώσεις τους (από 40,6% σε 38,2%).
Οι εκτιμήσεις που παρέχει η Eurostat το 2018 για την Ελλάδα είναι προσωρινές και αναμένεται να μεταβληθούν μερικώς. Για την ΕΕ δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα εκτιμήσεις για το 2018.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι τα νοικοκυριά της ΕΕ εξήλθαν πιο γρήγορα από τις αρνητικές επιπτώσεις που επέφερε η κρίση στην Ευρωζώνη55 συνέβαλε σε μια σταθερή και συνεχή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους.

Συγκρίνοντας τις μεταβολές στην ΕΕ σε σχέση με την Ελλάδα μεταξύ 2016 και 2017 προκύπτει μια διαφοροποιημένη εικόνα, καθώς σε ορισμένες κατηγορίες αναγκών εμφανίζεται σύγκλιση στα ποσοστά των νοικοκυριών, ενώ σε άλλες κατηγορίες σημειώνεται διεύρυνση των αποκλίσεων. Ειδικότερα, τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν σύγκλιση με εκείνα της ΕΕ στην κάλυψη αναγκών που αφορούν τις πληρωμές λογαριασμών ΔΕΚΟ, τόκων, δανείων και δόσεων, της παροχής γεύματος με κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο κάθε 2η ημέρα, καθώς και της παροχής επαρκούς θέρμανσης.

Αντιθέτως, σε ανάγκες όπως η κάλυψη έκτακτων αναγκών και η δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις πάσης φύσεως υποχρεώσεις, εντοπίζεται διεύρυνση στο ποσοστό των νοικοκυριών μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ.
Αυτό, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται στο ότι οι συγκεκριμένες ανάγκες σχετίζονται περισσότερο με τη διαθέσιμη ρευστότητα των νοικοκυριών, η οποία εξανεμίστηκε κατά την περίοδο της κρίσης.

Εξαγωγές

Οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν, αλλά η επίδρασή τους στο ΑΕΠ ήταν σχεδόν μηδενική λόγω αντίστοιχης αύξησης των εισαγωγών. Η διάρθρωση του παραγωγικού τομέα δεν επιτρέπει την επίτευξη διατηρήσιμου εμπορικού πλεονάσματος, λόγω της μεγάλης εξάρτησής του από τις εισαγωγές.

Στο πλαίσιο αυτό το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπογραμμίζει την άμεση ανάγκη για μία σοβαρή δημόσια πολιτική συζήτηση για τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, τις θεσμικές της αδυναμίες και δυσλειτουργίες και την προοπτική οικοδόμησης ενός νέου, ισόρροπου και βιώσιμου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.

Κοινοποίηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.